Τὶς τελευταῖες ἡμέρες δημιουργήθηκε ἔντονος δημόσιος θόρυβος γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀποδοχῶν τῶν Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας μας. Παρακολούθησα μὲ προσοχὴ ὅσα γράφτηκαν καὶ εἰπώθηκαν, ἄκουσα τὴν ἀπογοήτευση πολλῶν ἀδελφῶν μας, εἶδα τὴν εὔλογη δυσφορία μιᾶς κοινωνίας ποὺ δοκιμάζεται οἰκονομικά, ἀλλὰ καὶ τὶς ὑπερβολές, τὶς ἀπλουστεύσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις ποὺ καλλιεργήθηκαν γύρω ἀπὸ ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο, ὅσο κι ἂν φαίνεται ἀσήμαντο μπροστὰ στὰ μεγάλα θέματα ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ πατρίδα μας, σχετίζεται μὲ τὸ πῶς ἀντιλαμβανόμαστε τὴν Ἐκκλησία, πῶς βλέπουμε τὸν ἐπίσκοπο, πῶς κατανοοῦμε τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ πῶς ὀφείλουμε ὅλοι, ἰδίως ὅσοι ἔχουμε δημόσια εὐθύνη, νὰ στεκόμαστε ἀπέναντι στὸν λαὸ ποὺ ὑποφέρει.
Ὡς Μητροπολίτης, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ καταθέσω μὲ ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνεια μερικὲς σκέψεις. Δὲν τὸ κάνω γιὰ νὰ δικαιολογήσω τίποτε, γιατί ξέρω ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ ἐπισκόπου δὲν μπορεῖ νὰ θεμελιώνεται σὲ μισθολογικὲς ἀπαιτήσεις... οὔτε ὅτι ἡ ἀποστολή του μπορεῖ νὰ μετρηθεῖ μὲ τὸ ὕψος τοῦ μισθοῦ του. Τὸ κάνω γιατί σὲ κάθε ζήτημα ποὺ ἀγγίζει τὴν κοινωνία μας, καὶ ἰδίως ὅταν ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ δημόσιου λόγου, ὀφείλουμε νὰ μιλοῦμε καθαρά, χωρὶς θυμό, χωρὶς φόβο, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ κρύβουμε τὴν ἀλήθεια.
Ἡ νομοθετικὴ ἀναφορὰ στὸ ζήτημα αὐτὸ βασίζεται στὸ ἄρθρο 145 τοῦ ν. 4472/2017, στὴν προσθήκη τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ ν. 5128/2024 καὶ στὴ νεότερη κατατεθεῖσα ρύθμιση τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ σχεδίου νόμου, ἡ ὁποία τροποποιεῖ ἐκ νέου τὸ ἄρθρο 145 περὶ ἀποδοχῶν τῶν Ἀρχιερέων. Σύμφωνα μὲ τὴ ρύθμιση αὐτή, οἱ συνολικὲς μηνιαῖες ἀποδοχὲς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν Τιτουλαρίων Μητροπολιτῶν συνδέονται μὲ ποσοστὸ 90% τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου ἀποδοχῶν ποὺ προβλέπεται γιὰ τὸν Γενικὸ Γραμματέα Ὑπουργείου, ἐνῶ γιὰ τοὺς Τιτουλαρίους καὶ Βοηθοὺς Ἐπισκόπους προβλέπεται ποσοστὸ 70% τῶν ἀντιστοίχων ἀποδοχῶν. Τὸ σημειώνω αὐτὸ ὄχι γιὰ νὰ μειώσω τὴ σημασία τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπάρχει σαφήνεια, καθὼς ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ νομοθετικὴ διάταξη καὶ ἄλλο ἡ ἐντύπωση ποὺ δημιουργεῖται ὅταν προβάλλεται μόνο ἕνας ἀριθμός, ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ θεσμικὸ του πλαίσιο.
Ἀρχικῶς, θέλω νὰ πῶ ὅτι ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν Ἀρχιερέων, τοὐλάχιστον ἐπισήμως, δὲν ὑπῆρξε κατὰ τὴ γνώμη μου κάποιο αἴτημα ποὺ νὰ ἐκφράστηκε ὡς παράπονο γιὰ τὸ ὕψος τῆς ἀποζημιώσεώς μας. Ὁ ἐπίσκοπος δὲν ὑπάρχει στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ διεκδικεῖ προσωπικὲς ἀπολαβές, ἀλλὰ γιὰ νὰ διακονεῖ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ λειτουργεῖ, νὰ διδάσκει, νὰ παρηγορεῖ, νὰ στηρίζει, νὰ ἑνώνει, νὰ σηκώνει μαζί μὲ τοὺς ἀνθρώπους του τὸ βάρος τῆς ζωῆς.
Ἡ φιλανθρωπία, τὰ ἱδρύματα, οἱ κοινωνικὲς δράσεις, οἱ κατασκηνώσεις, τὰ συσσίτια, οἱ παιδικοὶ σταθμοί, ἡ μέριμνα γιὰ τὸν ἄρρωστο, τὸν νέο, τὸν πενθοῦντα, τὸν οἰκογενειάρχη, τὸν ἄνεργο, ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ξένο ἔργο πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι καρποὶ τῆς πίστεως. Ὅμως τὸ ἐπίκεντρο τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας δὲν εἶναι ἡ κοινωνικὴ δραστηριότητα ὡς αὐτοσκοπός, ἀλλὰ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ συνάντησή του μὲ τὸν Κύριό μας, ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς του, ἡ ἐμπειρία ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνος.
Δεύτερον, τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν κληρικῶν καὶ τῶν Ἀρχιερέων δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζεται ἀποκομμένο ἀπὸ τὴ συνολικότερη σχέση Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει τὴ δική της πνευματικὴ αὐτοσυνειδησία, τὸ δικό της κανονικὸ ἦθος καὶ τὴ δική της εὐθύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ λαοῦ μας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, μέσα στὴ Σύνοδο ἐξέφρασα καὶ προσωπικὰ τὴ σκέψη, τὴν ὁποία ἐπαναλαμβάνω καὶ δημοσίως, ὅτι ἴσως ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσουμε σοβαρὰ τὴν πλήρη παραίτησή μας ἀπὸ τὸ μισθολόγιο τοῦ κράτους. Δὲν τὸ λέω ὡς εὔκολη ἐντύπωση οὔτε ὡς κίνηση ἐντυπωσιασμοῦ. Τὸ λέω γιατί θεωρῶ πὼς ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ κάθε οἰκονομικὴ διευθέτηση.
Μέχρι τὸ 1986 οἱ Ἀρχιερεῖς ἐλάμβαναν τὴν ἀποζημίωσή τους ἀπὸ τὸν τότε ΟΔΕΠ, ὅπως καὶ οἱ ἱεροκήρυκες. Θὰ μποροῦσε, λοιπόν, νὰ ἀναζητηθεῖ ἕνας ἄλλος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἀποζημίωση ποὺ σήμερα δίδεται στοὺς Ἀρχιερεῖς νὰ κατευθυνθεῖ ὡς ἐνίσχυση στοὺς ἱερεῖς μας, ἰδίως σὲ ἐκείνους ποὺ σηκώνουν καθημερινὰ τὸ βάρος μικρῶν, φτωχῶν καὶ ἀπομακρυσμένων ἐνοριῶν. Ἐμᾶς μπορεῖ νὰ μᾶς φροντίσει ἡ Ἐκκλησία, τὰ πνευματικὰ μας παιδιά, ὅταν γνωρίζουν ὅτι ὁ ἐπίσκοπός τους ζεῖ ἄμισθος.
Τρίτον, ἐπειδὴ ἡ συζήτηση ἔγινε μὲ τρόπο ποὺ ἔμοιαζε νὰ καλεῖ τοὺς Ἀρχιερεῖς σὲ ἀπολογία, ἂς καταστεῖ σαφὲς ὅτι κανείς μέχρι σήμερα δὲν ρώτησε τί γίνεται μὲ τὰ χρήματα ποὺ λαμβάνει ἕνας ἐπίσκοπος. Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς θὰ δώσει λόγο πρῶτα στὸν Θεὸ καὶ στὴ συνείδησή του, ἔπειτα στὸν λαό του. Σὲ κάθε Μητρόπολη ὑπάρχουν ἀνάγκες ποὺ δὲν φαίνονται. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα, νέοι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ σπουδάσουν, οἰκογένειες ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πληρώσουν τὸ ἐνοίκιό τους, ἡλικιωμένοι ποὺ ζοῦν μόνοι, ἀσθενεῖς ποὺ χρειάζονται φροντίδα, παιδιά ποὺ χρειάζονται στήριξη.
Οἱ Μητροπόλεις δὲν εἶναι μόνο γραφεῖα διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ καθημερινὰ καταφύγια ἀνθρωπίνου πόνου, καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος χτυπᾷ τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ἀνάγκες του.
Στὴν Ἱερὰ Μητρόπολή μας, γιὰ παράδειγμα, πρὶν ἀπὸ περίπου ἕναν χρόνο ἀρχίσαμε μελέτη γιὰ τὴν κατασκευὴ περίπου 80 studios γιὰ φοιτητὲς καὶ περίπου 20 μικρῶν δίχωρων διαμερισμάτων γιὰ ἐκπαιδευτικοὺς καὶ δημοσίους ὑπαλλήλους ποὺ ἔρχονται στὴν Κέρκυρα καὶ δὲν βρίσκουν κατοικία ἢ δὲν μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὸ ὑψηλὸ της κόστος. Ἡ μελέτη αὐτή, κόστους 615.000 εὐρώ, βρίσκεται πρὸς τὸ τέλος της καὶ ἀναμένουμε τὶς σχετικὲς ἄδειες, ὥστε νὰ προχωρήσουμε.
Τὸ Ἵδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Ἡ ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ» τῆς Μητροπόλεώς μας λειτουργεῖ ἐπὶ 25 χρόνια καὶ φιλοξενεῖ περίπου 65 ἕως 70 τροφίμους. Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ χρειάζεται δαπάνες ἀνακαινίσεως, ἀλλὰ ποιὸς θὰ προσφέρει τὰ ποσὰ ποὺ ἀπαιτοῦνται; Οἱ ἐνορίες μας, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, δὲν ἔχουν ἔσοδα ἱκανὰ οὔτε γιὰ νὰ συντηρήσουν τοὺς ναούς τους. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐκκλησιάζονται σκέπτονται ἀκόμη καὶ τὰ πενήντα λεπτά γιὰ τὸ κερί τους, ὄχι ἀπὸ ἀδιαφορία, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἐποχὲς εἶναι σκληρές. Ἡ φορολογία, ὁ ἠλεκτρισμός, ἡ συντήρηση τῶν ναῶν, οἱ καθημερινὲς ἀνάγκες ἔχουν γίνει δυσβάστακτες. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ κριτικὴ χρειάζεται μέτρο, προκειμένου νὰ μὴ μετατρέπει τὴν ἀλήθεια σὲ σκανδαλισμό.
Ἄκουσα καὶ τὴν πρόταση ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ Ἀρχιερέως γιὰ τὴ δημιουργία κατοικιῶν. Τὴν ἐκτιμῶ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι χρειαζόταν μία δημόσια συζήτηση γιὰ νὰ ἀρχίσει ὁ καθένας νὰ προβάλλει ὅσα πράττει. Ἡ Ἐκκλησία κάνει ἔργο χωρὶς νὰ γίνεται εἴδηση. Στηρίζει ἀνθρώπους χωρὶς κάμερες, χωρὶς ἀνακοινώσεις, χωρὶς χειροκροτήματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἦθός της. Ὅμως, ὅταν ἡ Ἐκκλησία κατηγορεῖται συλλήβδην, τότε ἴσως χρειάζεται νὰ εἰπωθοῦν μερικὰ πράγματα, ὄχι γιὰ νὰ διεκδικήσουμε εὔσημα, ἀλλὰ γιὰ νὰ γνωρίζει ὁ λαὸς μας ὅτι πίσω ἀπὸ ἕναν Μητροπολίτη δὲν ὑπάρχει μία προσωπικὴ ἄνεση, ἀλλὰ συχνὰ ἕνα μεγάλο βάρος εὐθύνης.
Δὲν μπορῶ νὰ παραβλέψω καὶ μία ἄλλη πλευρά. Τὸ ζήτημα ἔλαβε μεγάλη ἔκταση καὶ δημοσιότητα μὲ τρόπο ποὺ, ἀντικειμενικῶς, στόχευε νὰ προκαλέσει ἕναν λαὸ ἤδη κουρασμένο, ἕναν λαὸ ποὺ δυσκολεύεται νὰ βγάλει τὸν μῆνα, νὰ πληρώσει τὸ ἐνοίκιο, νὰ σπουδάσει τὰ παιδιά του, νὰ κρατήσει ὄρθιο τὸ σπίτι του. Σὲ περιόδους κρίσεως ἡ Πολιτεία καὶ τὸ δημόσιο σύστημα ἐνημερώσεως συχνὰ ἐπιλέγουν, συνειδητὰ ἢ ἀσυνειδήτως, νὰ μεταθέτουν τὴν κοινωνικὴ ἀγωνία ἀπὸ τὰ πραγματικὰ αἴτια σὲ ἐπιμέρους ὁμάδες, στρέφοντας τὴ μία κοινωνικὴ κατηγορία ἐναντίον τῆς ἄλλης.
Τὸ εἴδαμε σὲ ἄλλες περιόδους, ὅταν οἱ ἄνθρωποι χωρίστηκαν σὲ ἐμβολιασμένους καὶ ἀνεμβολίαστους, σὲ ὑπευθύνους καὶ ἀνευθύνους, σὲ χρήσιμους καὶ περιττούς. Τὸ ἴδιο πνεῦμα διαιρέσεως δὲν ὠφελεῖ οὔτε τὴν κοινωνία οὔτε τὴν Ἐκκλησία οὔτε τὴν πατρίδα, ποὺ δὲν χρειάζεται νέους διχασμούς.
Ἡ τελευταία μου σκέψη ἀφορᾷ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάστηκε ἡ ρύθμιση. Πρὶν ἀκόμη ψηφιστεῖ καὶ ἐφαρμοστεῖ ὁριστικά, προβλήθηκε δημοσίως ἕνα μεγάλο ποσό, σχεδὸν ὡς πρόκληση. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι γίνεται λόγος γιὰ αὐξημένες μικτὲς ἀποδοχές. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι τὰ καθαρὰ ποσά, μετὰ τὶς νόμιμες κρατήσεις καὶ φορολογικὲς ἐπιβαρύνσεις, δὲν ταυτίζονται μὲ τὰ ποσὰ ποὺ ἀκούγονται στὰ ΜΜΕ. Αὐτὸ δὲν αἴρει τὴ συζήτηση. Δὲν ἀκυρώνει τὴν εὐαισθησία τοῦ λαοῦ μας, ἀλλὰ ἐπιβάλλει ἀκρίβεια. Διότι, ὅταν ἕνας ἀριθμὸς προβάλλεται ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τότε ἡ κοινωνία δὲν ἐνημερώνεται ἀλλὰ ἐξοργίζεται.
Προσωπικῶς, σὲ ὅλη μου τὴ ζωή προσπάθησα νὰ ἀναθέτω τὴ μέριμνά μου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ ἤθελα καμία μισθολογικὴ βοήθεια ὡς προσωπικὴ ἐξασφάλιση. Ἐλπίζω στὴν ἀγάπη καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο αἰσθανόμαστε νὰ μᾶς ἀκολουθεῖ ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας. Ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ καὶ ἕνας καθηγητής μου ἀπὸ τὴ Θεολογικὴ Σχολὴ μετὰ τὴν ἐκλογή μου, ὁ ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ ζεῖ ὡς ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καλεῖται νὰ ζεῖ ὡς πατέρας, ὡς λειτουργός, ὡς ἄνθρωπος ποὺ δαπανάται.
Ἂν ὁ λαὸς ποὺ διακονεῖ πονᾷ, ὁ ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάζει. Ἂν ὁ λαὸς στερεῖται, ὁ ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολαμβάνει. Ἂν ὁ λαὸς ἀμφισβητεῖ, ὁ ἐπίσκοπος δὲν πρέπει νὰ θυμώνει, ἀλλὰ νὰ ἐξηγεῖ, νὰ μετανοεῖ ὅπου χρειάζεται, νὰ δίδει μαρτυρία ἀληθείας.
Καὶ γιὰ νὰ τὸ πῶ ἀκόμη πιὸ προσωπικά, οὐδέποτε χρειάστηκε νὰ δαπανηθεῖ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη γιὰ νὰ συντηρήσει τὴν προσωπική μου ζωή. Ὁ μισθός μου εἶναι ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖο συντηροῦμαι προσωπικά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ὁποῖο καλύπτονται δαπάνες ποὺ συνδέονται μὲ τὸ κτήριο τῆς Μητροπόλεως καὶ τὴν καθημερινὴ παρουσία τῆς διακονίας μας. Δὲν τὸ ἀναφέρω ὡς καύχηση, ἀλλὰ τὸ ἀναφέρω γιατί ἡ ζωή ἑνὸς ἐπισκόπου δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν θὰ περάσει καὶ ὁ θόρυβος θὰ κοπάσει. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ θὰ μείνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἂν ἡ Ἐκκλησία στάθηκε μὲ ἀλήθεια, ταπείνωση καὶ εὐθύνη μέσα σὲ μία δύσκολη ὥρα. Ἡ ἀπάντηση δὲν θὰ δοθεῖ μόνο μὲ λόγια οὔτε μὲ ἀνακοινώσεις. Θὰ δοθεῖ μὲ ἔργα μετανοίας, μὲ διαφάνεια, μὲ ἐλεημοσύνη, μὲ πνευματικὴ ἐλευθερία, μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ πονᾷ.
Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς κάλεσε νὰ ὑπερασπιζόμαστε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ νὰ γινόμαστε ποιμένες κατὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Καλοῦ Ποιμένος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πρόβατά Του καὶ δίδει τὴν ψυχὴ Του ὑπὲρ αὐτῶν.
Γι’ αὐτὸ καὶ μέλημα τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε ὁ μισθὸς οὔτε ἡ δημόσια ἐντύπωση οὔτε ἡ προσωρινὴ ἀποδοχὴ τῶν ἀνθρώπων. Τὸ μέλημά της εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ταπείνωση τῆς διακονίας, ἡ εὐθύνη νὰ βρίσκεται κοντὰ στὸν λαὸ ὅταν αὐτὸς δοκιμάζεται. Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ζεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, τραυματίζει τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅμως δαπανάται γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, τότε ἀκόμη καὶ οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες θεραπεύονται ἀπὸ τὴν πνοὴ τῆς χάριτος.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀληθινὴ ὅταν δὲν φοβᾶται νὰ δώσει, νὰ παραιτηθεῖ, νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ γίνει καταφύγιο γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο.
Ὡς Μητροπολίτης, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ καταθέσω μὲ ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνεια μερικὲς σκέψεις. Δὲν τὸ κάνω γιὰ νὰ δικαιολογήσω τίποτε, γιατί ξέρω ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ ἐπισκόπου δὲν μπορεῖ νὰ θεμελιώνεται σὲ μισθολογικὲς ἀπαιτήσεις... οὔτε ὅτι ἡ ἀποστολή του μπορεῖ νὰ μετρηθεῖ μὲ τὸ ὕψος τοῦ μισθοῦ του. Τὸ κάνω γιατί σὲ κάθε ζήτημα ποὺ ἀγγίζει τὴν κοινωνία μας, καὶ ἰδίως ὅταν ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ δημόσιου λόγου, ὀφείλουμε νὰ μιλοῦμε καθαρά, χωρὶς θυμό, χωρὶς φόβο, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ κρύβουμε τὴν ἀλήθεια.
Ἡ νομοθετικὴ ἀναφορὰ στὸ ζήτημα αὐτὸ βασίζεται στὸ ἄρθρο 145 τοῦ ν. 4472/2017, στὴν προσθήκη τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ ν. 5128/2024 καὶ στὴ νεότερη κατατεθεῖσα ρύθμιση τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ σχεδίου νόμου, ἡ ὁποία τροποποιεῖ ἐκ νέου τὸ ἄρθρο 145 περὶ ἀποδοχῶν τῶν Ἀρχιερέων. Σύμφωνα μὲ τὴ ρύθμιση αὐτή, οἱ συνολικὲς μηνιαῖες ἀποδοχὲς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν Τιτουλαρίων Μητροπολιτῶν συνδέονται μὲ ποσοστὸ 90% τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου ἀποδοχῶν ποὺ προβλέπεται γιὰ τὸν Γενικὸ Γραμματέα Ὑπουργείου, ἐνῶ γιὰ τοὺς Τιτουλαρίους καὶ Βοηθοὺς Ἐπισκόπους προβλέπεται ποσοστὸ 70% τῶν ἀντιστοίχων ἀποδοχῶν. Τὸ σημειώνω αὐτὸ ὄχι γιὰ νὰ μειώσω τὴ σημασία τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπάρχει σαφήνεια, καθὼς ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ νομοθετικὴ διάταξη καὶ ἄλλο ἡ ἐντύπωση ποὺ δημιουργεῖται ὅταν προβάλλεται μόνο ἕνας ἀριθμός, ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ θεσμικὸ του πλαίσιο.
Ἀρχικῶς, θέλω νὰ πῶ ὅτι ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν Ἀρχιερέων, τοὐλάχιστον ἐπισήμως, δὲν ὑπῆρξε κατὰ τὴ γνώμη μου κάποιο αἴτημα ποὺ νὰ ἐκφράστηκε ὡς παράπονο γιὰ τὸ ὕψος τῆς ἀποζημιώσεώς μας. Ὁ ἐπίσκοπος δὲν ὑπάρχει στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ διεκδικεῖ προσωπικὲς ἀπολαβές, ἀλλὰ γιὰ νὰ διακονεῖ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ λειτουργεῖ, νὰ διδάσκει, νὰ παρηγορεῖ, νὰ στηρίζει, νὰ ἑνώνει, νὰ σηκώνει μαζί μὲ τοὺς ἀνθρώπους του τὸ βάρος τῆς ζωῆς.
Ἡ φιλανθρωπία, τὰ ἱδρύματα, οἱ κοινωνικὲς δράσεις, οἱ κατασκηνώσεις, τὰ συσσίτια, οἱ παιδικοὶ σταθμοί, ἡ μέριμνα γιὰ τὸν ἄρρωστο, τὸν νέο, τὸν πενθοῦντα, τὸν οἰκογενειάρχη, τὸν ἄνεργο, ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ξένο ἔργο πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι καρποὶ τῆς πίστεως. Ὅμως τὸ ἐπίκεντρο τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας δὲν εἶναι ἡ κοινωνικὴ δραστηριότητα ὡς αὐτοσκοπός, ἀλλὰ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ συνάντησή του μὲ τὸν Κύριό μας, ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς του, ἡ ἐμπειρία ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνος.
Δεύτερον, τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν κληρικῶν καὶ τῶν Ἀρχιερέων δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζεται ἀποκομμένο ἀπὸ τὴ συνολικότερη σχέση Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει τὴ δική της πνευματικὴ αὐτοσυνειδησία, τὸ δικό της κανονικὸ ἦθος καὶ τὴ δική της εὐθύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ λαοῦ μας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, μέσα στὴ Σύνοδο ἐξέφρασα καὶ προσωπικὰ τὴ σκέψη, τὴν ὁποία ἐπαναλαμβάνω καὶ δημοσίως, ὅτι ἴσως ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσουμε σοβαρὰ τὴν πλήρη παραίτησή μας ἀπὸ τὸ μισθολόγιο τοῦ κράτους. Δὲν τὸ λέω ὡς εὔκολη ἐντύπωση οὔτε ὡς κίνηση ἐντυπωσιασμοῦ. Τὸ λέω γιατί θεωρῶ πὼς ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ κάθε οἰκονομικὴ διευθέτηση.
Μέχρι τὸ 1986 οἱ Ἀρχιερεῖς ἐλάμβαναν τὴν ἀποζημίωσή τους ἀπὸ τὸν τότε ΟΔΕΠ, ὅπως καὶ οἱ ἱεροκήρυκες. Θὰ μποροῦσε, λοιπόν, νὰ ἀναζητηθεῖ ἕνας ἄλλος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἀποζημίωση ποὺ σήμερα δίδεται στοὺς Ἀρχιερεῖς νὰ κατευθυνθεῖ ὡς ἐνίσχυση στοὺς ἱερεῖς μας, ἰδίως σὲ ἐκείνους ποὺ σηκώνουν καθημερινὰ τὸ βάρος μικρῶν, φτωχῶν καὶ ἀπομακρυσμένων ἐνοριῶν. Ἐμᾶς μπορεῖ νὰ μᾶς φροντίσει ἡ Ἐκκλησία, τὰ πνευματικὰ μας παιδιά, ὅταν γνωρίζουν ὅτι ὁ ἐπίσκοπός τους ζεῖ ἄμισθος.
Τρίτον, ἐπειδὴ ἡ συζήτηση ἔγινε μὲ τρόπο ποὺ ἔμοιαζε νὰ καλεῖ τοὺς Ἀρχιερεῖς σὲ ἀπολογία, ἂς καταστεῖ σαφὲς ὅτι κανείς μέχρι σήμερα δὲν ρώτησε τί γίνεται μὲ τὰ χρήματα ποὺ λαμβάνει ἕνας ἐπίσκοπος. Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς θὰ δώσει λόγο πρῶτα στὸν Θεὸ καὶ στὴ συνείδησή του, ἔπειτα στὸν λαό του. Σὲ κάθε Μητρόπολη ὑπάρχουν ἀνάγκες ποὺ δὲν φαίνονται. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα, νέοι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ σπουδάσουν, οἰκογένειες ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πληρώσουν τὸ ἐνοίκιό τους, ἡλικιωμένοι ποὺ ζοῦν μόνοι, ἀσθενεῖς ποὺ χρειάζονται φροντίδα, παιδιά ποὺ χρειάζονται στήριξη.
Οἱ Μητροπόλεις δὲν εἶναι μόνο γραφεῖα διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ καθημερινὰ καταφύγια ἀνθρωπίνου πόνου, καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος χτυπᾷ τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ἀνάγκες του.
Στὴν Ἱερὰ Μητρόπολή μας, γιὰ παράδειγμα, πρὶν ἀπὸ περίπου ἕναν χρόνο ἀρχίσαμε μελέτη γιὰ τὴν κατασκευὴ περίπου 80 studios γιὰ φοιτητὲς καὶ περίπου 20 μικρῶν δίχωρων διαμερισμάτων γιὰ ἐκπαιδευτικοὺς καὶ δημοσίους ὑπαλλήλους ποὺ ἔρχονται στὴν Κέρκυρα καὶ δὲν βρίσκουν κατοικία ἢ δὲν μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὸ ὑψηλὸ της κόστος. Ἡ μελέτη αὐτή, κόστους 615.000 εὐρώ, βρίσκεται πρὸς τὸ τέλος της καὶ ἀναμένουμε τὶς σχετικὲς ἄδειες, ὥστε νὰ προχωρήσουμε.
Τὸ Ἵδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Ἡ ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ» τῆς Μητροπόλεώς μας λειτουργεῖ ἐπὶ 25 χρόνια καὶ φιλοξενεῖ περίπου 65 ἕως 70 τροφίμους. Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ χρειάζεται δαπάνες ἀνακαινίσεως, ἀλλὰ ποιὸς θὰ προσφέρει τὰ ποσὰ ποὺ ἀπαιτοῦνται; Οἱ ἐνορίες μας, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, δὲν ἔχουν ἔσοδα ἱκανὰ οὔτε γιὰ νὰ συντηρήσουν τοὺς ναούς τους. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐκκλησιάζονται σκέπτονται ἀκόμη καὶ τὰ πενήντα λεπτά γιὰ τὸ κερί τους, ὄχι ἀπὸ ἀδιαφορία, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἐποχὲς εἶναι σκληρές. Ἡ φορολογία, ὁ ἠλεκτρισμός, ἡ συντήρηση τῶν ναῶν, οἱ καθημερινὲς ἀνάγκες ἔχουν γίνει δυσβάστακτες. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ κριτικὴ χρειάζεται μέτρο, προκειμένου νὰ μὴ μετατρέπει τὴν ἀλήθεια σὲ σκανδαλισμό.
Ἄκουσα καὶ τὴν πρόταση ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ Ἀρχιερέως γιὰ τὴ δημιουργία κατοικιῶν. Τὴν ἐκτιμῶ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι χρειαζόταν μία δημόσια συζήτηση γιὰ νὰ ἀρχίσει ὁ καθένας νὰ προβάλλει ὅσα πράττει. Ἡ Ἐκκλησία κάνει ἔργο χωρὶς νὰ γίνεται εἴδηση. Στηρίζει ἀνθρώπους χωρὶς κάμερες, χωρὶς ἀνακοινώσεις, χωρὶς χειροκροτήματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἦθός της. Ὅμως, ὅταν ἡ Ἐκκλησία κατηγορεῖται συλλήβδην, τότε ἴσως χρειάζεται νὰ εἰπωθοῦν μερικὰ πράγματα, ὄχι γιὰ νὰ διεκδικήσουμε εὔσημα, ἀλλὰ γιὰ νὰ γνωρίζει ὁ λαὸς μας ὅτι πίσω ἀπὸ ἕναν Μητροπολίτη δὲν ὑπάρχει μία προσωπικὴ ἄνεση, ἀλλὰ συχνὰ ἕνα μεγάλο βάρος εὐθύνης.
Δὲν μπορῶ νὰ παραβλέψω καὶ μία ἄλλη πλευρά. Τὸ ζήτημα ἔλαβε μεγάλη ἔκταση καὶ δημοσιότητα μὲ τρόπο ποὺ, ἀντικειμενικῶς, στόχευε νὰ προκαλέσει ἕναν λαὸ ἤδη κουρασμένο, ἕναν λαὸ ποὺ δυσκολεύεται νὰ βγάλει τὸν μῆνα, νὰ πληρώσει τὸ ἐνοίκιο, νὰ σπουδάσει τὰ παιδιά του, νὰ κρατήσει ὄρθιο τὸ σπίτι του. Σὲ περιόδους κρίσεως ἡ Πολιτεία καὶ τὸ δημόσιο σύστημα ἐνημερώσεως συχνὰ ἐπιλέγουν, συνειδητὰ ἢ ἀσυνειδήτως, νὰ μεταθέτουν τὴν κοινωνικὴ ἀγωνία ἀπὸ τὰ πραγματικὰ αἴτια σὲ ἐπιμέρους ὁμάδες, στρέφοντας τὴ μία κοινωνικὴ κατηγορία ἐναντίον τῆς ἄλλης.
Τὸ εἴδαμε σὲ ἄλλες περιόδους, ὅταν οἱ ἄνθρωποι χωρίστηκαν σὲ ἐμβολιασμένους καὶ ἀνεμβολίαστους, σὲ ὑπευθύνους καὶ ἀνευθύνους, σὲ χρήσιμους καὶ περιττούς. Τὸ ἴδιο πνεῦμα διαιρέσεως δὲν ὠφελεῖ οὔτε τὴν κοινωνία οὔτε τὴν Ἐκκλησία οὔτε τὴν πατρίδα, ποὺ δὲν χρειάζεται νέους διχασμούς.
Ἡ τελευταία μου σκέψη ἀφορᾷ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάστηκε ἡ ρύθμιση. Πρὶν ἀκόμη ψηφιστεῖ καὶ ἐφαρμοστεῖ ὁριστικά, προβλήθηκε δημοσίως ἕνα μεγάλο ποσό, σχεδὸν ὡς πρόκληση. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι γίνεται λόγος γιὰ αὐξημένες μικτὲς ἀποδοχές. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι τὰ καθαρὰ ποσά, μετὰ τὶς νόμιμες κρατήσεις καὶ φορολογικὲς ἐπιβαρύνσεις, δὲν ταυτίζονται μὲ τὰ ποσὰ ποὺ ἀκούγονται στὰ ΜΜΕ. Αὐτὸ δὲν αἴρει τὴ συζήτηση. Δὲν ἀκυρώνει τὴν εὐαισθησία τοῦ λαοῦ μας, ἀλλὰ ἐπιβάλλει ἀκρίβεια. Διότι, ὅταν ἕνας ἀριθμὸς προβάλλεται ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τότε ἡ κοινωνία δὲν ἐνημερώνεται ἀλλὰ ἐξοργίζεται.
Προσωπικῶς, σὲ ὅλη μου τὴ ζωή προσπάθησα νὰ ἀναθέτω τὴ μέριμνά μου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ ἤθελα καμία μισθολογικὴ βοήθεια ὡς προσωπικὴ ἐξασφάλιση. Ἐλπίζω στὴν ἀγάπη καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο αἰσθανόμαστε νὰ μᾶς ἀκολουθεῖ ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας. Ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ καὶ ἕνας καθηγητής μου ἀπὸ τὴ Θεολογικὴ Σχολὴ μετὰ τὴν ἐκλογή μου, ὁ ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ ζεῖ ὡς ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καλεῖται νὰ ζεῖ ὡς πατέρας, ὡς λειτουργός, ὡς ἄνθρωπος ποὺ δαπανάται.
Ἂν ὁ λαὸς ποὺ διακονεῖ πονᾷ, ὁ ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάζει. Ἂν ὁ λαὸς στερεῖται, ὁ ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολαμβάνει. Ἂν ὁ λαὸς ἀμφισβητεῖ, ὁ ἐπίσκοπος δὲν πρέπει νὰ θυμώνει, ἀλλὰ νὰ ἐξηγεῖ, νὰ μετανοεῖ ὅπου χρειάζεται, νὰ δίδει μαρτυρία ἀληθείας.
Καὶ γιὰ νὰ τὸ πῶ ἀκόμη πιὸ προσωπικά, οὐδέποτε χρειάστηκε νὰ δαπανηθεῖ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη γιὰ νὰ συντηρήσει τὴν προσωπική μου ζωή. Ὁ μισθός μου εἶναι ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖο συντηροῦμαι προσωπικά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ὁποῖο καλύπτονται δαπάνες ποὺ συνδέονται μὲ τὸ κτήριο τῆς Μητροπόλεως καὶ τὴν καθημερινὴ παρουσία τῆς διακονίας μας. Δὲν τὸ ἀναφέρω ὡς καύχηση, ἀλλὰ τὸ ἀναφέρω γιατί ἡ ζωή ἑνὸς ἐπισκόπου δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν θὰ περάσει καὶ ὁ θόρυβος θὰ κοπάσει. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ θὰ μείνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἂν ἡ Ἐκκλησία στάθηκε μὲ ἀλήθεια, ταπείνωση καὶ εὐθύνη μέσα σὲ μία δύσκολη ὥρα. Ἡ ἀπάντηση δὲν θὰ δοθεῖ μόνο μὲ λόγια οὔτε μὲ ἀνακοινώσεις. Θὰ δοθεῖ μὲ ἔργα μετανοίας, μὲ διαφάνεια, μὲ ἐλεημοσύνη, μὲ πνευματικὴ ἐλευθερία, μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ πονᾷ.
Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς κάλεσε νὰ ὑπερασπιζόμαστε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ νὰ γινόμαστε ποιμένες κατὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Καλοῦ Ποιμένος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πρόβατά Του καὶ δίδει τὴν ψυχὴ Του ὑπὲρ αὐτῶν.
Γι’ αὐτὸ καὶ μέλημα τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε ὁ μισθὸς οὔτε ἡ δημόσια ἐντύπωση οὔτε ἡ προσωρινὴ ἀποδοχὴ τῶν ἀνθρώπων. Τὸ μέλημά της εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ταπείνωση τῆς διακονίας, ἡ εὐθύνη νὰ βρίσκεται κοντὰ στὸν λαὸ ὅταν αὐτὸς δοκιμάζεται. Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ζεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, τραυματίζει τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅμως δαπανάται γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, τότε ἀκόμη καὶ οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες θεραπεύονται ἀπὸ τὴν πνοὴ τῆς χάριτος.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀληθινὴ ὅταν δὲν φοβᾶται νὰ δώσει, νὰ παραιτηθεῖ, νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ γίνει καταφύγιο γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου