Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ πρόκειται γιὰ μιὰ ἐμπειρικὴ πίστη καὶ ὄχι στοχαστικὴ διακήρυξη (Β, 48). Οἱ θεοπτες, κατὰ τὴν ἐμπειρία, βλέπουν «τρίφωτον θεότητα». Τὰ δυὸ Φῶτα ἔχουν πηγὴ τὸ πρώτον Φῶς, τὸ δεύτερο προέρχεται ἀπὸ τὸ πρῶτο, ἀλλὰ ἔχει σῶμα, καὶ τὸ τρίτο ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸ πρῶτο Φῶς, ἀλλὰ δὲν ἔχει σῶμα (Β, 49).
Κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μόνη ἀπόδειξη περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεού δεν εἶναι ἡ εὐδαιμονία (Θωμὰς Ἀκινάτης), ἀλλά η ἀποκάλυψή Του στοὺς ἁγίους μεσα στὴ δόξα Του καὶ ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς θεώσεώς του (Β, 50). Ὁ Θεὸς ἀνήκει στὸ ἀΐδιο, οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι στὸ αἰώνιο καὶ ὁ ἄνθρωπος στὸν χρόνο. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει ὅλα ὅσα γίνονται στὸν χρόνο Β, 52).
Γιὰ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ δὲν ὁμιλεῖ μόνον ἡ Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ καὶ ἡ Παλαιά, μὲ ἄλλη ὁρολογία. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὀκτακόσια χρόνια πρὸ Χριστοῦ, εἶδε «τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου» καὶ ἦταν «πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ». Ἐδῶ ὑπάρχει ἐμφάνιση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Κυρίου τῆς δόξης, τοῦ Γιαχβέ. Ἔτσι εἶναι: ὁ Θεὸς (Ἐλοχίμ), ὁ Κύριος της δόξης (Γιαχβὲ) καὶ τὸ....














