27 Απρ 2026

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στὰ πλαίσια τῆς ἑρμηνείας ποῦ ἔγινε στὸ κήρυγμα τῆς Κυριακὴ 28 Ἀπριλίου τοῦ 1996. 

Ὁ Πανάγαθος Θεὸς ὅ,τι ἔφτιαξε τὸ ἔφτιαξε πλούσιο σὲ ἐκφράσεις καὶ ποικιλόμορφο. Κοιτᾶξτε γύρω σας τὴ φύση, πόσο ποικιλόμορφη εἶναι καὶ πλούσια σὲ ἐκφράσεις καὶ σὲ δυνατότητες ζωῆς. Τὸ ἴδιο πρᾶγμα, τὸ ἴδιο ὑπόδειγμα, τὸ χρησιμοποίησε φτιάχνοντας καὶ τὸν ἄνθρωπο. Καὶ δὲν τὸν ἔκανε τὸν ἄνθρωπο μονότονο, τὸν ἔκανε πλούσιο σὲ ἐκφράσεις. Αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουμε πολλὲς φορὲς ἀναμετρούμενοι μὲ τὸν συναισθηματικό μας κόσμο. Βλέπουμε πόσες ἐκφράσεις λύπης, χαρᾶς ἢ ποικίλων ἐνδιαμέσων καταστάσεων περνᾶμε πολλὲς φορὲς τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ ἐδῶ τὸ κείμενο, ποὺ ἀκούσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο, ἔρχεται μὲ ἕναν τρόπο πραγματικὰ καθοριστικό, ἀλλὰ μυστικό, νὰ καθορίσει τὸ γεγονὸς αὐτό: το πῶς χαλιναγωγοῦνται οἱ ποικιλόμορφες ἐκφράσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ μας συναισθηματικοῦ κόσμου. 
Τὸ κείμενο μὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὴν πορεία τῶν Μυροφόρων πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ παίρνει ἕνα ἀποκορύφωμα στὸ τέλος του μὲ τὶς ἑξῆς φράσεις, ποὺ εἶναι... καταστάσεις τὶς ὁποῖες περνοῦν οἱ Μυροφόρες: «ἐξεθαμβήθησαν», «εἶχαν τρόμο καὶ ἔκσταση» καὶ «ἐφοβοῦντο». Μέσα σὲ πολὺ λίγο κείμενο περιγράφει τέσσερις καταστάσεις πού, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, εἶναι ὁριακὲς συναισθηματικά. Καὶ τὸ κείμενο κάτι θέλει νὰ πεῖ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ θέμα: το πῶς οἱ ποικιλόμορφες ἐκφράσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τοῦ συναισθηματικοῦ μας, ὅπως λέμε, κόσμου, μποροῦν νὰ χαλιναγωγηθοῦν. Γιατί ὅπως ἡ φύση εἶναι ποικιλόμορφη καί, ἂν ἀφεθεῖ ἀνερμάτιστη, μπορεῖ νὰ φέρει καταστροφή, καὶ θὰ ὑπάρχει ἔλλειψη ἁρμονίας καὶ ἀνισορροπία, ἔτσι καὶ ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἂν δὲν λειτουργεῖ ἁρμονικὰ κάτω ἀπὸ ἕναν συνεκτικό, ἑνωτικὸ δεσμό, μπορεῖ νὰ δημιουργήσει μέσα ἀπὸ τὶς ποικιλόμορφες καταστάσεις – ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νά ’χουμε στὴν ψυχή μας – νὰ δημιουργηθεῖ μεγάλη δυσαρμονία καὶ ταραχὴ ἐσωτερικὴ καὶ πίσω ἀπὸ αὐτὸ μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ ἐκφράζεται πολλὲς φορὲς νὰ ἐκφράζεται ἡ βαθιά μας ἐσωτερικὴ ἀγωνία, ἀποτυχία καὶ μελαγχολία. 

 
Νὰ δοῦμε λίγο αὐτές τις τέσσερις λέξεις, ποὺ εἶναι καταστάσεις συναισθηματικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες περνοῦνε οἱ γυναῖκες οἱ Μυροφόρες. Προσέξτε, τὴν ὥρα ποὺ πλησιάζουν τὸν Τάφο, τὸ κείμενο λέει «ἐξεθαμβήθησαν»·. εἶναι μιὰ ἰδιότυπη λέξη ἡ λέξη «ἐξεθαμβήθησαν ἡ ὁποία ὅμως πολλὲς φορὲς χρησιμοποιεῖται στὸ λόγο τὸν πατερικὸ καὶ πολλὰ τροπάρια μιλοῦν γιὰ τὸ θάμβος τοῦ Θεοῦ, πού ’ναὶ ἡ ἀποκάλυψη τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Πότε «ἐξεθαμβήθησαν»; Ὅταν βλέπουν τοὺς Ἀγγέλους «καθεζομένους ἐν τῷ τὰφῳ» καὶ μάλιστα (μιὰ πολὺ μικρὴ λεπτομέρεια, ποὺ φαίνεται πολὺ μεταβατικὴ) ὅτι βλέπουν τοὺς Ἀγγέλους νὰ εἶναι ντυμένοι στὰ λευκά. Κοιτᾶξτε, οἱ Ἄγγελοι εἶναι πέρα ἀπὸ ροῦχα, πέρα ἀπὸ χρῶμα, δὲν ἔχουν αὐτὴ τὴν κατάσταση τὴ φυσικὴ ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς, νὰ φοροῦνε ροῦχα σὰν κι ἐμᾶς. Τὸ κείμενο κάτι θέλει νὰ πεῖ ἀνθρωπομορφικά: τὸ λευκὸ δηλώνει τὴν παρουσία ἀπὸ κάτι ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ τὶς δυνατότητες νὰ τὸ καταλάβουμε· εἶναι ἕνα φῶς τὸ ὁποῖο εἶναι πέρα ἀπὸ τὸ φῶς. Καὶ αὐτὸ τὸ φῶς εἶναι τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ φῶς ποὺ βλέπουνε: αὐτὸ εἶναι τὸ «λευκό». Καὶ περνοῦν αὐτὸ τὸ θάμβος. Δηλαδὴ οἱ γυναῖκες, τώρα ποὺ πλησιάζουν τὸν Τάφο, ἔρχονται νὰ μποῦνε σὲ ἕναν χῶρο ποὺ ἔχει μιὰ ἄλλη κατάσταση ζωῆς! Αὐτὸ εἶναι τὸ θάμβος! Ὅποιος πλησιάζει τη χάρη τοῦ Θεοῦ μπαίνει σὲ αὐτὸ τὸ θάμβος! Ἐμεῖς αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ φτιάξουμε, ὅ, τί καὶ νὰ κάνουμε γιὰ νὰ φτιαχτοῦμε, ἂς τὸ πῶ ἔτσι μὲ τὴ λέξη ποὺ λέμε, δὲν γίνεται τίποτε. Εἶναι αὐτὸ τὸ θάμβος, εἶναι αὐτὸ τὸ λευκὸ τὸ πέρα ἀπὸ τὸ λευκό, τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἔρχεσαι καὶ ἐξεθαμβεῖσαι (sic), προσέξτε τὴν παθητικὴ φωνή: «ἐξεθαμβήθησαν». Γίνεται κάτι πάνω τους καὶ μετὰ ἔρχονται σὲ ἕνα χῶρο. Αὐτὸς ὁ χῶρος πιὰ τοῦ φωτὸς ἀρχίζει νὰ προσδιορίζει καὶ νὰ ὁρίζει τὶς συναισθηματικὲς καταστάσεις ποὺ θὰ περάσουνε. Ἂν ἐμεῖς θέλουμε νὰ εἴμαστε χαρούμενοι ἢ λυπημένοι, περνοῦμε σὲ μιὰ καταστροφή, [γιατί] εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο καθορίζει πέρα ἀπὸ μᾶς ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη μας, ἐπειδὴ μπῆκε μέσα στὸ θάμβος τοῦ Θεοῦ, χαλιναγωγείτα,ι καὶ ἡ χαρὰ εἶναι εὐλογημένη καὶ ἡ λύπη εἶναι εὐλογημένη! Χωρὶς αὐτὸ καὶ τὰ δύο εἶναι καταστάσεις ψυχασθενείας. 

«Ἐξεθαμβήθησαν» λοιπόν. Καὶ ἡ συνέχεια τοῦ θάμβους στὸ ὁποῖο μετέχουνε εἶναι – προσέξτε τὴν πανέμορφη ἰσορροπία τὴ λεκτικὴ τοῦ κειμένου – «εἶχεν δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις»· δὲν λέει τὸ κείμενο ὅτι εἶχαν τρόμο καὶ ἔκσταση· «εἶχεν δέ», κατεῖχε αὐτές, τρόμος καὶ ἔκσταση. Εἶναι πανέμορφο τὸ κείμενο! Ἀφοῦ μπῆκαν σὲ αὐτὸ τὸ θάμβος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀρχίζουν ὅλες οἱ καταστάσεις οἱ συναισθηματικὲς καὶ χαλιναγωγοῦνται, ἔρχεται τὸ πρῶτο βῆμα ποὺ δίνεται ὡς ὤθηση σὲ αὐτές: εἶναι νὰ ἔχουν τρόμο. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ τρόμος; Καταλαβαίνουνε τὸ πόσο ἀπέχουν αὐτές – ὡς κατάσταση ζωῆς – ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ τοὺς παρουσιάζουν οἱ Ἄγγελοι! Καὶ μπαίνουν σὲ ἕνα τρόμο, ποὺ αὐτὸς ὁ τρόμος δὲν εἶναι ὁ τρόμος ὁ ὁποῖος ἀρρωσταίνει. Καταλαβαίνεις πόσο ἀπέχεις. Καὶ γιατί ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέπει νὰ καταλάβεις; Ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν ἀπέχεις! Γιὰ νὰ πλησιάσεις! Εἶναι ἕνας τρόμος εὐλογημένος, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, εἶναι ὁ μόνος τρόμος ὁ ὁποῖος ἔχει νόημα νὰ ὑπάρχει σὲ αὐτὴν τὴ ζωή. Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ στοιχεῖα τοῦ τρόμου εἶναι δαιμονικά. Αὐτὸς ὁ τρόμος πραγματικὰ ἔχει δυνατότητα νὰ ὑπάρχει πάνω μας καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχει! 

Καταλαβαίνεις λοιπὸν τὴν ἀπόσταση ἀπὸ αὐτὸ τὸ θάμβος ποὺ σοῦ παρουσιάζεται, καὶ πᾶς νὰ μπεῖς σ’ αὐτὴν τὴν ἱστορία! Καὶ μπαίνουνε οἱ Μυροφόρες· ἔχουνε τὸν τρόμο γιὰ τὴν ἀπόσταση ζωῆς (πόσο ἀπέχουν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο) καὶ μπαίνουν στὸν χῶρο «ἐκ-στάσεως»! Προσέξτε, παίρνουν μιὰ ἄλλη «στάση» ζωῆς! Καὶ αὐτὸ εἶναι πρόκληση γιά μας! Βλέπεις τὴ διαφορά, τρομάζεις ἀπὸ τὴ διαφορά – εὐλογημένος τρόμος – καὶ ἔχεις πιὰ μιὰ ἔκ-σταση. Παίρνεις μιὰ ἄλλη στάση ἀπὸ τὴ στάση ποὺ ἔπαιρνες μέχρι τώρα. Βγαίνεις ἀπὸ τὴ στάση ποὺ εἶχες, βγαίνεις ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ὁ κόσμος ἀντιμετωπίζει τὰ πράγματα. Γιατί ἂν δὲν τὸ κάνεις, ἂν δὲν κάνεις αὐτή την ἔκ-σταση, ὅλες οἱ καταστάσεις οἱ ὁριζόντιες τοῦ κόσμου, χαρά, μελαγχολία, θλίψη, λύπη, ὅλα αὐτὰ ποὺ λέμε κάθε μέρα, θὰ μᾶς καθηλώσουνε σὲ καταστάσεις ποὺ θὰ μᾶς ἀρρωσταίνουν. Καὶ τότε, μέσα σὲ αὐτὸν τὸν τρόμο τῆς ἀποστάσεως, παίρνεις μιὰ ἄλλη στάση ζωῆς καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ στάση πιὰ ζωῆς ποὺ λές, «ἐδῶ εἶναι ἕνας ἄλλος κόσμος, πρέπει σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο νὰ μετέχω!» 

Καὶ καταλήγει ὅλη αὐτὴ ἡ πορεία τῶν ἐναλλασσόμενων ψυχολογικῶν, συναισθηματικῶν καταστάσεων τῶν Μυροφόρων στὸ «ἐφοβοῦντο γὰρ». «Οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον», λέει, «ἐφοβοῦντο γάρ». Καὶ βλέπετε, θὰ πεῖτε «ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία καταλήγει στὸν φόβο;» Ναί, τὸ λέει ἀκριβῶς: «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ». Τί εἶναι φόβος; Φόβος εἶναι πιὰ ὅτι ἀποδέχεσαι αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ τὸ κάνεις ζωή σου! Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ ἑρμηνεύσεις! Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ περιγράψεις! Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ μεταδώσεις! Ὁ φόβος εἶναι αὐτὴ ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς γεγονότος ποὺ τὸ ζεῖς βιωματικὰ κοντὰ στὸν Χριστὸ· καὶ ξέρεις ὅτι εἶναι μία κατάσταση «ἄλλη»! Αὐτὸς εἶναι ὁ φόβος: ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ! Καὶ τότε, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πλήρη ἀποδοχὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ξέρεις ποὺ ὅ, τί καὶ νὰ πεῖς εἶναι λίγο. Ξέρεις ὅτι δὲν φοβᾶσαι πιὰ τίποτε. Ξέρεις πὼς καμιὰ κατάσταση ἐναλλασσόμενων ψυχολογικῶν, συναισθηματικῶν δεδομένων δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ταράξει! Καὶ τότε «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ» (εἶναι πέρα ἀπὸ τὸ «λένε καὶ λένε»). Κι ἔρχεται ὅλος ὁ κόσμος, αὐτὸς ὁ πλούσιος τοῦ ἀνθρώπου ὁ συναισθηματικός – καὶ μάλιστα γυναῖκες εἶναι ἐδῶ – νὰ χαλιναγωγηθεῖ, νὰ μπεῖ σὲ ἕνα δρόμο τοῦ θάμβους, τῆς «ἄλλης» ἀντιμετωπίσεως, καὶ τὸ «ἐφοβοῦντο» εἶναι ποὺ ξέρουν ποὺ ἐδῶ πέρα ἀποδέχονται τὰ πάντα καὶ ἔτσι πᾶνε νὰ ζήσουνε! Καὶ ἐκεῖ νοηματοδοτεῖται πιὰ ἡ στάση τῶν Μυροφόρων – ποὺ ἔχουν μιὰ στάση σιωπηλή. 

Ὅλα αὐτὰ μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο, μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ συναπάντημα τῶν γυναικῶν αὐτῶν μὲ τὸν Χριστό. Καὶ ἔρχεται πραγματικὰ αὐτὸ τὸ κείμενο νὰ πεῖ κάτι ὁριστικὸ γιὰ τὴ ζωή μας, τὴν καθημερινὴ ζωή. Δὲν εἶναι ἕνα κείμενο μακρινό, ποὺ κάποιοι κάποτε συνάντησαν τὸν Χριστό... Εἶναι τὸ σήμερά μας, γιατί σήμερα, τὸ ζεῖτε ὅλοι, δὲν χρειάζεται νὰ τὸ πῶ καὶ νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσω, ζοῦμε δεκάδες ἐναλλασσόμενες συναισθηματικὲς καταστάσεις κάθε μέρα, ποὺ μᾶς ἀρρωσταίνουν, μᾶς διαλύουν, μᾶς κάνουν νὰ χτυπιόμαστε κάτω. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπάντηση! Εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀπάντηση! Μπαίνεις στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καταλαβαίνεις τὴν ἀπόσταση, ἀλλάζεις στάση ζωῆς καὶ μετὰ δὲν ξέρεις τίποτε παρὰ ἕνα πρᾶγμα: ποὺ ἔχεις ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ στὸ τί κάνει γιὰ σένα. Καὶ ὅλες οἱ καταστάσεις καὶ ὁ πλοῦτος παίρνουνε φῶς καὶ ἡ χαρά μας γίνεται οὐράνια καὶ ἡ λύπη μας γίνεται οὐράνια, γιατί εἶναι λύπη μετανοίας. Ὅλα γίνονται οὐράνια! 

Ἔτσι νὰ εὐχηθοῦμε πολὺ ἁπλᾶ, ἐμεῖς ποὺ κάθε μέρα μέσα ἀπὸ αὐτὲς τὶς παλίνδρομες καταστάσεις τὶς ψυχολογικές/συναισθηματικὲς χτυπιόμαστε κάτω, νὰ καταλάβουμε τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ κειμένου καὶ νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς ἕνα ξεπέρασμα, μιὰ «ἔκ-σταση» ζωῆς! Γιὰ νὰ μποροῦμε ὅλα αὐτά τα – πραγματικὰ εὐλογημένα – ἐναλλασσόμενα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου νὰ τὰ χαλιναγωγήσουμε μέσα ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ χαρά μας καὶ ἡ λύπη μας νὰ μπορεῖ νὰ γίνει οὐράνια! 

Φιλολογικὴ ἐπιμέλεια κειμένου 
Ἑλένη Κονδύλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.