Στὸ σπίτι του εἶχε δοῦλες δύο αἰχμάλωτες Ρωσίδες. Μία νέα καὶ μία ἡλικιωμένη. Καὶ οἱ δύο ἦταν εὐσεβεῖς. Ἡ τελευταία συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία σὲ κάθε γιορτή. Ἐκεῖ ἔπαιρνε ἀντίδωρα καὶ ἁγιασμό, κι ἔφερνε ἀπ’ αὐτὰ καὶ στὴ νέα.
Ἀλλὰ κάθε φορᾶ ποὺ γινόταν αὐτό, ὁ Ἀχμὲτ ἔνιωθε νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τῆς κοπέλας μία ὑπέροχη εὐωδία.