Ὁ "Ἅγιος τῶν Ἀθηνῶν", ὁ παπᾶς ποὺ περπατοῦσε μὲ λυμένα κορδόνια στοὺς δρόμους τῆς Πλάκας καὶ τοῦ Ψυρρή, δὲν εἶχε πτυχία, οὔτε ρητορικὴ δεινότητα. Εἶχε ὅμως μιὰ καρδιὰ ποὺ χωροῦσε ὅλο τὸν κόσμο.
Ὁ Παπα-Νικόλας ἔκανε Θεία Λειτουργία κάθε μέρα γιὰ 50 χρόνια, ἀνεξαρτήτως καιροῦ ἢ ὑγείας. Οἱ λειτουργίες του κρατοῦσαν ὧρες, γιατί διάβαζε χιλιάδες ὀνόματα στὴν Πρόθεση. Ὅταν τοῦ ἔδιναν χαρτάκια μὲ ὀνόματα, δὲν πετοῦσε ποτὲ κανένα. Τὰ κρατοῦσε στὶς τσέπες του μέχρι νὰ λιώσουν, μνημονεύοντας ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους μὲ μιὰ ἐπιμονὴ ποὺ συγκλόνιζε τοὺς πιστούς.
Παρ' ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος μὲ ἐλάχιστη μόρφωση, γύρω του συγκεντρώνονταν οἱ μεγαλύτεροι διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. Ἐκεῖνοι ἔψαλλαν στὸ ἀναλόγιό του στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο στὸ Μοναστηράκι, ἀναγνωρίζοντας στὸ πρόσωπό του τὴ γνήσια βυζαντινὴ καὶ ὀρθόδοξη παράδοση.
Ὅ,τι χρήματα τοῦ ἔδιναν οἱ πιστοί, τὰ μοίραζε ἀμέσως. Συχνὰ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι του χωρὶς παλτὸ ἢ χωρὶς παπούτσια, γιατί τὰ εἶχε δώσει σὲ κάποιον φτωχὸ ποὺ συνάντησε στὸν δρόμο. Ζοῦσε μὲ μιὰ ταπεινὴ σύνταξη καὶ δὲν κράτησε... ποτὲ τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ἐκοιμήθη στὶς 2 Μαρτίου 1932, σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν.
Ἡ κοίμησή του συνέβη μετὰ ἀπὸ μιὰ σύντομη ἀσθένεια (βαριὰ γρίπη), τὴν ὁποία ἀντιμετώπισε μὲ τὴν ἴδια γαλήνη ποὺ χαρακτήριζε ὅλη του τὴ ζωή. Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ψάλλοντας σιγανὰ τὸ «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον Σου, Δέσποτα...».
«Ὅταν οἱ Ἄγγελοι περπατοῦν ἀνάμεσά μας - Τὸ θαυμαστὸ περιστατικό του Παπα-Νικόλα του Πλανᾶ. Μιὰ νύχτα μὲ τρομερὴ καταιγίδα καὶ χιόνι στὴν Ἀθήνα, ὁ Παπα-Νικόλας ἔπρεπε νὰ πάει νὰ λειτουργήσει σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο ξωκλήσι. Ὁ γιὸς του προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει:
«Πατέρα, ποῦ πᾶς μὲ τέτοιο καιρό; Θὰ χαθεῖς!».
Ὁ Ἅγιος ξεκίνησε μόνος του μέσα στὸ σκοτάδι. Ὅταν ἐπέστρεψε, ὁ γιός του τὸν ρώτησε πῶς τὰ κατάφερε.
Ἐκεῖνος ἀπάντησε μὲ φυσικότητα:
«Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Ἕνας λαμπρὸς νέος κρατοῦσε ἕνα φανάρι μπροστά μου καὶ μὲ πῆγε μέχρι τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Μόλις μπῆκα μέσα, ἔγινε ἄφαντος».
«Ἀλήθεια, ἂν σήμερα ἕνας τέτοιος "φτωχούλης τοῦ Θεοῦ" περπατοῦσε ἀνάμεσά μας μὲ λυμένα κορδόνια καὶ σκυμμένο κεφάλι, θὰ εἴχαμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἁγιότητά του ἢ θὰ τὸν προσπερνούσαμε βιαστικά;»
Ὁ Παπα-Νικόλας ἔκανε Θεία Λειτουργία κάθε μέρα γιὰ 50 χρόνια, ἀνεξαρτήτως καιροῦ ἢ ὑγείας. Οἱ λειτουργίες του κρατοῦσαν ὧρες, γιατί διάβαζε χιλιάδες ὀνόματα στὴν Πρόθεση. Ὅταν τοῦ ἔδιναν χαρτάκια μὲ ὀνόματα, δὲν πετοῦσε ποτὲ κανένα. Τὰ κρατοῦσε στὶς τσέπες του μέχρι νὰ λιώσουν, μνημονεύοντας ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους μὲ μιὰ ἐπιμονὴ ποὺ συγκλόνιζε τοὺς πιστούς.
Παρ' ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος μὲ ἐλάχιστη μόρφωση, γύρω του συγκεντρώνονταν οἱ μεγαλύτεροι διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. Ἐκεῖνοι ἔψαλλαν στὸ ἀναλόγιό του στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο στὸ Μοναστηράκι, ἀναγνωρίζοντας στὸ πρόσωπό του τὴ γνήσια βυζαντινὴ καὶ ὀρθόδοξη παράδοση.
Ὅ,τι χρήματα τοῦ ἔδιναν οἱ πιστοί, τὰ μοίραζε ἀμέσως. Συχνὰ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι του χωρὶς παλτὸ ἢ χωρὶς παπούτσια, γιατί τὰ εἶχε δώσει σὲ κάποιον φτωχὸ ποὺ συνάντησε στὸν δρόμο. Ζοῦσε μὲ μιὰ ταπεινὴ σύνταξη καὶ δὲν κράτησε... ποτὲ τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ἐκοιμήθη στὶς 2 Μαρτίου 1932, σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν.
Ἡ κοίμησή του συνέβη μετὰ ἀπὸ μιὰ σύντομη ἀσθένεια (βαριὰ γρίπη), τὴν ὁποία ἀντιμετώπισε μὲ τὴν ἴδια γαλήνη ποὺ χαρακτήριζε ὅλη του τὴ ζωή. Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ψάλλοντας σιγανὰ τὸ «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον Σου, Δέσποτα...».
«Ὅταν οἱ Ἄγγελοι περπατοῦν ἀνάμεσά μας - Τὸ θαυμαστὸ περιστατικό του Παπα-Νικόλα του Πλανᾶ. Μιὰ νύχτα μὲ τρομερὴ καταιγίδα καὶ χιόνι στὴν Ἀθήνα, ὁ Παπα-Νικόλας ἔπρεπε νὰ πάει νὰ λειτουργήσει σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο ξωκλήσι. Ὁ γιὸς του προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει:
«Πατέρα, ποῦ πᾶς μὲ τέτοιο καιρό; Θὰ χαθεῖς!».
Ὁ Ἅγιος ξεκίνησε μόνος του μέσα στὸ σκοτάδι. Ὅταν ἐπέστρεψε, ὁ γιός του τὸν ρώτησε πῶς τὰ κατάφερε.
Ἐκεῖνος ἀπάντησε μὲ φυσικότητα:
«Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Ἕνας λαμπρὸς νέος κρατοῦσε ἕνα φανάρι μπροστά μου καὶ μὲ πῆγε μέχρι τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Μόλις μπῆκα μέσα, ἔγινε ἄφαντος».
«Ἀλήθεια, ἂν σήμερα ἕνας τέτοιος "φτωχούλης τοῦ Θεοῦ" περπατοῦσε ἀνάμεσά μας μὲ λυμένα κορδόνια καὶ σκυμμένο κεφάλι, θὰ εἴχαμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἁγιότητά του ἢ θὰ τὸν προσπερνούσαμε βιαστικά;»
"Γιὰ μένα ἡ ἐκκλησία εἶναι τὸ σπίτι μου καὶ οἱ ἀκολουθίες ἡ τροφή μου" Ὁ παπα-Νικόλας δὲν γνώριζε τί θὰ πεῖ πρωινὸ ρόφημα ἢ συνεχὴς βαθὺς ὕπνος. Καὶ εἶχε τὸ ἱερὸ συνήθειο νὰ μνημονεύει μὲ τὶς ὧρες τὰ ὀνόματα τῶν νεκρῶν πρῶτα καὶ ὕστερα τῶν ζωντανῶν. Τὶς ὧρες αὐτὲς βρισκόταν πάντα ὄρθιος, συχνὰ νηστικὸς ἢ νήστευε ἀπο μέρες κι ἦταν ἐξαντλημένος.
Κατὰ τὸ συνήθειο του αὐτὸ ἐμνημόνευε πρῶτα τοὺς Πατριάρχες, Μητροπολῖτες, Ἱερεῖς, Διακόνους καὶ στὴ συνέχεια διάβαζε τὰ ἑκατοντάδες χαρτάκια ποὺ τοῦ εἶχαν δώσει καὶ κουβαλοῦσε μόνιμα πάνω του. Τά εἶχε τοποθετήσει σὲ δύο μεγάλες μαντῆλες καὶ ἀφοῦ τὶς ἔδενε σταυρωτὰ τὶς φύλαγε στὸν κόρφο του. Στὴν μιὰ μαντήλα εἶχε τὰ ἑκατοντάδες ὀνόματα μὲ τοὺς νεκρούς. Καὶ στὴν ἄλλη τοὺς ζωντανούς. Τόν ρώτησαν κάποτε:
-Τί εἶναι αὐτά τα μποξαδάκια ποὺ φυλάγεις στὸν κόρφο σου παππούλη; Καὶ ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε:
-Τὰ γράμματά μου εἶναι καὶ τὰ συμβόλαια. Αὐτὰ ἔχω ἐγὼ γιὰ περιουσία.
-Καὶ στὴν ἐκκλησία γιατί βρίσκεσαι συνέχεια;
-Καὶ τοῦ λόγου σου κυρ-Σπύρο μου ὅταν ἀνοίγεις τὸ κατάστημά σου στὴν Ἑρμοῦ, γιατί μένεις μὲ τὶς ὧρες ἐκειδά;
-Τὸ ἴδιο πρᾶμα εἶναι παπα -Νικόλα;
-Ἐτσὰ κι ἀκόμα πιὸ ἀναγκαῖο! Γιὰ μένα ἡ ἐκκλησία εἶναι τὸ σπίτι μου καὶ οἱ ἀκολουθίες ἡ τροφή μου. Πὲς τὸ πρωινό, τὸ μεσημεριανὸ καὶ τὸ βραδυνό μου!.
Ὁ παπακαλόγερος Νικόλαος Πλανᾶς
Κατὰ τὸ συνήθειο του αὐτὸ ἐμνημόνευε πρῶτα τοὺς Πατριάρχες, Μητροπολῖτες, Ἱερεῖς, Διακόνους καὶ στὴ συνέχεια διάβαζε τὰ ἑκατοντάδες χαρτάκια ποὺ τοῦ εἶχαν δώσει καὶ κουβαλοῦσε μόνιμα πάνω του. Τά εἶχε τοποθετήσει σὲ δύο μεγάλες μαντῆλες καὶ ἀφοῦ τὶς ἔδενε σταυρωτὰ τὶς φύλαγε στὸν κόρφο του. Στὴν μιὰ μαντήλα εἶχε τὰ ἑκατοντάδες ὀνόματα μὲ τοὺς νεκρούς. Καὶ στὴν ἄλλη τοὺς ζωντανούς. Τόν ρώτησαν κάποτε:
-Τί εἶναι αὐτά τα μποξαδάκια ποὺ φυλάγεις στὸν κόρφο σου παππούλη; Καὶ ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε:
-Τὰ γράμματά μου εἶναι καὶ τὰ συμβόλαια. Αὐτὰ ἔχω ἐγὼ γιὰ περιουσία.
-Καὶ στὴν ἐκκλησία γιατί βρίσκεσαι συνέχεια;
-Καὶ τοῦ λόγου σου κυρ-Σπύρο μου ὅταν ἀνοίγεις τὸ κατάστημά σου στὴν Ἑρμοῦ, γιατί μένεις μὲ τὶς ὧρες ἐκειδά;
-Τὸ ἴδιο πρᾶμα εἶναι παπα -Νικόλα;
-Ἐτσὰ κι ἀκόμα πιὸ ἀναγκαῖο! Γιὰ μένα ἡ ἐκκλησία εἶναι τὸ σπίτι μου καὶ οἱ ἀκολουθίες ἡ τροφή μου. Πὲς τὸ πρωινό, τὸ μεσημεριανὸ καὶ τὸ βραδυνό μου!.
Ὁ παπακαλόγερος Νικόλαος Πλανᾶς
Ὁ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ ΜΕΤΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΕΝΑ ΛΕΠΡΟ
‘’Ἐκεῖ, στὴ ἐνορία του, σὲ ἕνα στενὸ δρομάκι, ἐκρύπτετο ἕνας λεπρὸς σὲ μεγάλο βαθμό. Τοῦ εἶχαν φαγωθεῖ τὰ χείλη ἀπὸ τὴν φοβερὴ ἀσθένεια. Πῆγε μιὰ φορὰ ὁ πατὴρ Νικόλαος Πλανᾶς νὰ τὸν κοινωνήσει, ἀλλὰ τὸ κατεστραμμένο στόμα του, δὲν μπόρεσε νὰ παραλάβει τὸ Ἅγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ παρέπεσε λίγο πιὸ πλάϊ ἀπὸ τὸ στόμα.
Χωρὶς κανένα, μὰ κανένα δισταγμό, ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς ἔσκυψε καὶ μὲ τὸ στόμα του πῆρε τὸν Θεῖο Μαργαρίτη, ποὺ εἶχε πέσει καὶ τὸν κατέλυσε.
Αὐτὸ ἂς τὸ δοῦν αὐτοὶ ποὺ δὲν κοινωνοῦν γιατί, λένε, φοβοῦνται τὰ μικρόβια. Μεγάλη, πράγματι, βλασφημία. Ἕνας Θεὸς ζώντων καὶ νεκρῶν, ποιητὴς οὐρανοῦ καὶ γῆς, νὰ προσβάλλεται ἀπὸ μικρόβια. Παραλογισμοὶ σκοτισμένων ἀπίστων. Ὅσο γιὰ τὸν ἀσθενή αὐτόν, τὸν ἀνακάλυψε ἡ Ἀστυνομία καὶ τὸν ἔστειλε στὸ λεπροκομεῖο μαζὶ μὲ τὴν κόρη του, ἡ ὁποία κι αὐτὴ εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν λέπρα καὶ τῆς εἶχαν φαγωθεῖ τὰ δάκτυλα. Ἐν τούτοις, ὁ Ἅγιος μᾶς δὲν ἔπαθε τίποτα’’.
(Ἅγιος Παπα-Νικόλας Πλανᾶς, ἐκδοτικὸς Οἶκος Ἀστὴρ Ἀλ. Καὶ Ε. Παπαδημητρίου)
Χωρὶς κανένα, μὰ κανένα δισταγμό, ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς ἔσκυψε καὶ μὲ τὸ στόμα του πῆρε τὸν Θεῖο Μαργαρίτη, ποὺ εἶχε πέσει καὶ τὸν κατέλυσε.
Αὐτὸ ἂς τὸ δοῦν αὐτοὶ ποὺ δὲν κοινωνοῦν γιατί, λένε, φοβοῦνται τὰ μικρόβια. Μεγάλη, πράγματι, βλασφημία. Ἕνας Θεὸς ζώντων καὶ νεκρῶν, ποιητὴς οὐρανοῦ καὶ γῆς, νὰ προσβάλλεται ἀπὸ μικρόβια. Παραλογισμοὶ σκοτισμένων ἀπίστων. Ὅσο γιὰ τὸν ἀσθενή αὐτόν, τὸν ἀνακάλυψε ἡ Ἀστυνομία καὶ τὸν ἔστειλε στὸ λεπροκομεῖο μαζὶ μὲ τὴν κόρη του, ἡ ὁποία κι αὐτὴ εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν λέπρα καὶ τῆς εἶχαν φαγωθεῖ τὰ δάκτυλα. Ἐν τούτοις, ὁ Ἅγιος μᾶς δὲν ἔπαθε τίποτα’’.
(Ἅγιος Παπα-Νικόλας Πλανᾶς, ἐκδοτικὸς Οἶκος Ἀστὴρ Ἀλ. Καὶ Ε. Παπαδημητρίου)
Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς – Τὸ θαῦμα μὲ τὸ λάδι
Μιὰ φτωχὴ χήρα πῆγε στὸν Ἅγιο κλαίγοντας, γιατί δὲν εἶχε οὔτε σταγόνα λάδι γιὰ τὸ καντήλι της καὶ γιὰ νὰ ταΐσει τὰ παιδιά της. Ὁ Παπα-Νικόλας, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε ὁ ἴδιος χρήματα ἐκείνη τὴ στιγμή, πῆρε ἕνα ἄδειο μπουκάλι, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς εἶπε:
«Πήγαινε στὸ σπίτι σου, παιδί μου, καὶ ἡ Παναγία θὰ φροντίσει».
Ὅταν ἡ γυναῖκα ἔφτασε στὸ σπίτι, βρῆκε τὸ πιθάρι της γεμᾶτο λάδι, παρ' ὅλο ποὺ ἦταν ἄδειο γιὰ μέρες.
«Ἀλήθεια, ἔχουμε σήμερα τὴν παιδικὴ ἐμπιστοσύνη του Παπα-Νικόλα, ποὺ ἀντὶ γιὰ ἄγχος καὶ πανικό, ἀπαντοῦσε στὶς δυσκολίες μὲ ἕνα: "Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου, ὁ Θεὸς θὰ φροντίσει";
«Μήπως τελικὰ τὸ πραγματικὸ "θαῦμα" δὲν ἦταν μόνο τὸ λάδι ποὺ γέμισε, ἀλλὰ ἡ βεβαιότητα τοῦ Ἁγίου ὅτι κανεὶς δὲν μένει ἀβοήθητος ὅταν χτυπᾶ τὴν πόρτα
«Πήγαινε στὸ σπίτι σου, παιδί μου, καὶ ἡ Παναγία θὰ φροντίσει».
Ὅταν ἡ γυναῖκα ἔφτασε στὸ σπίτι, βρῆκε τὸ πιθάρι της γεμᾶτο λάδι, παρ' ὅλο ποὺ ἦταν ἄδειο γιὰ μέρες.
«Ἀλήθεια, ἔχουμε σήμερα τὴν παιδικὴ ἐμπιστοσύνη του Παπα-Νικόλα, ποὺ ἀντὶ γιὰ ἄγχος καὶ πανικό, ἀπαντοῦσε στὶς δυσκολίες μὲ ἕνα: "Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου, ὁ Θεὸς θὰ φροντίσει";
«Μήπως τελικὰ τὸ πραγματικὸ "θαῦμα" δὲν ἦταν μόνο τὸ λάδι ποὺ γέμισε, ἀλλὰ ἡ βεβαιότητα τοῦ Ἁγίου ὅτι κανεὶς δὲν μένει ἀβοήθητος ὅταν χτυπᾶ τὴν πόρτα
Κάποια μέρα ποὺ ὁ Ἅγιος βρισκόταν σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα του ξωκκλήσια γιὰ νὰ λειτουργήσει, παρατήρησε πὼς δὲν ὑπῆρχε κανένα πρόσφορο. Δὲν ταράχτηκε. Προτίμησε νὰ περιμένει μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι σύντομα κάποιο πρόσφορο θὰ βρισκόταν. Ἄλλωστε τόσα χρόνια, ὅσες φορὲς εἶχε συμβεῖ νὰ μὴν ἔχει πρόσφορο, πάντα τὴν κατάλληλη στιγμή, κάποιος θὰ ἔφερνε, ἢ ἂν ἔπρεπε κάποιος ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα πήγαινε σὲ κοντινὸ φοῦρνο καὶ ἀγόραζε ἕνα. Ἐκείνη τὴ μέρα ὅμως τὰ πράγματα δυσκόλευαν....
Ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ κανένας δὲν ἔφερνε πρόσφορο. Ἔψαξε καλὰ στὰ ράφια τοῦ ἱεροῦ μήπως καὶ ὑπῆρχε κάποιο ἀπὸ προηγούμενη φορά, μὰ δὲ βρῆκε τίποτα. Τότε ἔκανε νόημα σὲ δύο πνευματικά του παιδιὰ νὰ πλησιάσουν στὸ ἱερὸ καὶ τοὺς ζήτησε νὰ πᾶνε γρήγορα στὸ φοῦρνο καὶ νὰ ζητήσουν πρόσφορο κι ἂν δὲν ἔβρισκαν νὰ ζητοῦσαν ἀπὸ κάποιες ἐνορίτισσες ποὺ πάντα φρόντιζαν καὶ εἶχαν.
Ἔφυγαν τρέχοντας ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι οἱ δύο, μὰ μάταιος ὁ κόπος τους. Λίγη ὥρα ἀργότερα γύρισαν μὲ ἄδεια χέρια πίσω καὶ ἀνακοίνωσαν στὸν Ἅγιο πώς, παρὰ τὴν προσπάθεια τους, κανένας δὲ βρέθηκε νὰ τοὺς ἐξυπηρετήσει. Ὁ Ἅγιος εὐχαρίστησε τὰ πνευματικά του παιδιὰ γιὰ τὸν κόπο τους καὶ ἔμεινε μόνος του στὸ ἱερό. Στενοχωρήθηκε πολὺ καὶ τὰ ἀσκητικά του μάτια γέμισαν δάκρυα. Ἡ ὥρα εἶχε περάσει. Ὁ Ὄρθρος ἔφτανε στὸ τέλος καὶ ὁ εὐλογημένος ἱερέας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προχωρήσει στὴ Θεία Λειτουργία. Τόσα χρόνια, καθημερινὰ λειτουργοῦσε, μὰ ἐκείνη τὴ μέρα μὲ θλίψη θὰ ἔπρεπε νὰ διακόψει αὐτὴ τὴν εὐλογημένη σειρά. Μὲ ἀσταμάτητα δάκρυα κοιτοῦσε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ μὲ δυνατὴ προσευχὴ παρακαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ μὴ τοῦ στερήσει τὴ Θεία Λειτουργία.
Ξαφνικὰ βλέπει πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα ἕνα μικρὸ πρόσφορο ποὺ ἄχνιζε. Ἦταν ὀλόφρεσκο καὶ τοποθετημένο στὴ μέση. Μόλις τὸ εἶδε ὁ Ἅγιος ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ ὕψωσε τὴ δακρυσμένη ματιά του πρὸς τὸν οὐρανὸ εὐχαριστῶντας τὸ Θεό. Τὸ θαῦμα εἶχε γίνει. Κάποιος ἄγγελος σταλμένος ἀπὸ τὸ Χριστὸ εἶχε τοποθετήσει τὸ μικρὸ πρόσφορο στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὁ Ἅγιος σκέφτηκε πὼς ἕνα τέτοιο θαυμαστὸ γεγονὸς δὲν ἔπρεπε νὰ μείνει κρυφό. Κρατῶντας λοιπὸν τὸ θεόσταλτο δῶρο βγῆκε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη τοῦ Ἱεροῦ καὶ διακόπτοντας τοὺς ψάλτες ἔδειξε τὸ πρόσφορο πρὸς τὸ ἐκκλησίασμα καὶ εἶπε συγκινημένος: "Κοιτᾶξτε παιδιά μου τί σημεῖο μας ἔκανε ὁ Θεός". Ὁ κόσμος σάστισε. Χωρὶς πολλὰ λόγια ὁ Ἅγιος ἐξήγησε τί εἶχε προηγηθεῖ καὶ ἀμέσως προχώρησε πάλι μέσα στὸ ἱερὸ καὶ σὰν νὰ εἶχε συμβεῖ κάτι ἁπλὸ καὶ συνηθισμένο συνέχισε τὴν ἀκολουθία.
Στὸ μεταξύ, βαθιὰ συγκίνηση κατέλαβε τοὺς παρευρισκόμενους ὅταν συνειδητοποίησαν πὼς ἕνα μεγάλο θαῦμα – σημεῖο, ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Παπποῦς – εἶχε συμβεῖ ἐκείνη τὴν ὥρα. Ὅλων τὰ μάτια βούρκωσαν καὶ στράφηκαν μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ τὴ φώτιζε ἀμυδρὰ ἕνα μικρὸ καντήλι. Εὐχαριστοῦσαν τὸν Κύριο γιὰ τὸ μεγάλο θαῦμα. Τὸν εὐχαριστοῦσαν ὅμως καὶ γιὰ τὴν εὐλογημένη παρουσία τοῦ Παπποῦ κοντά τους.
Μέχρι τὴν ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας ὅλοι ἦταν συγκλονισμένοι καὶ μὲ δυσκολία συγκρατοῦσαν τὰ δάκρυα τους. Μόνο ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ἔμοιαζε νὰ μὴν ἔχει συναίσθηση τοῦ θαύματος ποὺ εἶχε γίνει. Ἄλλωστε γιὰ τὸν ἴδιο τὰ θαύματα ἦταν μέρος τοῦ καθημερινοῦ του προγράμματος καὶ ἡ ταπεινή του ψυχὴ ποτὲ δὲν ὑπερηφανεύτηκε γιὰ τὰ θεῖα σημεῖα. Ἦταν γιὰ τὸν Ἅγιο τὰ θαύματα φυσιολογικά, ὅπως φυσιολογικὴ ἦταν καὶ ἡ ἀστείρευτη πίστη καὶ ἀγάπη του στὸ Θεό.
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου