16 Ιουλ 2019

Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης


Ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Ὁ Κα­θη­γού­με­νος τοῦ Ζω­γρά­φου Εὐ­θύ­μιος γεν­νή­θη­κε στίς 26–10–1926 στό χω­ριό Ἔν­τσεβ­τσι τῆς ἐ­παρ­χί­ας Βε­λί­κο Τίρνοβο τῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Στήν βά­πτι­ση τοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μπογ­κο­μίλ. Ἀ­πό μι­κρός δι­ε­κρί­νε­το γιά τήν ἐ­ξυ­πνά­δα καί τήν σε­μνό­τη­τά του. Τε­λεί­ω­σε ἀ­ρι­στοῦ­χος τό Γυ­μνά­σιο.
Ὁ πα­τέ­ρας του εἶ­χε σκο­πό νά τόν ἀ­φή­ση δι­ά­δο­χο στίς δου­λει­ές του, ἀλ­λά ὅ­ταν ὁ Μπογ­κο­μίλ τε­λε­ί­ω­σε τήν στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τε­ί­α ἀ­να κο­ί­νω­σε στο­ύς γο­νεῖς του ὅ­τι θέ­λει νά γί­νη ἱ­ε­ρέ­ας στό χω­ριό του.

Γρά­φτη­κε στήν Ἱ­ε­ρα­τι­κή Σχο­λή πού τό­τε βρι­σκό­ταν στή Μο­νή Τσε­ρε­πίς. Τε­λε­ί­ω­σε σέ τρί­α χρό­νια μέ ἄ­ρι­στα καί ἐ­πέ­στρε­ψε στό χω­ριό του ὅ­που ὅλοι τόν πε­ρί­με­ναν νά χει­ρο­το­νη­θῆ. Ἦ­ταν ἀ­γα­πη­τός σέ ὅ­λους γιά τήν πρα­ό­τη­τά του, τήν σε­μνό­τη­τα, τόν ἥ­συ­χο καί ἀ­γα­θό χα­ρα­κτῆ­ρα του. Ἔ­πρε­πε ὅ­μως πρῶ­τα νά βρῆ πρε­σβυ­τέ­ρα. Ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἄ­πει­ρος ἀ­πό τέ­τοι­α, πα­ρε­κά­λε­σε γνω­στό του ἱ­ε­ρέ­α νά τοῦ βρῆ ἐ­κεῖ­νος πρε­σβυ­τέ­ρα. Αὐ­τή ὅμως πού τοῦ βρῆ­κε δέν ἦ­ταν κα­τάλ­λη­λη. Τό­τε ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό χω­ριό του καί γιά δέ­κα χρό­νια, ἀ­πό τό 1951 μέ­χρι τό 1961, ἐρ­γά­σθη­κε...
σέ οἰ­κο­δο­μι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Τη­ροῦ­σε ὅ­μως τίς εὐ­λα­βι­κές ἀρ­χές του καί πα­ρέ­με­νε πι­στό τέ­κνο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.


Ἀρ­χές τοῦ 1962 πῆ­γε νά μο­νά­ση στήν Μο­νή τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως Πρε­ομ­πρα­ζέν­σκι κοντά στό Βε­λί­κο Τίρνοβο. Με­τά τήν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη δο­κι­μα­σί­α ἔ­γι­νε μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Εὐ­θύ­μιος καί τό ἔ­τος 1963 χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας. Ὅ­ταν ἄ­κου­γε τόν κα­νό­να τοῦ Ὄρ­θρου ἔ­κα­νε σταυ­ρό καί με­τά­νοι­α σέ κά­θε τρο­πά­ριο. Ὅ­ταν πή­γαι­ναν ἐ­κεῖ μα­θη­τές τῆς Ἱ­ε­ρα­τι­κῆς Σχο­λῆς καί ζη­τοῦ­σαν τήν εὐ­λο­γί­α του, τούς εὐ­λο­γοῦ­σε, ἀλ­λά φι­λοῦ­σε καί αὐ­τός τό χέ­ρι τους.


Τό 1964 τόν ἔ­στει­λαν γιά ἐ­φη­μέ­ριο στό κον­τι­νό γυ­ναι­κεῖ­ο Μο­να­στή­ρι Πέτρου καί Πα­ύ­λου. Τό Μο­να­στή­ρι εἶ­χε κα­ῆ καί ὁ πα­πα–Εὐ­θύ­μιος ἐρ­γα­ζό­ταν μέ τίς ἀ­δελ­φές γιά τήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση. Ἔ­κα­ναν βα­ρει­ές χει­ρω­να­κτι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Μόνοι τους ἔ­κα­ναν πλι­θιά ἀ­πό χῶ­μα. Πα­ρά τήν κο­ύ­ρα­ση ὅ­μως πο­τέ δέν ξά­πλω­νε στό κρεβ­βά­τι, ἀλ­λά κοι­μό­ταν λί­γες ὧρες σέ μία κα­ρέ­κλα. Ἀ­πό τήν πο­λλή ὀρ­θο­στα­σί­α ἔ­σπα­σαν οἱ φλέ­βες στά πό­δια του καί τά τύ­λι­γε μέ γά­ζες. Φο­ροῦ­σε κα­τά­σαρ­κα ἁ­λυ­σί­δες πού τοῦ δη­μι­ο­ύρ­γη­σαν πλη­γές στήν πλά­τη.


Τό­τε, ἐ­πει­δή ἡ Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ζω­γρά­φου στό Ἅγιον Ὄ­ρος ἔ­πα­σχε ἀ­πό λει­ψαν­δρί­α, ἡ Ἱ­ε­ρά Σύνοδος τῆς Βουλ­γα­ρι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πε­φά­σι­σε νά στεί­λη με­ρι­κούς μο­να­χούς γιά νά τήν ἐ­παν­δρώ­σουν. Ὅ­ταν πρό­τει­ναν καί στόν πα­πα–Εὐ­θύ­μιο, τό δέ­χθη­κε μέ με­γά­λη χα­ρά καί στίς 21–10–1969 ἦρ­θε μέ τόν πα­πα–Ἰ­ω­άν­νη ἀ­πό τό ἴ­διο Μο­να­στή­ρι στό Ζω­γρά­φου.


Ἡ­γού­με­νος τό­τε ἦ­ταν ὁ Ρου­μᾶ­νος πα­πα–Δο­μέ­τιος, ἀ­πό τό Βα­το­πε­δι­νό Κελ­λί τοῦ Ἁγί­ου Ὑ­πα­τί­ου. Εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει νά ἀ­να­λά­βη αὐ­τός Ἡ­γού­με­νος προ­σω­ρι­νός, χω­ρίς νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψη τό Κελ­λί του, καί ὅ­ταν βρε­θῆ κά­ποι­ος Βο­ύλ­γα­ρος, νά πα­ρα­δώ­ση σ᾿ αὐ­τόν τήν ἡ­γου­με­νί­α. Με­τά τήν ἔ­λευ­σή του ὁ πα­πα–Εὐ­θύ­μιος κέρ­δι­σε τήν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τῶν πα­τέ­ρων. Τό 1971 τόν ἔ­κα­ναν Προ­ϊ­στά­με­νο καί στίς 3–11–1975 τόν ἐ­ξέ­λε­ξαν ὁ­μό­φω­να Ἡ­γού­με­νο γιά τήν ἀ­ρε­τή του. Αὐ­τός ὅ­μως ἀ­πό τα­πε­ί­νω­ση δέν ἤ­θε­λε μέ κα­νέ­να τρό­πο νά ἀ­να­λά­βη. Ἀρ­νιόταν στα­θε­ρά, ἀλ­λά καί οἱ πα­τέ­ρες ἐ­πέ­με­ναν. Τό­τε τοῦ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ εἶ­πε: «Πρέ­πει νά δε­χθῆς, δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος». Ἔ­τσι ἔ­γι­νε Ἡ­γού­με­νος μέ ἐν­το­λή τῆς Πα­να­γί­ας. Κρά­τη­σε ὅ­μως τήν ἁ­πλό­τη­τα καί τήν τα­πεί­νω­ση καί ὡς Ἡ­γού­με­νος γιά 25 χρό­νια.


Πο­τέ του δέν προ­έ­βαλ­λε τόν ἑ­αυ­τό του καί δέν φαι­νό­ταν σάν Ἡ­γού­με­νος, ἀλ­λά προσπαθοῦσε νά εἶ­ναι στήν ἀ­φά­νεια. Ἦ­ταν πρῶ­τος στά δι­α­κο­νή­μα­τα καί θυ­σιά­­στη­κε γιά τό Μο­να­στή­ρι του.


Ἐ­κτός ἀ­πό τά κα­θή­κον­τα τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου ἐ­κτε­λοῦ­σε καί κα­θή­κον­τα γραμ­μα­τέ­α. Δι­ά­βα­ζε τά γράμ­μα­τα καί ἀ­παν­τοῦ­σε. Στήν Βουλ­γα­ρί­α εἶ­χε μά­θει λί­γα Ἑλ­λη­νι­κά, ἀλ­λά στό Μο­να­στή­ρι τά καλ­λι­έρ­γη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὥ­στε νά μπο­ρῆ νά δι­α­βά­ζη, νά γρά­φη στήν κα­θα­ρεύ­ου­σα καί νά συ­νεν­νο­ῆται μέ τούς Ἕλ­λη­νες προ­σκυ­νη­τές καί τούς κρα­τι­κούς ὑ­παλ­λή­λους.



Ὁ ἴ­διος ἔ­κα­νε καί τόν Οἰ­κο­νό­μο. Μό­νος του με­τέ­βαι­νε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη νά ψω­νί­ση γιά τίς ἀ­νάγ­κες τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Πη­γαί­νον­τας στήν ἀ­γο­ρά μέ μία γα­λά­ζια πα­λαι­ά τσάν­τα πο­τέ δέν χρη­σι­μο­ποί­η­σε τα­ξί, ἀλ­λά κου­βα­λοῦ­σε μό­νος του στά χέ­ρια τά ψώ­νια στό Κο­νά­κι. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε, πή­γαι­νε πά­λι μέ τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο στό πρα­κτο­ρεῖ­ο Χαλ­κι­δι­κῆς καί ἀ­πό κεῖ στό Μο­να­στή­ρι μέ ὅ­λα τά πράγ­μα­τά του.


Κα­τά τήν δι­α­μο­νή του στήν πό­λη περ­νοῦ­σε πο­λύ ἁ­πλά καί ἀ­σκη­τι­κά. Πο­τέ δέν πα­ρέ­λει­πε τίς ἀ­κο­λου­θί­ες. Τίς ἔ­κα­νε ὅ­λες μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι, τό Ψαλ­τή­ρι καί ἕ­να προ­σευ­χη­τά­ριο, για­τί δέν ὑ­πῆρ­χαν τά ἀ­πα­ραί­τη­τα βι­βλί­α. Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ἡ ὥ­ρα τῆς ἀκο­λου­θί­ας, κλει­νό­ταν στό δω­μά­τιό του καί προ­σευ­χό­ταν. Ἔ­κα­νε μά­λι­στα πολ­λές με­τά­νοι­ες καί, ἄν κά­ποι­ος χτυ­ποῦ­σε τήν πόρ­τα, δέν ἄ­νοι­γε. Τήν πόρ­τα ὅ­μως δέν τήν κλεί­δω­νε καί, ἂν κά­ποι­ος ἔμ­παι­νε μέ­σα γιά νά τόν ρω­τή­ση κά­τι, ἔ­λε­γε τά ἀ­πα­ραί­τη­τα καί συ­νέ­χι­ζε.


Τό πρωΐ ἔ­κα­νε τόν Ὄρ­θρο καί κα­θυ­στε­ροῦ­σε. Πολ­λές φο­ρές ὁ Ἐ­πί­τρο­πος πού ἦ­ταν μα­ζί του ἔ­χα­νε τήν ὑ­πο­μο­νή του. Χτυ­ποῦ­σε τήν πόρ­τα, γιά νά τε­λει­ώ­ση ὁ Γέ­ρον­τας καί νά προ­λά­βουν τίς δου­λει­ές. Ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας δέν βι­α­ζό­ταν. Ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νά τε­λει­ώ­ση ὅ­λα τά πνευ­μα­τι­κά του κα­θή­κον­τα καί τό­τε ξε­κι­νοῦ­σαν γιά τίς δου­λει­ές τους, χω­ρίς νά πά­ρουν πρω­ϊ­νό.


Ὅ­ταν τό ἀ­πό­γευ­μα ἐ­πέ­στρε­φαν κα­τά­κο­ποι στό κο­νά­κι, μέ­χρι νά μα­γει­ρέ­ψουν κα­νέ­να λά­χα­νο, ὁ Ἐπί­τρο­πος πει­νοῦ­σε καί ἔ­παιρ­νε λί­γο ψω­μί καί κα­νέ­να φροῦ­το. Ὁ Γέ­ρον­τας ὑ­πο­μο­νε­τι­κά ἑ­τοί­μα­ζε τό φα­γη­τό καί ἔ­τρω­γε μό­νο στήν τρά­πε­ζα. Ἐ­κτός τρα­πέ­ζης πο­τέ δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε, οὔ­τε στό Μο­να­στή­ρι οὔ­τε ἐ­κτός.


Σέ Ἑ­στι­α­τό­ρια πο­τέ δέν πή­γαι­νε γιά φα­γη­τό. Ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τό δέν ἁρ­μό­ζει στόν μο­να­χό. Μόνο μία φορά πού ὁ Ἐ­πί­τρο­πος ἐ­πέ­με­νε πολύ, κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ή πῆ­γαν νά φᾶ­νε σ᾿ ἕ­να Ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἀλ­λά, ἐ­νῶ ἔ­τρω­γαν, φαι­νό­ταν ὅ­τι στε­νο­χω­ρι­έ­ται πο­λύ. Ὅ­ταν δέν εἶ­χαν φα­γη­τό στό κο­νά­κι, ἔ­σπα­ζε με­ρι­κά κα­ρύ­δια καί περ­νοῦ­σε τό βρά­δυ.


Κά­πο­τε πῆ­ρε ἀ­πό τήν Τρά­πε­ζα γιά τίς ἀ­νάγ­κες τῆς Μο­νῆς περίπου ἕνα ἑ­κα­τομ­μύ­ριο δραχ­μές. Γιά τήν ἐ­πο­χή ἐ­κε­ί­νη, τό 1986, ἦ­ταν ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα. Φαί­νε­ται ὅ­τι κά­ποι­ος τόν πα­ρα­κο­λού­θη­σε καί μό­λις βγῆ­κε, ἅρ­πα­ξε τήν πα­λαι­ά τσαν­το­ύ­λα του μέ τά χρή­μα­τα καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μέ με­γά­λη τα­χύ­τη­τα πά­νω σέ μη­χα­νή. Ὁ Γέ­ρον­τας πρό­λα­βε μό­νο νά φω­νά­ξη: «Πε­ρί­με­νε, για­τί τά παίρ­νεις; Αὐ­τά εἶ­ναι μο­να­στη­ρια­κά χρή­μα­τα».


Τό βρά­δυ ἀ­νέ­φε­ρε τό γε­γο­νός στόν Ἐ­πί­τρο­πο, ἀλ­λά τό ἔ­λε­γε ἥ­συ­χα, χω­ρίς κα­θό­λου νά εἶ­ναι στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Με­τά κοι­μή­θη­κε ἀ­μέ­σως σάν νά μήν εἶ­χε συμ­βῆ τί­πο­τε. Πι­θα­νῶς εἶ­χε κά­νει πο­λλή προσ­ευ­χή γιά τόν κλέ­φτη.


Ὅ­ταν ἦ­ταν στήν πό­λη, δέν με­τε­ω­ρι­ζό­ταν κοι­τά­ζον­τας τί συμ­βαί­νει γύ­ρω του. Ἦ­ταν προ­σε­κτι­κός. Γι᾿ αὐ­τό κα­τώρ­θω­νε νά δι­α­φυ­λάσ­ση τήν κα­λή του πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση. Καί ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φε στό Μο­να­στή­ρι, ἀ­μέ­σως ἔ­παιρ­νε ἐ­φη­με­ρί­α, για­τί ἦ­ταν λί­γοι οἱ ἱ­ε­ρεῖς. Ἀ­πό τό τα­ξί­δι κου­ρα­σμέ­νος ὅ­πως ἦ­ταν, ἔ­βα­ζε τό πε­τρα­χή­λι καί ἄρ­χι­ζε τόν Ἑ­σπε­ρι­νό. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α δι­α­βά­ζον­τας τό Εὐ­αγ­γέ­λιο πρός τό τέ­λος ἡ φω­νή του ἄλ­λα­ζε ἀ­πό τήν κα­τά­νυ­ξη καί τά μά­τια του γέ­μι­ζαν δά­κρυ­α, ὅ­πως συ­χνά τοῦ συ­νέ­βαι­νε. Ἡ ἔ­ξο­δός του στόν κό­σμο δέν τόν ἀλ­λοί­ω­νε, για­τί εἶ­χε νή­ψη καί ἔ­βγαι­νε ἀ­πό ἀ­νάγ­κη. «Προ­ερ­χό­με­νος ὁ λό­γῳ, οὐ προ­ερ­χό­με­νος»[1].


Κα­τά­νυ­ξη αἰ­σθα­νό­ταν καί ὅ­ταν τήν Κυ­ρια­κή ἑσπέ­ρας δι­ά­βα­ζε τούς Χαι­ρε­τι­σμούς τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου. Ἦ­ταν ἄ­ρι­στος λει­τουρ­γός καί ἤ­ξε­ρε πολ­λές εὐ­χές ἀ­πό στή­θους. Λει­τουρ­γοῦ­σε ἁ­πλά, τα­πει­νά καί μέ συ­να­ί­σθη­ση. Ὅ­ταν δέν λει­τουρ­γοῦ­σε, κα­θό­ταν στόν χο­ρό καί τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ νά δι­α­βά­ζη καί νά ψέλ­νη. Διά­­βα­ζε Ψαλ­τή­ρι, Κα­νό­νες, Ὧ­ρες, ἀρ­γά καί κα­θα­ρά, χω­ρίς νά βι­ά­ζε­ται. Ὅ­ταν στόν ἄλ­λο χο­ρό δέν ὑπῆρ­χε κα­νείς, τό­τε ἀ­γόγ­γυ­στα ἔ­λε­γε ὁ ἴ­διος καί τά τοῦ ἄλ­λου χο­ροῦ. Οὔ­τε πα­ρα­τη­ροῦ­σε τούς μο­να­χούς γιά τίς ἐλ­λεί­ψεις οὔ­τε κα­τέ­κρι­νε κά­ποι­ον, ἀλ­λά πάν­τα ἦ­ταν εἰ­ρη­νι­κός καί σι­ω­πη­λός.


Ἐ­πει­δή τό­τε οἱ πα­τέ­ρες τῆς Μο­νῆς προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό δι­ά­φο­ρα μο­να­στή­ρια τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, δέν τη­ροῦ­σαν αὐ­στη­ρή κοι­νο­βια­κή τά­ξη. Ὁ Γέ­ρον­τας, ὅ­ταν δέν τοῦ τό ζη­τοῦ­σαν, δέν ἐ­πε­νέ­βαι­νε στήν προ­σω­πι­κή τους ζω­ή. Τούς φε­ρό­ταν μέ ἀ­γά­πη μη­τρι­κή, ἀλ­λά γιά δύ­ο πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος. Δέν ἐ­πέ­τρε­πε συ­νο­μι­λί­ες στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί, ἂν δύ­ο πα­τέ­ρες ἦ­ταν μα­λω­μέ­νοι, ἐ­πέ­με­νε πρίν ἀ­πό τόν Ὄρ­θρο νά ἔ­χουν συμ­φι­λι­ω­θῆ.


Ἐ­πιζητοῦσε οἱ ἀ­κο­λου­θί­ες νά γί­νων­ται μέ τά­ξη καί εὐ­λά­βεια, χω­ρίς νά συν­το­μεύ­ων­ται. Κά­πο­τε ἀ­πό λά­θος τοῦ τυ­πι­κά­ρη δέν δι­ά­βα­σαν ἕ­ναν κα­νό­να στήν Θε­ο­τό­κο. Ὁ ἴ­διος ὁ Γέ­ρον­τας πῆ­ρε κά­ποι­ον μο­να­χό ὕ­στε­ρα καί τόν δι­ά­βα­σαν μό­νοι τους στό πα­ρεκ­κλήσι τῆς Πα­να­γί­ας. Ἂν καί νύ­στα­ζε, πο­λε­μοῦ­σε τόν ὕ­πνο καί δι­ά­βα­σαν τόν κα­νό­να.


Πῶς νά μή νυ­στά­ζη ὁ Γέ­ρον­τας πού συ­νε­χῶς ἔ­τρε­χε στά δι­α­κο­νή­μα­τα καί κοι­μό­ταν ἐ­λά­χι­στα ἤ καί κα­θό­λου ὁ­ρι­σμέ­νες νύ­χτες; Συ­χνά συ­νέ­βαι­νε τό ἑ­ξῆς: Ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἔ­παιρ­νε ἐφη­με­ρί­α καί με­τά τόν Ἑ­σπε­ρι­νό πή­γαι­νε μέ­χρι ἀρ­γά τή νύ­χτα νά ζυ­μώ­ση καί νά κά­νη τά πρό­σφο­ρα. Ὕ­στε­ρα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν γιά νά λει­τουρ­γή­ση καί πή­γαι­νε ἀ­μέ­σως στήν Ἐκ­κλη­σί­α, χω­ρίς νά κλεί­ση μά­τι. Φυ­σι­κό λοιπόν ἦταν νά νυ­στά­ζη μέ τό­ση κού­ρα­ση καί χω­ρίς ὕ­πνο.


Κά­πο­τε πού με­τέ­φε­ρε χόρ­τα μέ τό τρα­κτέρ τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος πά­νω στό τι­μό­νι καί ἔπε­σε μέ τό τρα­κτέρ στό πο­τά­μι. Τότε, τοῦ ξα­ναεμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Πα­να­γί­α. Τόν ἔ­σω­σε, χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε, καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν πρέ­πει νά κά­νης ὑ­περ­βο­λές. Ἄν δέν εἶ­χα ἔρ­θει, τί θά πά­θαι­νες!».


Ἄλ­λη φο­ρά με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο πῆ­γε στό Κελ­λί πού ὀ­νο­μά­ζε­ται «Πα­τη­τή­ρια», γιά νά βγά­λη τό ρα­κί. Εἶ­χε ρω­τή­σει μέ τα­πε­ί­νω­ση ὁ Ἡ­γού­με­νος τόν Ἐ­πί­τρο­πο, ἂν θά πάη κά­ποι­ος μο­να­χός μα­ζί τους, ἀλ­λά ὁ Ἐ­πί­τρο­πος ἔκρι­νε κα­λύ­τε­ρα νά μεί­νη ὁ Ἡ­γού­με­νος μέ τούς ἐρ­γά­τες, γιά νά μήν κά­νουν κα­τά­χρη­ση μέ τό ρα­κί. Ξε­νύ­χτη­σε μέ τούς ἐρ­γά­τες. Τό πρωΐ κα­τά τίς 3 ἔ­φε­ρε τό ρα­κί καί τό ἔ­βα­λε στό ὑπό­γει­ο. Ὕ­στε­ρα φό­ρε­σε τό ρά­σο καί τό κου­κού­λι καί πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός τά εἶ­δε αὐ­τά ὅ­ταν πῆ­γε νά χτυ­πή­ση τό τά­λαν­το. Καί ὅ­ταν κά­ποι­ος ἀ­πό τούς πα­τέ­ρες τόν κα­τέ­κρι­νε για­τί νύ­στα­ζε στήν ἀ­κο­λου­θί­α, ὁ Ἡ­γού­με­νος πού ἄ­κου­σε δέν μί­λη­σε, ἀλ­λά μί­λη­σε ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός καί θαύ­μα­σαν τήν τα­πεί­νω­ση καί τήν αὐ­τα­πάρ­νη­ση τοῦ Γέ­ρον­τα.


Ἄλ­λη φο­ρά ἔ­ψα­χνε ὅ­λη τή νύ­χτα νά βρῆ κά­ποι­α ἔγ­γρα­φα στό Ἀρ­χεῖ­ο καί δέν κοι­μή­θη­κε κα­θό­λου. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα πῆ­γε στήν Σι­μω­νό­πε­τρα γιά νά φω­το­τυ­πή­ση τά ἔγ­γρα­φα. Τοῦ πρό­τει­ναν νά λει­τουρ­γή­ση καί προ­ε­τοι­μά­στη­κε, χω­ρίς πά­λι νά κοι­μη­θῆ.


Πρός ὅ­λους ἔ­δει­χνε ἀ­γά­πη, χω­ρίς νά δι­α­κρί­νη ἐθνι­κό­τη­τα, θέ­ση κοι­νω­νι­κή καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α. Ὅσοι τόν γνώ­ρι­σαν ὁ­μο­λο­γοῦν τήν τα­πεί­νω­ση καί τήν ἀ­γά­πη του, ἀ­πό τούς Ἀ­στυ­νο­μι­κούς στό φυ­λά­κιο τῆς Μο­νῆς μέ­χρι Ἀ­ρε­ο­πα­γί­τες ἀ­πό τήν Ἀ­θή­να.


Ὁ κ. Κυ­ρι­ά­κος Κε­σκε­σι­ά­δης πού ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς Ἀστυ­νο­μι­κός στό Ζω­γρά­φου γιά πολ­λά χρό­νια, ἔ­λε­γε: «Ὁ Γέ­ρον­τας πο­τέ του δέν ἀρ­νή­θη­κε καμ­μία ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση στο­ύς Ἀ­στυ­νο­μι­κούς καί στο­ύς ἐρ­γά­τες. Εἴ­χα­με φι­λί­α καί πολ­λές φο­ρές πή­γαι­να στό Ἡ­γου­με­νεῖ­ο. Συ­χνά συ­νέ­βαι­νε, ὅ­ταν μι­λού­σα­με, νά νυ­στά­ζη ἀ­πό τήν κο­ύ­ρα­ση. Πή­γαι­νε καί ἔ­κα­νε ὅ­λες τίς δου­λει­ές. Δέν εἶ­χε βο­η­θούς. Πάν­τα ἦ­ταν μέ τό χα­μό­γε­λο καί πο­τέ δέν θύ­μω­νε.


»Μία φο­ρά συ­νέ­βη τό ἑ­ξῆς: Εἶ­χα βγῆ γιά κυ­νή­γι καί ἤ­μουν μέ­σα στό πο­τά­μι σέ κά­τι βά­τα. Ὅ­ταν νύ­χτω­σε, κά­ποι­α στιγ­μή ἄ­κου­σα νά πλη­σιά­ζη κά­τι κά­νον­τας θό­ρυ­βο καί σπά­ζον­τας τά κλα­διά. Δέν ἦταν γου­ρού­νι, για­τί θά μέ μύ­ρι­ζε. Ἔ­φε­ξα μέ τόν φα­κό, φώ­να­ξα καί ἄ­κου­σα ν᾿ ἀ­νε­βαί­νη πά­νω στόν δρό­μο. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι κά­ποι­ος κλέ­φτης καί ἔ­τρε­ξα πί­σω του. Τε­λι­κά εἶ­δα τόν Γέ­ρον­τα πού προ­σπα­θοῦ­σε νά μπῆ στό αὐ­το­κί­νη­το. Τόν ρώ­τη­σα:


–Για­τί δέν ἀ­πάν­τη­σες;


–Φο­βή­θη­κα, δέν ἤ­ξε­ρα ποι­ός εἶ­ναι.


–Τί ἔ­ψα­χνες ἐ­κεῖ κά­τω; Ρώ­τη­σα πά­λι.


–Ἕ­να χόρ­το γιά νά τό βάλω μέ­σα στά βα­ρέ­λια τοῦ κρα­σιοῦ καί ἐπειδή ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἐ­κεῖ φυ­τρώ­νει».


Ὁ κ. Γε­ώρ­γιος Σι­δη­ρό­που­λος, τε­λω­νεια­κός, ἀνα­φέ­ρει: «Στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὑ­πη­ρέ­τη­σα τό 1977 καί ἀ­πό τό 1987 ἕ­ως τό 1992 στό Ζω­γρά­φου. Πρίν πά­ω μό­νι­μα στό Ζω­γρά­φου, πή­γαι­να γιά προ­σκύ­νη­μα καί ἔ­βλε­πα τόν Γέ­ρον­τα. Τόν γνώ­ρι­σα σάν ἕ­ναν ἀ­λη­θι­νό μο­να­χό, ἄν­θρω­πο τῆς προ­σευ­χῆς. Ἦταν Ἡ­γού­με­νος, ἀλ­λά στήν ὄ­ψη ἦ­ταν σάν ἀ­σκη­τής, ἀ­να­χω­ρη­τής. Ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­λους, καί τούς πα­τέ­ρες καί τούς προ­σκυ­νη­τές καί τούς ἐρ­γά­τες, ἐ­νῶ πολ­λές φο­ρές τούς ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε μό­νος του στήν τρά­πε­ζα καί στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι. Πάν­το­τε φαι­νό­ταν κου­ρα­σμέ­νος, ἀλ­λά πο­τέ δέν ἀρ­νή­θη­κε νά δε­χθῆ κά­ποι­ον γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση ἤ συ­ζή­τη­ση. Εἶ­χε πολ­λή ὑ­πο­μο­νή καί κα­λω­σύ­νη καί πο­τέ δέν πα­ρα­πο­νι­ό­ταν.


»Ὅ­ταν πῆ­γα νά ὑ­πη­ρε­τή­σω στό Ζω­γρά­φου, τό κτί­ριο ὅ­που στε­γα­ζό­ταν τό Τε­λω­νεῖ­ο ἦ­ταν σέ ἄσχη­μη κα­τά­στα­ση. Ὁ Γέ­ρον­τας ἐν­δι­α­φέρ­θη­κε καί μέ ἐν­θάρ­ρυ­νε νά κά­νω ὑ­πο­μο­νή, ἐνῶ συγ­χρό­νως ἔ­στει­λε ἐρ­γά­τες νά κά­νουν τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ορ­θώσε­ις.


»Τόν ἔ­βλε­πα νά δου­λεύ­η παν­τοῦ· στήν Ἐκ­κλησί­α, στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι, στήν τρά­πε­ζα, στόν κῆ­πο. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη ἔ­κα­νε καί τόν ὁ­δη­γό γιά νά με­τα­φέ­ρη προ­σκυ­νη­τές ἤ πα­τέ­ρες.


»Κά­πο­τε πλη­σί­α­ζε ἡ πα­νή­γυ­ρη τῆς Μο­νῆς καί συ­ζη­το­ύ­σα­με γιά τό πῶς θά οἰ­κο­νο­μή­σου­με τά ψά­ρια. Τοῦ πρό­τει­να νά πά­ω ἔ­ξω καί νά ἀ­γο­ρά­σω. Ὁ ἴ­διος ὅ­μως μοῦ πρό­τει­νε νά ρί­ξου­με δί­χτυ­α στήν θά­λασ­σα. Πι­ά­σα­με 80 κι­λά ψά­ρια πού ἔ­φτα­σαν γιά τήν πα­νή­γυ­ρη.


»Ἄλ­λη φο­ρά ἦ­ταν χει­μῶ­νας καί ἔρ­ρι­ξε πά­νω ἀπό ἕ­να μέ­τρο χι­ό­νι. Οἱ προ­σκυ­νη­τές εἶ­χαν ἀ­ποκλει­στῆ καί ἀ­νη­συ­χοῦ­σαν. Ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­πε “θ᾿ ἀ­νοί­ξου­με τό μο­νο­πά­τι”, καί ξε­κί­νη­σε πρῶ­τος· τόν ἀ­κολού­θη­σαν καί ἄλ­λοι καί ἄ­νοι­ξαν τό μο­νο­πά­τι.


»Ὅ­ταν τόν ἐ­πι­σκε­πτό­μουν στό Ἡ­γου­με­νεῖ­ο, διεπίστωσα ὅ­τι, ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά ξε­κου­ρα­στῆ, δέν ξά­πλω­νε, ἀλ­λά κα­θό­ταν σέ κα­ρέ­κλα. Τόν ρώ­τη­σα:


–Για­τί δέν ξα­πλώ­νεις;


–Ὁ μο­να­χός πρέ­πει πάν­τα νά εἶ­ναι ἕ­τοι­μος, σέ ἐγρή­γορ­ση, για­τί δέν ξέ­ρει πό­τε θά τόν κα­λέ­σει ὁ Κύ­ριος, εἴ­τε ἐ­δῶ νά τοῦ ἀ­να­θέ­ση κά­ποι­α δι­α­κο­νί­α εἴ­τε νά τόν πά­ρη κον­τά Του.


»Ὁ Γέ­ρον­τας μοῦ συ­νέ­στη­σε νά ξε­κου­ρά­ζω­μαι καί ἐ­γώ σέ κα­ρέ­κλα, καί προ­σπα­θοῦ­σα νά τόν μι­μοῦ­μαι. Ἐ­πί­σης ὁ Γέ­ρον­τας δέν ἀ­να­παυ­ό­ταν στήν πολ­λή ζέ­στη τόν χει­μῶ­να. Ἔ­λε­γε: “Ἡ ζέ­στη μᾶς κά­νει χα­λα­ρούς καί ἡ κα­λο­πέ­ρα­ση δέν ἁρ­μό­ζει σέ μο­να­χό”.


»Μέ βο­ή­θη­σε νά κα­τα­λά­βω τό νό­η­μα τῆς ζω­ῆς.


Μέ συμ­βού­λευ­ε: “Νά ἀ­γα­πᾶς τόν πλη­σί­ον ὅ­πως τόν ἑ­αυ­τό σου­”. Ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα δι­δά­χθη­κα νά προσ­πα­θῶ νά κά­νω τό κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τό γιά τούς ἀν­θρώ­πους. Ἀπ᾿ αὐ­τόν ἔ­μα­θα τίς βα­σι­κές ἀ­ρε­τές, τήν ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­όν καί τόν πλη­σί­ον.


»Αἰ­σθα­νό­μουν χα­ρά νά εἶ­μαι μα­ζί του. Κά­που-κά­που μοῦ ἔ­κα­νε τήν τι­μή νά ἔρ­χε­ται στό Τε­λω­νεῖ­ο καί νά συ­νο­μι­λῆ μα­ζί μου. Ἦ­ταν πο­λύ τα­πει­νός.


»Οἱ προ­σκυ­νη­τές, ὅ­ταν τόν ἔ­βλε­παν, μοῦ ἔ­λε­γαν: “Αὐ­τός ὁ μο­να­χός πρέ­πει νά εἶ­ναι πο­λύ εὐ­λα­βής καί ἐρ­γα­τι­κός”. Καί ὅ­ταν τούς ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­ναι Ἡ­γού­με­νος, χαί­ρον­ταν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο.


»Ὅ­ταν ἔ­πια­να λί­γα ψά­ρια, ἔ­δι­να καί στόν Γέ­ρον­τα, ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν νά μέ δῆ στό Τε­λω­νεῖ­ο. Δέν ἤθε­λε νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­παιρ­νε μό­νο μι­σό ψα­ρά­κι, γιά νά μήν στε­νο­χω­ρη­θῶ.


»Ὅ­ταν ἔ­με­να μό­νος μου στό Τε­λω­νεῖ­ο στόν Ἀρ­σα­νᾶ, δέν φο­βό­μουν για­τί ἔ­λε­γα: “Ἔ­χω τόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο πού μέ φυ­λά­ει, καί τόν Γέ­ρον­τα πού προσ­εύ­χε­ται γιά μέ­να”. Μέ­χρι σή­με­ρα, ὅ­ταν τόν θυ­μοῦ­μαι, αἰ­σθά­νο­μαι με­γά­λη χα­ρά».


Κά­ποι­ος ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νος Ἁ­γι­ο­ρεί­της ἐ­ξέ­φρα­σε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του νά μή βγῆ πο­τέ ἀ­πό τό Ὄ­ρος, καί προ­σευ­χό­ταν γι᾿ αὐ­τό στήν Πα­να­γί­α. Ὅ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας τό ἔ­μα­θε, εἶ­πε: «Αὐ­τό εἶ­ναι τό πρῶ­το πρᾶγ­μα πού πρέ­πει νά ζη­τή­ση ὁ κα­λός μο­να­χός ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α. Ὅ­σες φο­ρές ὁ μο­να­χός βγαί­νει ἔ­ξω στόν κό­σμο, χά­νει ἀ­πό τόν μι­σθό του».


Ὁ κα­τά σάρ­κα πα­τέ­ρας τοῦ π. Μάρ­κου ἀ­πό τήν Κων­στα­μο­νί­του ἦ­ταν πα­ρών κά­πο­τε στόν Ἀρ­σα­νᾶ ὅπου ἕ­νας λα­ϊ­κός ἀ­πό τήν Χαλ­κι­δι­κή γιά ἄγνω­στο λό­γο ἄρ­χι­σε νά βρί­ζη τόν Γέ­ρον­τα μέ ἄπρε­πα λό­για. Ὁ τα­πει­νός Γέ­ρον­τας κα­τέ­βα­σε τό κε­φά­λι του καί δέν εἶ­πε τί­πο­τε. Στήν θέ­ση πού στε­κό­ταν ὁ λα­ϊκός ὑ­πῆρ­χε μία πα­λαι­ά πέ­τρι­νη γέ­φυ­ρα. Με­τά ἀ­πό μία ἑ­βδο­μά­δα ὁ ἴ­διος λα­ϊ­κός βρι­σκό­ταν πά­λι σ᾿ αὐ­τή τήν θέ­ση κά­τω ἀ­πό τήν γέ­φυ­ρα. Ξαφ­νι­κά χω­ρίς καμ­μία φανερή αἰ­τί­α ἡ γέ­φυ­ρα σω­ρι­ά­στη­κε καί ὁ ἄν­θρω­πος πέ­θα­νε κά­τω ἀ­πό τίς πέ­τρες.


Μαρ­τυ­ρί­α Ἁ­γι­ο­ρε­ί­του:


«Ὁ γέ­ρον­τας Εὐ­θύ­μιος ἦ­ταν σε­μνός, σο­βα­ρός, καί ταυ­τό­χρο­να μει­λί­χιος, χα­ρού­με­νος, ἐρ­γα­τι­κός καί φι­λα­κό­λου­θος. Ἐμ­φο­ρεῖ­το ἀ­πό φό­βο Θε­οῦ καί ἀ­πό βα­θειά συ­να­ί­σθη­ση τῆς μο­να­χι­κῆς του ἰ­δι­ό­τη­τος καί τῆς δι­α­κο­νί­ας του στό Μο­να­στή­ρι.


»Παρ᾿ ὅ­λο πού ἦ­ταν προ­ση­νής καί ζοῦ­σε σάν ἁ­πλός μο­να­χός καί δέν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τίς τι­μές τοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τός του ὡς Ἡ­γού­με­νος, ἐν το­ύ­τοις δέν μπο­ροῦ­σες νά χά­σης τόν σε­βα­σμό καί τό ἀ­παρ­ρη­σί­α­στο, δι­ό­τι ἦ­ταν πνευ­μα­τι­κός μο­να­χός πού μέ­λη­μά του ἦ­ταν ἡ ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή. Ἔ­νι­ω­θες ὅ­τι βι­ώ­νει κα­τα­στά­σεις πνευ­μα­τι­κές.


»Πάν­τα ζοῦ­σε μέ τήν ἀ­γω­νί­α γιά τό Μο­να­στή­ρι του πού ἔ­πα­σχε ἀ­πό λει­ψαν­δρί­α καί εἶ­χε πολ­λά κτι­ρια­κά προ­βλή­μα­τα. Κα­τά­φε­ρε ὅ­μως πα­ρά τίς δυ­σκο­λί­ες νά κρα­τή­ση τό Μο­να­στή­ρι, δι­ό­τι εἶ­χε πί­στη στόν Θε­ό, ἀ­γά­πη στόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο καί φρόν­τι­ζε ὅ­σο μπο­ροῦ­σε γιά τά ὑ­λι­κά καί τά πνευ­μα­τι­κά».


Ὅ­σες φο­ρές κά­ποι­ος δύ­στρο­πος μο­να­χός τοῦ φε­ρό­ταν ὑ­βρι­στι­κά ἀ­πο­κα­λών­τας τον «ψο­φί­μι», ὁ Γέ­ρον­τας δέν μι­λοῦ­σε κα­θό­λου. Ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τός ὁ μο­να­χός εἶ­χε πολ­λούς πει­ρα­σμούς καί τε­λι­κά ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι. Ἦταν τα­μί­ας, καί ὅ­ταν πα­ρέ­δω­σε τό τα­μεῖ­ο, βρῆ­καν ἐλ­λεί­ψεις. Με­ρι­κοί πρό­τει­ναν νά τόν δι­κά­σουν, ἀλ­λά ὁ ἀ­νε­ξί­κα­κος Γέ­ρον­τας πῆ­ρε τό μέ­ρος του: «Δέν εἶ­ναι σω­στό, εἴ­μα­στε μο­να­χοί», εἶ­πε.


Ὁ Ἡ­γού­με­νος Εὐ­θύ­μιος ἦ­ταν ἄν­θρω­πος εὐ­λαβής, μέ ἐ­σω­τε­ρι­κή κρυ­φή ἐρ­γα­σί­α καί ἀ­γα­ποῦ­σε τήν προ­σευ­χή. Ἔ­λε­γε πάν­το­τε τήν εὐ­χή καί δι­ά­βα­ζε τά βι­βλί­α τῶν νη­πτι­κῶν πα­τέ­ρων, ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ τοῦ Σύ­ρου καί τόν Βίο καί τά ἔρ­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Πα­ϊ­σί­ου Βε­λι­τσκόφ­σκυ. Ἔ­λε­γε σέ ὑ­πο­ψή­φιο μο­να­χό ὅ­τι τό βι­βλί­ο εἶ­ναι σάν κα­θρέ­φτης, για­τί μέ αὐ­τό βλέ­πεις τόν ἑ­αυ­τό σου, τήν κα­τά­στα­σή σου.


Δέν ἔ­λει­πε ἀ­πό τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί πα­ρά τίς πολ­λές του ὑ­πο­χρε­ώ­σεις εὕ­ρι­σκε τόν χρό­νο νά κά­νη τά πνευ­μα­τι­κά του κα­θή­κον­τα.


Κά­πο­τε νο­ση­λευ­ό­ταν στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, για­τί ἔπε­σε ἀ­πό μία λω­τιά. Ἐ­κεῖ δέν ἄ­φη­νε τά πνευ­μα­τι­κά του καί προ­σπα­θοῦ­σε νά τά τε­λει­ώ­νη, πρίν ξυ­πνή­σουν οἱ ἄλ­λοι ἀ­σθε­νεῖς τοῦ θα­λά­μου του. Κα­θή­με­νος στό κρεβ­βά­τι ἔ­λε­γε κά­πως γρή­γο­ρα τήν εὐ­χή. Τό­τε τοῦ ἐμ­φα­νί­στη­κε γιά τρί­τη φο­ρά ἡ Πα­να­γί­α. Τήν εἶ­δε κα­θα­ρά, ἐ­νῶ ἀ­πό εὐ­λά­βεια καί συ­στο­λή δέν τόλ­μη­σε νά ση­κώ­ση τά μά­τια του γιά νά τήν ξα­να­κοι­τά­ξη. Ἄ­κου­σε νά τοῦ λέ­η νά μή βι­ά­ζε­ται ὅ­ταν προ­σεύ­χε­ται.


Αὐ­τό τό γε­γο­νός ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά τό δι­η­γη­θῆ σέ κά­ποι­ον ἱ­ε­ρο­μό­να­χο πού τώ­ρα εἶ­ναι Μη­τρο­πο­λί­της στήν Βουλ­γα­ρί­α, για­τί κά­πο­τε ἔ­κα­ναν ἀ­κολου­θί­α στό Κο­νά­κι στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί ὁ τό­τε ἱ­ε­ρο­μό­να­χος δι­ά­βα­ζε γρή­γο­ρα γιά νά προ­λά­βουν τίς δου­λει­ές.


Ὁ γέ­ρον­τας Εὐ­θύ­μιος ἀ­γα­ποῦ­σε τίς ὁ­λο­νύ­κτι­ες ἀ­γρυ­πνί­ες καί συμ­με­τεῖ­χε μέ χα­ρά. Ἔ­ψελ­νε πο­λύ γλυ­κά καί μέ εὐ­λά­βεια, ἂν καί δέν ἤ­ξε­ρε πολ­λά μου­σι­κά. Συ­χνά, ὅ­ταν ἔ­ψελ­νε κά­ποι­ο τρο­πά­ριο, τόν ἔπνι­γε ἡ κα­τά­νυ­ξη καί ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νά τό τε­λει­ώ­ση.


Ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κός ἡ­συ­χα­στής, ἂν καί ὅ­λη μέ­ρα δέν στα­μα­τοῦ­σε νά ἐρ­γά­ζε­ται παν­τοῦ. Κά­ποι­ος μο­να­χός τοῦ πρό­τει­νε ν᾿ ἀ­φή­σουν τό Μο­να­στή­ρι καί νά ἡ­συ­χά­σουν στόν Ἀρ­σα­νᾶ. Ὁ Γέ­ρον­τας πού ζοῦ­σε στήν καρ­διά του τήν ἡ­συ­χα­στι­κή ζω­ή, δέν δέ­χθη­κε, ἂν καί τό ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε: «Κα­λή εἶ­ναι ἡ ἡ­συ­χί­α, ἀλ­λά δέν μπο­ρῶ νά ἀ­φή­σω τό Μο­να­στή­ρι», εἶ­πε.


Ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κός Ἡ­γού­με­νος καί ἐ­φάρ­μο­σε πλή­ρως καί κα­τά γράμ­μα τό ρη­τό: «Καί ὁ ἡ­γού­με­νος ἔ­στω ὡς ὁ δι­α­κο­νῶν». Ἔ­κα­νε ὅ­λες τίς δου­λει­ές, σάν νά ἦ­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἐρ­γά­της. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α φο­ροῦ­σε ἕ­να πα­λαι­ό ζω­στι­κό κον­τό, καί πή­γαι­νε νά κα­θα­ρί­ση τόν δρό­μο πρός τίς μάν­νες τοῦ νε­ροῦ, ἤ ἔ­φτια­χνε τίς βλά­βες στόν ἀ­γω­γό τοῦ νε­ροῦ. Κά­πο­τε πού εἶ­χε μία σο­βα­ρή βλά­βη πῆ­γαν πολ­λοί, καί ἐ­πει­δή δέν τελείωνε ἡ δουλειά, οἱ ἄλ­λοι κου­ρά­στη­καν καί ἔ­φυ­γαν. Τε­λι­κά ἔ­με­ινε ὁ Γέ­ρον­τας μέ τόν Ἐ­πί­τρο­πο καί ἔ­σκα­ψαν γιά νά βροῦν τήν βλά­βη. Καί ἐ­νῶ εἶ­χε νυ­χτώ­σει, ὁ Γέ­ρον­τας συ­νέ­δε­σε μέ πολ­λή τέ­χνη τούς σω­λῆ­νες καί γύ­ρι­σε στό Μο­να­στή­ρι στή μία με­τά τά με­σά­νυ­χτα. Ὁ ἀ­γω­γός δου­λεύ­ει μέ­χρι σή­με­ρα.


Ὁ ἴ­διος διόρθωνε τίς σκε­πές, μά­ζευ­ε τά κα­ρύ­δια καί τά ἄλ­λα φροῦ­τα καί ἀ­νέ­βαι­νε στά δέν­δρα ὥς τήν κοί­μη­σή του. Ἦ­ταν μάγ­κι­πας καί προ­σφο­ρά­ρης. Ἔ­κα­νε τό κρα­σί καί ἔ­βγα­ζε τό ρα­κί τίς νύ­χτες, μό­νος του ἤ μέ ἕ­ναν λα­ϊκό ἐρ­γά­τη· μέ τόν Μῆ­τσο τόν μάγειρα κου­βα­λοῦ­σε ζε­στό νε­ρό γιά νά μήν ἐ­νο­χλῆ ἄλ­λους.


Ὅ­ταν κά­ποι­ος μο­να­χός ἦρ­θε ἀ­πό τήν Βουλ­γα­ρί­α γιά νά μο­νά­ση στό Ζω­γρά­φου, ὁ Γέ­ρον­τας κα­τέ­βη­κε μέ τά μου­λά­ρια στόν Ἀρ­σα­νᾶ, γιά νά τόν πε­ρι­μέ­νη. Τόν δέ­χθη­κε μέ ἀ­γά­πη καί ἐγ­καρ­δι­ό­τη­τα, τοῦ φί­λη­σε τό χέ­ρι καί τόν ἀ­σπά­στη­κε. Μα­ζί πῆ­γαν στίς Κα­ρυ­ές γιά νά τα­κτο­ποι­ή­σουν τά χαρ­τιά, ἐ­νῶ στό Κο­νά­κι ὁ Γέ­ρον­τας μα­γεί­ρε­ψε φα­σό­λια καί τοῦ πα­ρέ­θε­σε τρά­πε­ζα.


Παρ᾿ ὅ­λα αὐ­τά με­ρι­κοί τόν κα­τη­γο­ροῦ­σαν ὅ­τι δέν κά­νει ἔρ­γα στό Μο­να­στή­ρι. Ἀλ­λά τό­τε ἦ­ταν δύ­σκο­λη ἡ κα­τά­στα­ση. Ἄν καί ἤ­θε­λε, δέν μπο­ροῦ­σε νά κά­νη πολ­λά πράγ­μα­τα, δι­ό­τι ἔ­λει­παν τά χρή­μα­τα καί ἡ Μο­νή ἔ­πα­σχε ἀ­πό λει­ψαν­δρί­α.


Προ­σπα­θοῦ­σε νά βο­η­θή­ση τό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά ἡ καρ­διά του δέν κολ­λοῦ­σε σέ τί­πο­τε ὑ­λι­κό. Εἶ­πε σέ νέ­ο μο­να­χό πού τοῦ πρό­τει­νε κά­ποι­α σχέ­δια γιά τήν ὑ­λι­κή ἄ­νο­δο τῆς Μο­νῆς: «Κα­λά εἶ­ναι αὐ­τά (οἱ οἰ­κο­δο­μές κ.λπ.), ἀλ­λά νά μήν κολ­λᾶ­με ἐ­κεῖ ὑ­περβολι­κά».


Ἦ­ταν ἀ­σκη­τι­κός. Ἐνῶ κου­ρα­ζό­ταν τό­σο πο­λύ, ἔ­τρω­γε λί­γο. Ἤ­θε­λε τό φα­γη­τό νά εἶ­ναι ἁ­πλά μα­γει­ρε­μέ­νο. Ὅ­ταν ὁ Ἐ­πί­τρο­πος πρό­τει­νε νά βά­λουν καί ἄλ­λα πράγ­μα­τα συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά, ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­λε­γε: «Δέν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη. Ἔ­χο­με στήν τρά­πε­ζα ἀρ­κε­τά πράγ­μα­τα. Εἴ­μα­στε μο­να­χοί. Πρέ­πει νά τρῶ­με πιό ἁ­πλά καί λί­γα πράγ­μα­τα». Ἀλ­λά ἐ­πέ­με­νε πά­ντο­τε νά ὑ­πάρ­χη ἀρ­κε­τό ψω­μί. Ἂν τοῦ πρό­τει­ναν νά φά­η κά­τι, ἔ­στω καί ἐ­λά­χι­στο, με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο, δέν δε­χό­ταν.


Πο­τέ του δέν κα­τέ­κρι­νε κα­νέ­ναν. Κα­κός λό­γος δέν ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα του. Εἶ­χε λε­πτό­τη­τα, ἀρ­χον­τιά, καί δέν μι­λοῦ­σε πε­ρι­φρο­νη­τι­κά γιά κα­νέ­ναν.


Ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες τῆς Μο­νῆς εἶ­χαν πά­ει τοὐ­λά­χι­στον μία φο­ρά στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ὁ Γέ­ρον­τας δέν πῆ­γε πο­τέ. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο χρό­νο τῆς ζω­ῆς του εἶ­πε σέ κά­ποι­ον: «Κά­θε θεί­α Λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι σάν νά πᾶς στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα».


Ἀ­γα­ποῦ­σε ἐξ ἴ­σου ὅ­λους. Αὐ­τό τό ὁ­μο­λο­γοῦν Βο­ύλ­γα­ροι, Ἕλ­λη­νες, Ρῶσ­σοι καί ὅ­σοι τόν γνώ­ρι­σαν. Ἀ­γα­ποῦ­σε θερ­μά τήν Πα­τρί­δα του, ἀλ­λά μέ πνευ­μα­τι­κό τρό­πο, χω­ρίς ἐ­θνι­κι­σμό.


Τό­τε πού στήν Βουλ­γα­ρί­α ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἡ ἀ­θε­ΐ­α τῶν κομ­μου­νι­στῶν, ὁ Γέ­ρον­τας μέ πρω­το­βου­λί­α δι­κή του ἐ­ξέ­δω­σε πνευ­μα­τι­κά βι­βλί­α καί τά ἔ­στελ­νε στήν Βουλ­γα­ρί­α γιά νά στη­ρί­ξουν τούς πι­στο­ύς. Ἂν καί τό Μο­να­στή­ρι δέν εἶ­χε πολ­λά ἔ­σο­δα, δα­πά­νη­σε γι᾿ αὐ­τό τό σκο­πό τρι­άμι­σι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια δραχ­μές.


Ὁ ἴ­διος ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀ­κτή­μων. Γιά ἕ­να δι­ά­στη­μα ἔ­στελ­ναν ἀ­πό τήν Σύνοδο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Βουλ­γα­ρί­ας μία χρη­μα­τι­κή βο­ή­θεια στόν κά­θε μο­να­χό. Ὁ Γέ­ρον­τας πο­τέ δέν ἄγ­γι­ξε αὐ­τά τά χρή­μα­τα. Τά ἔ­βα­ζε σέ μία γω­νιά καί με­τά ἔ­λε­γε στόν Ἐ­πί­τρο­πο νά τά πά­ρη καί νά τά βά­λη στήν Ἐκ­κλη­σί­α.


Πάν­το­τε φο­ροῦ­σε πα­λαι­ά. Κά­πο­τε ἀ­γό­ρα­σε ἕνα κον­τό ζε­στό γιά τόν χει­μῶ­να. Ἕ­νας μο­να­χός τόν ρώ­τη­σε για­τί δέν ἀ­γό­ρα­σε καί γι᾿ αὐ­τόν. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα τοῦ τό ἔ­δω­σε καί αὐ­τός ἔ­βα­λε πά­λι τό πα­λαι­ό κον­τό του. Ἔ­πλε­νε τά ροῦ­χα μό­νος του μέ τά χέ­ρια μέ κρύ­ο νε­ρό ἀ­κό­μη καί τόν χει­μῶ­να.


Ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε καί εὐ­λα­βεῖ­το πο­λύ τήν Πα­να­γί­α. Ἔ­λε­γε πολ­λές φο­ρές μέ κα­τά­νυ­ξη, πώς αὐ­τή μό­νη της ἀ­νέ­βη­κε τά σκα­λο­πά­τια τοῦ να­οῦ, ὅ­ταν ἦταν τρι­ῶν χρό­νων.


Ἂν καί εἶ­χε πολ­λά τά­λαν­τα καί πολ­λές γνώ­σεις, πο­τέ δέν καυ­χι­ό­ταν, ἀλ­λά ἀν­τι­θέ­τως, ὅ­ταν ἔ­κα­νε κά­ποι­α ἐρ­γα­σί­α, πάν­το­τε ρω­τοῦ­σε κά­ποι­ον ἄλ­λον πῶς νά τήν κά­νη, γιά νά μήν κά­νη τό θέ­λη­μά του. Στήν Γε­ρον­τι­κή Σύναξη ἔ­λε­γε τήν γνώ­μη του, ἀλ­λά δέν προ­σπα­θοῦ­σε νά τήν ἐ­πι­βά­λη. Σι­ω­πη­λά προ­σευ­χό­ταν καί με­τά ἀ­πό συ­ζη­τή­σεις γι­νό­ταν αὐ­τό πού ἤ­θε­λε ὁ Γέ­ρον­τας.


Γιά ἄ­σκη­ση, σπά­νια ἄ­να­βε σόμ­πα. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε καμ­μία φο­ρά νά ζε­στα­θῆ καί ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νη, πή­γαι­νε στό μα­γει­ρεῖ­ο καί κα­θό­ταν δί­πλα στήν σόμ­πα. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή πάν­τα τοῦ ἔ­λει­πε ὕ­πνος, ἀ­μέ­σως ἀ­πο­κοι­μό­ταν. Ὁ Μῆ­τσος ὁ λαϊκός μάγειρας ἀ­πό σε­βα­σμό στε­κό­ταν δί­πλα του, γιά νά τόν φυ­λά­η μήν πέ­ση ἀ­πό τήν κα­ρέ­κλα. Ἀλ­λά καί αὐ­τός νύ­στα­ζε καί κοι­μό­ταν ὄρ­θιος.


Πο­τέ του δέν ξά­πλω­σε σέ κρεβ­βά­τι γιά νά ἀ­να­παυ­θῆ. Κα­θόταν σέ μία κα­ρέ­κλα ἤ σ᾿ ἕ­ναν κα­να­πέ διότι ἤθε­λε σάν τόν στρα­τι­ώ­τη νά εἶ­ναι πάν­τα ἕ­τοι­μος. Ἔ­τσι τόν βρῆ­καν οἱ πα­τέ­ρες, κα­θι­σμέ­νον στόν κα­να­πέ, με­τά ἀ­πό τήν ἀ­γρυ­πνί­α τῶν Εἰ­σο­δί­ων, στίς 21–11–1994, ἐ­νῶ ἡ κα­θα­ρή ψυ­χή του εἶ­χε πε­τά­ξει στο­ύς οὐ­ρα­νούς κον­τά στόν Χρι­στό πού ἀγά­πη­σε ἀ­πό μι­κρός καί δι­η­κό­νη­σε ποι­κι­λο­τρό­πως σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή.


Οἱ πα­τέ­ρες πα­ρα­τή­ρη­σαν πά­νω στό κρεβ­βά­τι του ἕ­να πα­χύ στρῶ­μα σκό­νης καί ἀ­ρά­χνες.


Σ᾿ αὐ­τή τήν ζω­ή ὁ γέ­ρον­τας Εὐ­θύ­μιος δέν χόρ­τα­σε τόν ὕ­πνο, δέν ξε­κου­ρά­στη­κε σάν ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά τώ­ρα ὁ Κύ­ριος, ὁ δί­και­ος Κρι­τής, ἂς τόν ἀ­ναπαύ­ση ἐν τῇ ἀ­γή­ρῳ μα­κα­ρι­ό­τη­τι.


Ὅ­σοι τόν γνώ­ρι­σαν, τόν θυ­μοῦν­ται μέ συγ­κί­νη­ση ὡς ἅ­γιο ἄν­θρω­πο.


Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με. Ἀ­μήν.
1. Κλῖμαξ ΚΖ’ (Α΄), δ’.

2 σχόλια:

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.