Οἱ πρόσφατες αὐτοκτονίες νέων ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἡ αἰσθητὴ αὔξηση τῶν αὐτοκτονιῶν τὰ τελευταῖα χρόνια, ἀναδεικνύουν τὴν ἄμεση ἀνάγκη οὐσιαστικῆς ἐπανασύνδεσης τῶν Ἑλλήνων μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἡ Ὁποία παραμένει ἡ μοναδικὴ ἄγκυρα γιὰ τοὺς ναυαγοὺς τῆς ζωῆς καὶ μπορεῖ νὰ δώσει διέξοδο στὰ ἀδιέξοδα τῆς ὑλιστικῆς ζωῆς.
Ἡ εὐθύνη, βέβαια, δὲν εἶναι μόνο τοῦ αὐτόχειρα καὶ τοῦ στενοῦ του περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ ὅσων ἀπομακρύνουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ὁδηγοῦν στὴν ἀπελπισία. Εἶναι φυσικὰ καὶ ἡμῶν τῶν χριστιανῶν, κλήρου καὶ λαοῦ, ποὺ δὲν ἐμπνεύσαμε τοὺς ἀπογοητευμένους ἀνθρώπους, ἀδιαφορήσαμε γιὰ τοὺς θλιμμένους καὶ δὲν... προσευχηθήκαμε μὲ πόνο γιὰ αὐτούς.
Μεγάλη εὐθύνη φέρουν καὶ ὅσοι καταπατοῦν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀπαγορεύει τὴν τέλεση ἐκκλησιαστικῆς κηδείας καὶ μνημοσύνων στοὺς αὐτόχειρες, ἡ ὁποία ἀποτυπώνεται στὸν ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ΙΔ΄ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας.
Ἡ στέρηση τῆς κηδείας δὲν εἶναι τιμωρία. Εἶναι ἕνα παιδαγωγικὸ μέσο ποὺ ὅρισε ἡ Ἐκκλησία, ὥστε νὰ προστατεύει τοὺς ἐπίδοξους αὐτόχειρες ἀπὸ παρόμοιες σκέψεις. Ὅμοια περίπτωση εἶναι καὶ ἡ στέρηση ἐκκλησιαστικῆς κήδευσης σὲ ὅσους ἐπιλέγουν τὴν ἀποτέφρωση καὶ ὄχι τὴν ταφή τους, μία τακτικὴ ἡ ὁποία βρίσκει τελευταῖα ἀνταπόκριση καὶ σὲ ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ἐξ αἰτίας τῆς παράβασης ἀπὸ μεμονωμένους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, τῆς σχετικῆς συνοδικῆς ἀπόφασης[i] τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ τήρηση τῶν διατεταγμένων, ὅσο σκληρὴ καὶ νὰ φαίνεται, εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ δίκαιη. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποκλείει τὸν αὐτόχειρα, ἀλλὰ σέβεται τὴν ἐπιλογή του, νὰ ἀποκοπεῖ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀκολουθώντας ἕναν δρόμο διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν στενὸ δρόμο τῆς ὑπομονῆς ποὺ διῆλθε ὁ Χριστός, καλώντας καὶ τοὺς μαθητές Του νὰ διέλθουν διὰ πολλῶν θλίψεων.[ii] Ἀπὸ τὴ χορεία τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ, ὅλοι πέρασαν δοκιμασίες, ἀλλὰ μόνο ὁ Ἰούδας αὐτοκτόνησε. Δὲν μπορεῖ, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ νὰ «ἐπιβραβεύει» ἐμμέσως αὐτὴν τὴν ἀποτρόπαια πράξη, ψάλλοντας «μακαρία ἡ ὁδὸς ἥν πορεύει σήμερον». Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβαρύνει τὴν ψυχὴ τοῦ αὐτόχειρα μὲ μεταθανάτιες τιμὲς καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἀταξίες. Ὡστόσο, ἐνθαρρύνει τὴν καθημερινὴ ἀτομικὴ προσευχὴ γιὰ τὴν ἀνάπαυση του.
Ὅσοι πιέζουν τὴν Ἐκκλησία νὰ προσαρμοστεῖ στὶς «ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν», δῆθεν γιὰ λόγους φιλανθρωπίας, δὲν πιστεύουν στὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στὴ μέλλουσα Κρίση, οὔτε στὴ φιλανθρωπία τὴν ὁποία ἐπικαλοῦνται, παρουσιάζοντας ἑαυτοὺς φιλανθρωπότερους τῶν Πατέρων καὶ τῆς Ἱερῆς Παράδοσης. Διότι πραγματικὴ φιλανθρωπία ἐν προκειμένῳ, εἶναι νὰ προστατευθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ θανάσιμο ἁμάρτημα τῆς αὐτοχειρίας καὶ τὶς αἰώνιες προεκτάσεις του. Ἡ ἀπαγόρευση κήδευσης λειτούργησε καὶ λειτουργεῖ ὡς ἕνα φρένο γιὰ ἀναρίθμητες ψυχὲς ποὺ πάλεψαν μὲ τὸ δαίμονα τῆς ἀπελπισίας καὶ ἀπέκλεισαν τὴ «λύση» τῆς αὐτοκτονίας, μὲ τὴ σκέψη τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ τὴ μεταθανάτια φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ φορτικότητα τῶν πονεμένων συγγενῶν τῶν αὐτοχείρων ἀπέναντι στοὺς ἱερεῖς, δυσκολεύει τὴν κατάσταση. Ἡ ἀπουσία κατήχησης καὶ ἐνεργοῦς σχέσης μὲ τὴν Ἐκκλησία φέρει πολλὲς ἐπιπτώσεις, μία ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ αὐτή. Ὅμως, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπιστοῦν ὡς «πελάτες» ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἐξυπηρετήσουμε, ἀλλὰ ὡς πληγωμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἡ ἐνεργοποίηση μίας ζωντανῆς σχέσης μὲ τὴν ἐνορία, θὰ τοὺς παρηγορήσει καὶ θὰ τοὺς βάλει σὲ μία πνευματικὴ τάξη, ὠφελώντας τὶς ψυχὲς τῶν συγγενῶν τους, ἀφοῦ τὸ καλύτερο μνημόσυνο γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῶν οἰκείων τους, κατὰ τὸν Ἅγιο Παΐσιο .[iii] Ἀντίθετα, τὸ μνημόσυνο ποὺ καταπατάει τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ἐπιβαρύνει τόσο τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου, ὅσο καὶ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς παραβάτες κληρικούς.
Τίποτα δὲν ὠφελεῖ, ἂν παραβαίνει τοὺς θεόπνευστους Κανόνες. Ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ Οἰκονομία, δηλαδὴ ἡ ἐλαστικότητα τῶν Ἱερῶν Κανόνων ὅταν συντρέχουν σοβαροὶ λόγοι σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις, ἀποτελεῖ τὴν ἐξαίρεση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπεκτείνεται σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, εἰδ’ἄλλως δὲν μιλᾶμε γιὰ Οἰκονομία, ἀλλὰ γιὰ κατάργηση τοῦ Κανόνα, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεπίτρεπτη καὶ δὲν ὠφελεῖ, ὅπως ἡ γνήσια Οἰκονομία, ἀλλὰ ἀποθρασύνει.
Φρονοῦμε ὅτι τόσο οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι ὅσο καὶ οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας ποὺ ζητοῦν τὴν ἄρση τῆς ἀπαγόρευσης ἐκκλησιαστικῆς κήδευσης γιὰ τοὺς αὐτόχειρες, δὲν ἐπιδιώκουν τὴν ἀνάπαυση τῶν αὐτοχείρων, ἀλλὰ νὰ ἀποδομήσουν τὴν Ἐκκλησία, οἱ μὲν ἐπειδὴ νομίζουν ὅτι τὰ ξέρουν καλύτερα ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ θέλουν ὅλα νὰ τὰ διορθώσουν (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους καὶ τὴν παντογνωσία τους), οἱ δὲ γιὰ νὰ χτυπήσουν μὲ κάθε τρόπο τὴν Ἐκκλησία, ὅπως κάνουν σὲ πλεῖστα θέματα. Τὸ ἀξιοπερίεργο εἶναι ὅτι αὐτὲς οἱ δύο ὁμάδες, δηλαδὴ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ «ἀνανεωτὲς» καὶ οἱ «προοδευτικοὶ» ἀντιεκκλησιαστικοί, συνήθως σχηματίζουν κοινὰ μέτωπα στοὺς στόχους τους (γάμοι ὁμοφυλοφίλων, οἰκουμενισμός, μάθημα θρησκευτικῶν, καύση νεκρῶν κ.λπ.), ἔχοντας κοινὴ προέλευση τῶν ἰδεῶν τους.
Πιστεύουμε ὅτι ἡ ταπεινόφρων ἀφοσίωση στὴν Ἱερὰ Παράδοση, ἀποτελεῖ σὲ κάθε ἐποχή, ἐγγύηση τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς ὀρθῆς πορείας στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου.
_______________________________________________________
[i] «Περί τῶν κανονικῶν συνεπειῶν τῆς καύσεως νεκρῶν» Ἐγκύκλιος ΔΙΣ Πρωτ. 5055, Ἀριθμ. Διεκπ. 2415 Ἀθήνῃσι 29ῃ Ὀκτωβρίου 2014
[iii] Τὸ καλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ μνημόσυνα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς κεκοιμημένους εἶναι ἡ προσεκτικὴ ζωή μας, ὁ ἀγῶνας ποὺ θὰ κάνουμε, γιὰ νὰ κόψουμε τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ λαμπικάρουμε τὴν ψυχή μας. Γιατί ἡ δική μας ἐλευθερία ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὰ ψυχικὰ πάθη, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν δική μας ἀνακούφιση, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν ἀνακούφιση τῶν κεκοιμημένων προπάπων ὅλης τῆς γενιᾶς μας. Οἱ κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, ὅταν ἕνας ἀπόγονός τους εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Ἂν ἐμεῖς δὲν εἴμαστε σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, τότε ὑποφέρουν οἱ κεκοιμημένοι γονεῖς μας, ὁ παπποῦς μας, ὁ προπάππος μας, ὅλες οἱ γενεές. «Δὲς τί ἀπογόνους κάναμε!» λένε καὶ στεναχωριοῦνται. Ἂν ὅμως εἴμαστε σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, εὐφραίνονται, γιατί καὶ αὐτοὶ ἔγιναν συνεργοὶ νὰ γεννηθοῦμε καὶ ὁ Θεὸς κατὰ κάποιον τρόπο ὑποχρεώνεται νὰ τοὺς βοηθήσει. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ θὰ δώσει χαρὰ στοὺς κεκοιμημένους εἶναι νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ εὐαρεστήσουμε στὸν Θεὸ μὲ τὴν ζωή μας, ὥστε νὰ τοὺς συναντήσουμε στὸν Παράδεισο καὶ νὰ ζήσουμε ὅλοι μαζὶ στὴν αἰώνια ζωή. Ἑπομένως ἀξίζει τὸν κόπο νὰ χτυπήσουμε τὸν παλιό μας ἄνθρωπο, γιὰ νὰ γίνει καινὸς καὶ νὰ μὴν βλάπτει πιὰ οὔτε τὸν ἑαυτό του οὔτε ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ βοηθάει καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους, εἴτε ζῶντες εἴτε κεκοιμημένοι.
Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου – «Λόγοι Δ΄- Οἰκογενειακὴ ζωή», Ἔκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου Θεολόγου Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου