Εἴκοσι πέντε χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μεγάλου θεολόγου τῆς Ρωμηοσύνης – 1η Νοεμβρίου 2001 – 1η Νοεμβρίου 2026.
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀφήνουν πίσω τους βιβλία. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀφήνουν πίσω τους μαθητές. Καὶ ὑπάρχουν σπάνιες προσωπικότητες ποὺ ἀφήνουν πίσω τους ἕναν ὁλόκληρο τρόπο νὰ βλέπεις, νὰ σκέφτεσαι καὶ νὰ κατανοεῖς τὴν Ἐκκλησία, τὴν ἱστορία καὶ τὴν παράδοσή της.
Μία τέτοια προσωπικότητα ὑπῆρξε ὁ ἀοίδιμος Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Ρωμανίδης.
Σὰν σήμερα, τὴν 1η Νοεμβρίου 2001, στὴν Ἀθήνα, ὁλοκληρώθηκε ἡ ἐπίγεια διαδρομὴ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους Ὀρθόδοξους δογματικοὺς θεολόγους τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Ἑνὸς κληρικοῦ καὶ πανεπιστημιακοῦ δασκάλου, ὁ ὁποῖος... δὲν περιορίστηκε στὴν ἀναπαραγωγὴ θεολογικῶν σχημάτων, οὔτε ἀρκέστηκε στὴν περιγραφὴ τῆς ἱστορίας τῶν δογμάτων. Ἀναζήτησε τὶς ἴδιες τὶς πηγὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας. Ἐπέστρεψε στοὺς Πατέρες, στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη, στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, στὴ λειτουργικὴ ζωὴ καὶ στὴν ἱστορικὴ συνείδηση τῆς Ρωμηοσύνης.
Καὶ ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη προσφορά του: μᾶς ὑπενθύμισε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἕνα σύστημα θρησκευτικῶν ἰδεῶν ποὺ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς νὰ ἀποδεχθεῖ, ἀλλὰ ἕνας ὁλόκληρος τρόπος ὑπάρξεως, μία ἐμπειρία κοινωνίας μὲ τὸν ζῶντα Θεό.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης δὲν μᾶς κάλεσε ἁπλῶς νὰ διαβάσουμε τοὺς Πατέρες. Μᾶς κάλεσε νὰ καταλάβουμε γιατὶ ὑπῆρξαν Πατέρες, ποιά ἐμπειρία ἐξέφραζαν, ποιά πραγματικότητα βίωναν καὶ ποιά θεραπευτικὴ ὁδὸ παρέδωσαν στὴν Ἐκκλησία.
Καὶ γι' αὐτὸ ἡ μνήμη του παραμένει ζωντανή.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Ὁ Ἰωάννης Ρωμανίδης γεννήθηκε στὸν Πειραιά, στὶς 2 Μαρτίου 1927, ἀπὸ γονεῖς μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἀραβησσὸ τῆς Καππαδοκίας. Σὲ ἡλικία μόλις λίγων μηνῶν μετανάστευσε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ὅπου μεγάλωσε στὴ Νέα Ὑόρκη.
Ἡ καταγωγή του ἀπὸ τὴν Καππαδοκία δὲν ἦταν μία ἁπλὴ βιογραφικὴ λεπτομέρεια. Πίσω ἀπὸ αὐτὴν βρισκόταν ἕνας κόσμος αἰώνων: ὁ κόσμος τῶν Ρωμηῶν τῆς Ἀνατολῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, τῆς ἑλληνόφωνης καὶ πολυεθνικῆς Ρωμαϊκῆς Οἰκουμένης.
Σπούδασε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὴ Βοστώνη, στὸ Πανεπιστήμιο Yale, στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὸ Παρίσι καὶ στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ὅπου ἀναγορεύθηκε διδάκτωρ τὸ 1957. Συνδέθηκε ἐπιστημονικὰ μὲ τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, ἐνῶ ἡ ἀκαδημαϊκή του πορεία τὸν ὁδήγησε καὶ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Harvard.
Τὸ 1970 διορίστηκε καθηγητὴς Δογματικῆς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δίδαξε ἐπίσης σὲ θεολογικὰ ἱδρύματα τοῦ ἐξωτερικοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Μπαλαμὰντ στὸν Λίβανο.
Ἡ ἀκαδημαϊκή του διαδρομὴ ἦταν σημαντική. Ὡστόσο, ἡ πραγματικὴ του ἐπίδραση δὲν μπορεῖ νὰ μετρηθεῖ μόνο μὲ πανεπιστημιακοὺς τίτλους, δημοσιεύσεις καὶ ἐπιστημονικὲς ἀναγνωρίσεις. Βρίσκεται κυρίως στὸ γεγονὸς ὅτι ἔθεσε ἐκ νέου στὸ κέντρο τῆς θεολογικῆς συζήτησης τὴν πατερικὴ ἐμπειρία.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΑ: Η ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Γιὰ νὰ καταλάβει κανεὶς τὸ ἔργο τοῦ Ρωμανίδη, πρέπει νὰ ἀντιληφθεῖ πρῶτα τὸ πρόβλημα ποὺ ὁ ἴδιος θεωροῦσε καθοριστικό.
Ἡ θεολογία, ὅταν ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ σὲ μία διανοητικὴ κατασκευή. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίζει ὁρολογίες, νὰ ἀναλύει φιλοσοφικὲς ἔννοιες, νὰ ταξινομεῖ δόγματα καὶ νὰ παραθέτει θεολογικὰ κείμενα, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἔχει κατανοήσει τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο τῆς πατερικῆς θεολογίας.
Γιὰ τὸν Ρωμανίδη, ἡ θεολογία τῶν Πατέρων δὲν ἦταν προϊόν φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ οὔτε ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀφηρημένης διανοητικῆς ἀναζήτησης.
Ἦταν καρπὸς τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως.
Αὐτὸ εἶναι τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς θεολογικῆς του συμβολῆς.
Ἡ θεολογία δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια νὰ κατασκευάσει μία θεωρία περὶ Θεοῦ. Ἀρχίζει ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτεται καὶ καθιστᾷ τὸν ἄνθρωπο μέτοχο τῆς ζωῆς Του διὰ τῆς χάριτος.
Οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς διαφορετικὲς ἱστορικὲς κατηγορίες ἀνθρώπων ποὺ ἔγραψαν θρησκευτικὰ κείμενα. Ἐκφράζουν τὴ συνέχεια τῆς ἴδιας ἀποκαλυπτικῆς καὶ θεραπευτικῆς ἐμπειρίας μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.
Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Ρωμανίδης ἐπέμενε στὴ συνέχεια τῆς πατερικῆς παράδοσης.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται νὰ ἀνακαλύψει ἐκ νέου μία διαφορετικὴ θεολογία σὲ κάθε ἐποχή. Χρειάζεται νὰ διατηρεῖ ζωντανὴ τὴν ἴδια ἀλήθεια, τὴν ὁποία παρέλαβε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ διαφύλαξαν οἱ Πατέρες.
Ἡ πατερικὴ παράδοση δὲν εἶναι μουσεῖο. Δὲν εἶναι μία συλλογὴ παλαιῶν κειμένων ποὺ τὰ θαυμάζουμε ἀπὸ ἀπόσταση. Εἶναι ζωντανὴ συνέχεια ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας.
Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ οὐσία τῆς μεγάλης του προσφορᾶς: ἡ ἐπιστροφὴ ὄχι ἁπλῶς στὰ πατερικὰ βιβλία, ἀλλὰ στὸ πατερικὸ θεμέλιο τῆς θεολογίας.
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα στοιχεῖα τῆς σκέψεως τοῦ π. Ἰωάννου ἦταν ἡ θεραπευτικὴ διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὴν προσέγγισή του, δὲν ὑπάρχει ἁπλῶς γιὰ νὰ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο ἠθικὲς συμβουλές, θρησκευτικὲς γνώσεις ἢ μία καλύτερη κοινωνικὴ συμπεριφορά.
Ὑπάρχει γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό.
Ἡ ἁμαρτία δὲν ἀντιμετωπίζεται μόνο ὡς παράβαση μιᾶς ἐντολῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ὡς διαστροφὴ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος σχετίζεται μὲ τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ τὴν κτίση.
Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, ἡ θέληση καὶ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη χρειάζονται θεραπεία.
Στὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ παράδοση, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἀφηρημένες ἔννοιες. Περιγράφουν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό.
Ὁ Ρωμανίδης ἀνέδειξε μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση αὐτὴν τὴ διάσταση, συνδέοντας τὴ δογματικὴ διδασκαλία μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ τὴ βιωματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ θεολογία, ἐπομένως, δὲν εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωή. Καὶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι μία ὑποκειμενικὴ θρησκευτικὴ συγκίνηση, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας.
Δόγμα καὶ πνευματικὴ ἐμπειρία βρίσκονται σὲ ἀδιάσπαστη σχέση.
Γι' αὐτὸ ἡ ὀρθόδοξη παράδοση δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωὴ της.
ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ: ΜΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΩΡΑ ΣΤΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ ΣΧΗΜΑΤΑ
Ἐὰν ὑπάρχει ἕνα ἀκόμη πεδίο στὸ ὁποῖο ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἄφησε ἰδιαίτερα ἔντονο τὸ ἀποτύπωμά του, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς Ρωμηοσύνης.
Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν ἦταν γι' αὐτὸν μία ἁπλὴ ἱστορικὴ ἀναφορὰ στὸ Βυζάντιο. Δὲν ἦταν ἕνα νοσταλγικὸ σύνθημα οὔτε μία διακοσμητικὴ ἐπίκληση τοῦ ἔνδοξου παρελθόντος.
Ἦταν ἕνας ὁλόκληρος ἱστορικὸς καὶ πολιτισμικὸς κόσμος, ἄρρηκτα συνδεδεμένος μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὴ ρωμαϊκὴ συνείδηση τοῦ Γένους.
Οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας δὲν αὐτοπροσδιορίζονταν ἁπλῶς ὡς κάτοικοι μιᾶς αὐτοκρατορίας. Ὀνόμαζαν τὸν ἑαυτό τους Ρωμαίους, Ρωμηούς. Ἡ ρωμαϊκὴ πολιτικὴ καὶ πολιτισμικὴ ταυτότητα, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ παιδεία, καθὼς καὶ ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση συνυπῆρχαν μέσα σὲ μία ἱστορικὴ πραγματικότητα ποὺ ἐκτεινόταν πολὺ πέρα ἀπὸ τὰ σύγχρονα ἐθνικὰ σύνορα.
Ὁ Ρωμανίδης ἐπιχείρησε νὰ ἀποκαταστήσει αὐτὴν τὴ συνείδηση.
Νὰ μᾶς θυμίσει ὅτι ἡ ἱστορία μας δὲν ἀρχίζει μὲ τὴ δημιουργία τοῦ νεότερου ἑλληνικοῦ κράτους. Ὅτι ἡ ἱστορικὴ συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ρωμηοσύνης ἔχει πολὺ βαθύτερες ρίζες. Ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Μικρὰ Ἀσία, ἡ Καππαδοκία, ὁ Πόντος, ἡ Θράκη, ἡ Συρία καὶ ὁ εὐρύτερος χῶρος τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου ἀποτελοῦσαν τμήματα ἑνὸς κόσμου μὲ κοινὲς ἐκκλησιαστικὲς καὶ ἱστορικὲς ἀναφορές.
Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν ἦταν μία κλειστὴ ἐθνικὴ κατηγορία. Ἡ Ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη ὑπῆρξε πολυεθνικὴ καὶ πολυγλωσσική, μὲ κοινὸ πολιτειακὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ ὁρίζοντα.
Αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, διότι ἡ ρωμαϊκὴ ταυτότητα δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὸν σύγχρονο ἐθνικισμό.
Οὔτε ἡ Ὀρθοδοξία μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ σὲ μία ἐθνικὴ ἰδεολογία.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική. Ἡ Ρωμηοσύνη, ὅπως τὴν ἀνέδειξε ὁ Ρωμανίδης, μᾶς βοηθᾷ νὰ κατανοήσουμε μία ἱστορικὴ παράδοση μέσα στὴν ὁποία ἡ πίστη, ἡ λατρεία, ἡ παιδεία, ἡ γλώσσα καὶ ἡ συλλογικὴ μνήμη διαμόρφωσαν ἕναν ἰδιαίτερο πολιτισμικὸ κόσμο.
Στὸ ἔργο του «Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη» ἀναδεικνύεται ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ διάσταση.
Δὲν πρόκειται γιὰ μία ἁπλὴ ἐπιστροφὴ στὸ παρελθόν. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἱστορικῆς μας αὐτογνωσίας.
Γιατὶ ἕνας λαὸς ποὺ δὲν γνωρίζει τὴν ἱστορική του μνήμη κινδυνεύει νὰ ἑρμηνεύει τὸν ἑαυτό του ἀποκλειστικὰ μέσα ἀπὸ τὶς κατηγορίες ποὺ τοῦ προσφέρουν οἱ ἄλλοι.
Καὶ μία Ἐκκλησία ποὺ ξεχνᾷ τὴν ἱστορικὴ καὶ πατερική της ταυτότητα κινδυνεύει νὰ θεωρήσει ξένες πρὸς αὐτὴν τὶς ἴδιες τὶς πνευματικές της ρίζες.
ΡΩΜΑΙΟΙ Ή ΡΩΜΗΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ; Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει καὶ ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὸ ζήτημα τῶν Ρωμαίων ἢ Ρωμηῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ὀνομασία αὐτὴ δὲν εἶναι μία ἀσήμαντη ἱστορικὴ λεπτομέρεια.
Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔζησαν καὶ διαμόρφωσαν τὴ θεολογία τους μέσα σὲ συγκεκριμένες ἱστορικὲς καὶ πολιτισμικὲς συνθῆκες. Ἡ θεολογία τους δὲν γεννήθηκε σὲ ἕνα ἱστορικὸ κενό.
Ἡ Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων, οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, ἡ διαμόρφωση τῆς δογματικῆς ὁρολογίας, ἡ λειτουργικὴ ζωή, ἡ μοναστικὴ παράδοση καὶ ἡ αὐτοκρατορικὴ πραγματικότητα ἀποτελοῦν ἀλληλένδετες διαστάσεις τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Ρωμανίδης ἐπέμενε ὅτι ἡ κατανόηση τῶν Πατέρων προϋποθέτει τὴ γνώση αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Δὲν μπορεῖς νὰ διαβάζεις τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, τὸν Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ σὰν νὰ ἦταν ἁπλῶς μεμονωμένοι διανοητές.
Πρέπει νὰ τοὺς κατανοεῖς μέσα στὴ συνέχεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας.
Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ Πατέρες δὲν εἶχαν προσωπικότητα, ἰδιαίτερη γλώσσα ἢ διαφορετικὲς ἱστορικὲς περιστάσεις. Σημαίνει ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς διδασκαλίας τους βρίσκεται στὴν κοινὴ πίστη καὶ στὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ πατερικὴ θεολογία δὲν εἶναι ἕνα ἄθροισμα προσωπικῶν ἀπόψεων. Εἶναι ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν ἱστορία.
ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ
Ἤδη ἀπὸ τὴ διδακτορική του διατριβή, «Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα» (1957), ὁ Ρωμανίδης ἔδειξε ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀκολουθήσει ἕναν συνηθισμένο δρόμο.
Ἡ μελέτη του αὐτὴ ἄνοιξε μία εὐρύτερη συζήτηση γύρω ἀπὸ τὶς διαφορὲς ἀνάμεσα στὴν πατερικὴ ἀνατολικὴ παράδοση καὶ σὲ ὁρισμένες δυτικὲς θεολογικὲς διατυπώσεις.
Ἰδιαίτερα τὸν ἀπασχόλησε ἡ διαφορετικὴ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση τῆς πτώσεως, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καὶ τῆς σωτηρίας.
Στὴν πατερικὴ θεολογία, ἡ πτώση συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν εἴσοδο τοῦ θανάτου στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ μὲ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ ἀνθρώπου στὴ φθορά. Ἡ σωτηρία δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία ἐξωτερικὴ νομικὴ διευθέτηση, ἀλλὰ σημαίνει τὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό.
Αὐτὴ ἡ ἔμφαση στὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ στὴ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀποτελεῖ κεντρικὸ ἄξονα τῆς σκέψεώς του.
Ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο καὶ τὴ δυτικὴ θεολογικὴ παράδοση ὑπῆρξε ἐπίσης ἐκτενὴς καὶ ἀπαιτητική.
Δὲν ἦταν μία ἐπιφανειακὴ ἀντιπαράθεση Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Ἦταν μία προσπάθεια ἱστορικῆς καὶ δογματικῆς διερεύνησης τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο διαμορφώθηκαν διαφορετικὲς θεολογικὲς προσεγγίσεις.
Ἀσφαλῶς, οἱ ἐπιμέρους ἱστορικὲς καὶ θεολογικὲς κρίσεις του Ρωμανίδη ἔχουν ἀποτελέσει καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ἐπιστημονικοῦ διαλόγου. Ἡ ἀξία τῆς ἐργασίας του, ὅμως, βρίσκεται καὶ στὸ ὅτι ἀνάγκασε τὴ θεολογικὴ ἔρευνα νὰ ἐξετάσει ἐκ νέου τὶς πηγές, τὶς προϋποθέσεις καὶ τὶς συνέπειες τῶν θεολογικῶν διατυπώσεων.
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΛΩΣ ΘΕΩΡΙΑ – ΗΤΑΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ
Ἐδῶ βρίσκεται ἴσως τὸ πιὸ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς προσωπικότητάς του.
Ὁ Ρωμανίδης δὲν ἀντιμετώπιζε τὴ Δογματικὴ ὡς ἕνα ἀνεξάρτητο ἐπιστημονικὸ ἀντικείμενο, ἀποκομμένο ἀπὸ τὴ λατρεία, τὴν ἄσκηση καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ δόγμα, ἡ λατρεία καὶ ἡ ἱστορία ἔπρεπε νὰ κατανοοῦνται σὲ ὀργανικὴ ἑνότητα.
Ἡ πίστη δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ διακήρυξη. Εἶναι ζωὴ μέσα στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα.
Ἡ Θεία Εὐχαριστία δὲν εἶναι μία ἁπλὴ θρησκευτικὴ τελετή. Εἶναι ἡ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ φανέρωση τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἔκφραση θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Εἶναι ἡ καρδιακὴ στροφὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό.
Ἡ νηστεία, ἡ ἄσκηση, ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἡσυχία δὲν ἀποτελοῦν ἐξωτερικὲς ἐπιβαρύνσεις τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Εἶναι μέσα της θεραπευτικῆς πορείας.
Καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι μία ἠθικὴ τελειότητα ποὺ κατακτᾷ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς δικές του δυνάμεις, ἀλλὰ ἡ μετοχὴ στὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἀκτίστου χάριτος.
Ἐδῶ συναντᾷ κανεὶς τὴν οὐσιαστικὴ συνέχεια τῆς διδασκαλίας του μὲ τὴ μεγάλη ἡσυχαστικὴ παράδοση, μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Φιλοκαλίας.
Ἡ Ὀρθοδοξία, ἐπομένως, δὲν εἶναι ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ ὁμολογοῦμε μὲ τὰ χείλη μας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ καλούμαστε νὰ ζήσουμε μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας.
ΕΝΑΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΞΑΝΑ ΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης συνέδεσε μὲ ἕναν ἰδιαίτερα δημιουργικὸ τρόπο τὴ Δογματικὴ μὲ τὴν ἱστορία.
Δὲν ἀντιμετώπισε τὴν ἱστορία ὡς ἕνα συμπληρωματικὸ κεφάλαιο τῆς θεολογίας, ἀλλὰ ὡς ἀπαραίτητο πεδίο γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Ἡ ἱστορία τῆς Ρωμηοσύνης, ἡ σχέση Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἡ διαμόρφωση τῶν θεολογικῶν ρευμάτων, ἡ ἐξέλιξη τῆς ρωμαϊκῆς ταυτότητας καὶ ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸν ἱστορικὸ χρόνο ἀποτέλεσαν σημαντικὰ πεδία τῆς ἔρευνάς του.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἔφερε ξανὰ στὸ προσκήνιο μία ἀλήθεια ποὺ συχνὰ λησμονοῦμε:
Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι μία ἰδέα ἔξω ἀπὸ τὸν χρόνο. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ποὺ πορεύεται μέσα στὴν ἱστορία, διαφυλάσσοντας τὴν ἀποστολικὴ πίστη καὶ μαρτυρώντας τὴν ἀλήθεια σὲ κάθε ἐποχή.
Ἡ ἱστορικὴ αὐτογνωσία, λοιπόν, δὲν εἶναι πολυτέλεια. Εἶναι προϋπόθεση γιὰ νὰ γνωρίζουμε τί παραλάβαμε καὶ τί ὀφείλουμε νὰ παραδώσουμε.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ
Ἀνάμεσα στὰ σημαντικότερα ἔργα ποὺ συνδέονται μὲ τὸ ὄνομά του συγκαταλέγονται:
«Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα».
«Ρωμηοσύνη – Ρωμανία – Ρούμελη».
«Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας».
Οἱ μελέτες καὶ οἱ πανεπιστημιακές του παραδόσεις γύρω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Δογματική.
Οἱ ἐργασίες του γιὰ τὴν πατερικὴ θεολογία, τὸν Αὐγουστῖνο, τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ τὴ θεραπευτικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχουν καὶ οἱ προφορικὲς πανεπιστημιακές του παραδόσεις, οἱ ὁποῖες διασώθηκαν, ἀπομαγνητοφωνήθηκαν καὶ ἀξιοποιήθηκαν ἀπὸ συνεργάτες καὶ μαθητές του.
Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος τὸν γνώρισε προσωπικὰ καὶ συνεργάστηκε μαζί του, ἔχει συμβάλει οὐσιαστικὰ στὴ διατήρηση καὶ παρουσίαση αὐτῆς τῆς διδασκαλίας. Μάλιστα, ἔχει ἀναφερθεῖ στὴν κοινή τους προσπάθεια νὰ παρουσιάσουν τὴ θεραπευτικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σὲ κληρικοὺς ἀπὸ διαφορετικὲς κανονικὲς δικαιοδοσίες.
Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ σκέψη του Ρωμανίδη δὲν παρέμεινε κλεισμένη στὶς πανεπιστημιακὲς αἴθουσες. Πέρασε στὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη, στὴν ποιμαντική, στὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ στὸν εὐρύτερο θεολογικὸ προβληματισμό.
Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Εἴκοσι πέντε χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του, τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι ἁπλῶς πόσο σημαντικὸς ὑπῆρξε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα εἶναι ἐὰν ἐμεῖς κατανοήσαμε ὅσα προσπάθησε νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει.
Διότι ἡ τιμὴ πρὸς ἕναν μεγάλο θεολόγο δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ἐπετειακὰ ἀφιερώματα, σὲ ἐγκωμιαστικὲς ἀναφορὲς ἢ στὴν ἀναπαραγωγὴ ὁρισμένων φράσεών του.
Ἡ πραγματικὴ τιμὴ βρίσκεται στὴ μελέτη τοῦ ἔργου του, στὴν κριτικὴ καὶ ὑπεύθυνη ἀξιοποίησή του, στὴ γνώση τῶν Πατέρων καὶ, κυρίως, στὴν προσπάθεια νὰ ζήσουμε τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ποὺ ἐκεῖνος ἀνέδειξε.
Δὲν χρειάζεται νὰ μετατρέψουμε τὸν Ρωμανίδη σὲ μία ἀδιαμφισβήτητη αὐθεντία, οὔτε νὰ θεωρήσουμε ὅτι κάθε ἐπιμέρους ἱστορικὴ ἢ θεολογικὴ διατύπωσή του δὲν ἐπιδέχεται συζήτηση.
Οἱ μεγάλοι θεολόγοι δὲν φοβοῦνται τὸν διάλογο. Ἀντίθετα, τὸν προκαλοῦν.
Καὶ ὁ Ρωμανίδης προκάλεσε ἕναν διάλογο ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἐπίκαιρος: Ποιά εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας; Ποιά εἶναι ἡ σχέση της μὲ τοὺς Πατέρες; Ποιά εἶναι ἡ θεραπευτικὴ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας; Ποιά εἶναι ἡ ἱστορική μας συνείδηση; Τί σημαίνει νὰ εἶσαι Ρωμηὸς καὶ νὰ ἀνήκεις σὲ μία παράδοση ποὺ διαμόρφωσε ἐπὶ αἰῶνες τὸν πολιτισμὸ τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου;
Αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δὲν ἔχουν χάσει τὴ σημασία τους.
Ἴσως, μάλιστα, σήμερα νὰ εἶναι περισσότερο ἀναγκαῖα ἀπὸ ποτέ.
Σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ θεολογία κινδυνεύει νὰ γίνει ἄλλοτε ἀκαδημαϊκὴ τεχνοκρατία καὶ ἄλλοτε ἐπιφανειακὴ θρησκευτικότητα, ἡ ὑπενθύμιση τοῦ Ρωμανίδη ἀποκτᾷ ἰδιαίτερη βαρύτητα.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται οὔτε μία θεολογία ἀποκομμένη ἀπὸ τὴ ζωὴ οὔτε μία πνευματικότητα ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.
Χρειάζεται τὴ σύνθεση ποὺ διασώζει ἡ πατερικὴ παράδοση: ὀρθὴ πίστη, ὀρθὴ λατρεία, ἄσκηση, μετάνοια, φωτισμὸ καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.
Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη πρόκληση ποὺ παραμένει μπροστά μας.
ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ
Τὴν 1η Νοεμβρίου 2001, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή.
Ἐκοιμήθη στὴν Ἀθήνα, σὲ ἡλικία 74 ἐτῶν, κατὰ τὴ διάρκεια πρωινοῦ περιπάτου, ἔπειτα ἀπὸ καρδιακὸ ἐπεισόδιο, λίγο πρὶν εἰσέλθει στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του τελέστηκε στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν.
Ἀλλὰ ἡ θεολογική του παρακαταθήκη δὲν σίγησε.
Τὰ βιβλία του ἐξακολουθοῦν νὰ διαβάζονται. Οἱ παραδόσεις του ἐξακολουθοῦν νὰ μελετῶνται. Οἱ προβληματισμοί του ἐξακολουθοῦν νὰ ἀπασχολοῦν θεολόγους, κληρικούς, μοναχοὺς καὶ ἀνθρώπους ποὺ ἀναζητοῦν νὰ κατανοήσουν βαθύτερα τὴν Ὀρθόδοξη πίστη.
Καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ σημαντικότερο: ὅτι μᾶς ἄφησε μία πρόσκληση ἐπιστροφῆς.
Ἐπιστροφῆς στοὺς Πατέρες, ὄχι ὡς ἱστορικὰ πρόσωπα ἑνὸς μακρινοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ὡς ζωντανοὺς μάρτυρες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας.
Ἐπιστροφῆς στὴ Ρωμηοσύνη, ὄχι ὡς σύνθημα, ἀλλὰ ὡς ἱστορικὴ μνήμη καὶ συνείδηση.
Ἐπιστροφῆς στὴ θεολογία, ὄχι ὡς ἀνθρώπινη ἐπινόηση, ἀλλὰ ὡς καρπὸ τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό.
Ἐπιστροφῆς στὴν Ἐκκλησία, ὄχι ὡς ἐξωτερικὴ θρησκευτικὴ ταυτότητα, ἀλλὰ ὡς τρόπο ζωῆς, θεραπείας καὶ σωτηρίας.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης δὲν μᾶς ἄφησε μία εὔκολη θεολογία. Μᾶς ἄφησε μία ἀπαιτητικὴ κληρονομιά. Μᾶς ἔθεσε μπροστὰ στὴν εὐθύνη νὰ γνωρίσουμε τὴν παράδοσή μας, νὰ μελετήσουμε τὶς πηγές της καὶ νὰ μὴ συγχέουμε ποτέ τὴν Ὀρθοδοξία μὲ τὶς ἰδεολογίες, τὶς μόδες καὶ τὶς ἑκάστοτε ἀνθρώπινες κατασκευές.
Διότι ἡ πατερικὴ θεολογία δὲν εἶναι ὑπόθεση τοῦ παρελθόντος. Εἶναι ἡ ζωντανὴ ἀνάσα τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ ἡ Ρωμηοσύνη δὲν εἶναι ἁπλῶς μία λέξη ποὺ ἐπιβιώνει στὰ βιβλία τῆς ἱστορίας. Εἶναι μία μνήμη ποὺ ζητᾷ νὰ γίνει αὐτογνωσία.
Σήμερα, λοιπόν, δὲν τιμοῦμε ἁπλῶς ἕναν σπουδαῖο πανεπιστημιακὸ δάσκαλο. Μνημονεύουμε ἕναν κληρικὸ ποὺ ἀφιέρωσε τὴ ζωὴ του στὴ μελέτη καὶ τὴ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης παραδόσεως, ἕναν θεολόγο ποὺ συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν ἀνανέωση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τοὺς Πατέρες, ἕναν ἐρευνητὴ ποὺ μᾶς ὑπενθύμισε τὴ βαθιὰ σχέση τῆς πίστεως μὲ τὴν ἱστορία καὶ τὴ Ρωμηοσύνη.
Καὶ πάνω ἀπ' ὅλα, θυμόμαστε ὅτι ἡ μεγαλύτερη τιμὴ πρὸς τοὺς Πατέρες καὶ τοὺς δασκάλους τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι νὰ τοὺς ἐγκωμιάζουμε μόνο, ἀλλὰ νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐκεῖνοι ὑπηρέτησαν.
Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ ἀοιδίμου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Ρωμανίδου.
Εἴθε ἡ παρακαταθήκη του νὰ συνεχίσει νὰ ἐμπνέει τὴ θεολογικὴ σκέψη, νὰ φωτίζει τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτογνωσία καὶ νὰ μᾶς ὁδηγεῖ βαθύτερα στὴ γνώση τῆς πατερικῆς παραδόσεως.
Ἂς εἶναι ἡ μνήμη του εὐλογημένη καὶ ἡ προσφορά του ζωντανὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Αἰωνία του ἡ μνήμη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου