Σὲ λίγες μέρες, ἄρχισαν νὰ φτάνουν στὸ λιμάνι βαπόρια μὲ ἀμερικανικὴ σημαία, νὰ παραλάβουν τὰ γυναικόπαιδα.
Οἱ Τοῦρκοι εἶπαν στὴν ἀρχή: «Ἡ ἄδεια τῆς ἀναχωρήσεως ἰσχύει μόνο γιὰ 24 ὧρες. Ὅσοι δὲν προλάβουν νὰ φύγουν, θὰ μεταφερθοῦν στὸ ἐσωτερικό τῆς Ἀνατολῆς!».
Ὁ Δεσπότης πῆγε καὶ βρῆκε τὸν Τοῦρκο φρούραρχο. Εἶχε πάντα τὸ κουράγιο νὰ μιλᾶ αὐστηρά, ἂν καὶ μάντευε τὸ τέλος ποὺ τὸν περίμενε. Διαμαρτυρήθηκε: πόσοι προλαβαίναν νὰ μπαρκάρουν σὲ 24 ὧρες, μὲ τὰ λίγα μέσα ποὺ ὑπῆρχαν;
Ἐπέστρεψε στὴ Μητρόπολή του κατώδυνος τὴν ψυχήν: «Φύγετε ὅλοι ἀμέσως! Ὁ Σώζων ἑαυτὸν σωθήτω!». Τοῦ εἶπαν νὰ ἑτοιμασθεῖ νὰ φύγει καὶ ἐκεῖνος.
Ἀρνήθηκε: «Ἐφόσον καὶ ἕνας ἀκόμη ἐκ τῶν πιστῶν τοῦ ποιμνίου μου εὑρίσκεται ἐδῶ, θὰ μείνω καὶ ἐγώ».
Τὴν 30ὴ Σεπτεμβρίου τοῦ 1922, οἱ Τοῦρκοι ὁρίσανε ὡς ἡμέρα, ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν καὶ στοὺς παπᾶδες τῶν ἕνδεκα μεγάλων ἐκκλησιῶν τοῦ Ἀϊβαλιοῦ νὰ φύγουν.
Ὁ Δεσπότης πάλι εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μείνω». Ἐπειδῆ ἔμεναν ἀκόμη χριστιανοὶ στὴν πόλη. Καὶ εἶχε γνωσθεῖ ἡ τελευταία ἀγριότητα.
Ὅταν οἱ Τοῦρκοι μάζεψαν τοὺς ἄντρες ἀπὸ 18-45 ἐτῶν καὶ τοὺς...


















