Ἐκεῖνο ποὺ ἔζησα, ἦταν ἡ ἀγνὴ καὶ ἀνόθευτη δύναμις τῆς Πεντηκοστῆς τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν ἐνθέων ἀνθρώπων τοῦ θείου Πνεύματος.
Ἐκεῖνο ποὺ ἔζησα, ἦταν ἡ ἀγνὴ καὶ ἀνόθευτη δύναμις τῆς Πεντηκοστῆς τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν ἐνθέων ἀνθρώπων τοῦ θείου Πνεύματος.
Εἶχα τὴν ἄνωθεν εὐλογία νὰ γνωρίσω τὸν Ἅγιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, ἤδη ἀπὸ τὸ 1981. Τὸν συνήντησα πολλὲς φορὲς στὴν αὐλὴ τῆς Καλύβης του, τῆς «Παναγούδας», ἄλλοτε μὲ κόσμο, κατὰ τὸ συνηθέστερον, ἄλλοτε ὄντας αὐτὸς τελείως μόνος, αὐτὸς καὶ ἡ ἐλαχιστότητά μου.
Κάποτε, τελείως ἀπροσδοκήτως καὶ ἀσχεδιάστως, βρέθηκα νὰ κάνω τὸν …«διερμηνέα» ἀνάμεσα στὸν Ἅγιο Παΐσιο καὶ σ’ ἕναν σκελετωμένο καὶ κουρελιασμένο γιόγκι, μὲ βαθουλωμένα γυάλινα μάτια, κυριολεκτικὰ ἀποστεωμένο ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀσιτία καὶ ἄσκηση. Ἡ ὅλη συνάντησις ἔγινε... γιὰ μένα ἐμπειρία ἀνεπανάληπτη.
Τὸν παράξενον αὐτὸν προσκυνητὴ τὸν εἶδα νὰ κάθεται ἀμίλητος καὶ σκεπτικὸς ἐπάνω στὸ μεγάλο πλατύπετρο πεζούλι, ποὺ ἦταν παραδίπλα στὴ συρμάτινη πόρτα τῆς αὐλῆς τῆς «Παναγούδας». Περίμενε πῶς καὶ πῶς νὰ ἐμφανισθεῖ ὁ Γέροντας καὶ νὰ τοῦ μιλήσει. Πῶς βρέθηκε αὐτὸς ἐκεῖ ἢ ποιὸς τοῦ μίλησε γιὰ τὸν Γέροντα, δὲν τὸ γνωρίζω. Μόλις εἶδε ἐμένα ἀναθάρρησε, διότι κατενόησε ὅτι κατὰ κάποιον τρόπον «ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα», ἡ εὐλογημένη ὥρα τῆς συναντήσεώς του μὲ τὸν μεγάλο Πατέρα καὶ Ἀσκητή. Ἀπ’ ὅ,τι φάνηκε καὶ ἀργότερα, ὁ σκελετωμένος γιόγκι διψοῦσε πραγματικὰ νὰ μάθει τὴν Ἀλήθεια, τὴν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, καταλαβαίνοντας βαθιὰ μέσα του ὅτι μὲ τὸν ἐπιζήμιο πνευματισμὸ τῆς αὐτοθεώσεώς του δὲν βρίσκεται καθόλου, μα καθόλου, σὲ ὀρθὸ καὶ θεάρεστο δρόμο.
Ἐχτύπησα, ἐλαφρὰ καὶ χωρὶς ἐπιμονή, τὸ κουδουνάκι τῆς ἐξωπόρτας. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ Κελλιοῦ καὶ ἐμφανίσθηκε ὁ Γέροντας. Μετὰ τὶς πρῶτες εἰσαγωγικὲς κουβέντες μὲ τὸν Γέροντα Παΐσιο («Τί ἔγινε παλληκάρι; Πῶς ἀπὸ ’δῶ;»), μᾶς πλησίασε δειλὰ-δειλὰ καὶ ὁ γιόγκι. Ἀμέσως ὁ Γέροντας κατενόησε περὶ τίνος πρόκειται. Τὰ ἀετήσια μάτια του «ἀκτινογράφησαν» παραχρῆμα τὴ βαβελικὴ κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόταν στ’ ἀλήθεια ὁ παράξενος αὐτὸς ἐπισκέπτης.
Ὁ φωτισμένος Γέροντας γύρισε πρὸς τὰ μένα καὶ μοῦ ἐζήτησε νὰ κάνω τὸν μεταφραστὴ τῶν λόγων του πρὸς τὸν γιόγκι. Τὸ αἴτημά του μὲ αἰφνιδίασε. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γιόγκι καὶ μένα, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος στὴν αὐλὴ τῆς «Παναγούδας» ἐκείνη τὴν ὥρα. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, τὸ μετέφερα στὸν γιόγκι στὰ ἀγγλικά. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἀπαντοῦσε ὁ γιόγκι, τὸ μετέφερα στὸν Ἅγιο Παΐσιο στὰ ἑλληνικά. Στὴν ἀρχὴ εἶχα πολὺ ἐνδοιασμό, τὸ κοινῶς λεγόμενο «τράκ». Ἀλλὰ τὸ θέμα ποῖο εἶναι; Δὲν ἄργησα νὰ διαπιστώσω ὅτι ὁ Ἅγιος κατελάβαινε ἀμέσως (στὸ δευτερόλεπτο!) καὶ τὰ δικά μου ἀγγλικὰ ἀλλὰ καὶ τοῦ γιόγκι. Καὶ, πρὶν προλάβω νὰ ὁλοκληρώσω τὴ μεταφορὰ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἀπαντήσεων, αὐτὸς (ὁ Ἅγιος Παΐσιος), μὲ ἕνα του νεῦμα, νεῦμα συντονισμοῦ, μοῦ ἔδινε νὰ καταλάβω ὅτι ἤδη κατενόησε, ὅτι συμφωνοῦσε μὲ τὴν ἀπόδοση τῶν λεγομένων του στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ μέρους μου καὶ, προκειμένου νὰ μὴ χάσουμε χρόνο, περνοῦσε ταχύτατα στὴ διατύπωση ἄλλων λεγομένων.
Ὁ κατὰ τ’ ἄλλα ἥσυχος καὶ χαμογελαστὸς γιόγκι, μπορῶ νὰ πῶ, ὅτι εἶχε γίνει ἐμφανῶς συνεπαρμένος ἀπὸ τὴ θεία Χάρη τῶν λόγων καὶ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Παϊσίου· κι ἐγώ, μετέφηβος τότε, παρὰ τὸν ἀρχικὸ δισταγμό μου, ἤμουν βαθιὰ ἱκανοποιημένος ποὺ δὲν «πῆγαν στράφι» οἱ πάλαι ποτέ «κουτσοαριστεύσεις» μου στὰ ἐγγλέζικα!!
Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ὅμως, τώρα δὰ καταλαβαίνω, ὅσο καταλαβαίνω, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἔζησα, ἦταν ἡ ἀγνὴ καὶ ἀνόθευτη δύναμις τῆς Πεντηκοστῆς τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν ἐνθέων ἀνθρώπων τοῦ θείου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ ἀθόρυβη Πεντηκοστὴ μᾶλλον ἦταν καλὰ «τυλιγμένη» στὴν ἁπλότητα ἱερῶν προσώπων, στὸν βίο τους ποὺ ἦταν γεμάτος προσευχὴ καὶ ἄσκηση, στὰ συμβάντα, τὰ γεγονότα καὶ τὶς συναντήσεις ποὺ κινεῖ μυστικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Στὴν παραδόξως ἥσυχη –γιὰ ἐκείνη τὴ μέρα– αὐλὴ τῆς «Παναγούδας», πλάι στὸν Ἅγιο Παΐσιο καὶ στὸν ταλαιπωρημένο πνευματικὰ γιόγκι, μὲ τὸ σκελετωμένο σῶμα, τὰ ρουφηχτὰ μάγουλα, τὰ ὁλοστρόγγυλα γυαλιστερὰ μάτια καὶ τὴ μακριὰ ἀχτένιστη, μπερδεμένη, ξανθοκόκκινη γενειάδα, ποὺ ἔμοιαζε ἐκείνη τὴν ὥρα σὰν ἕνα τσαλακωμένο συρματόσχοινο.
Ὅταν μάλιστα γύρισε ἡ κουβέντα γιὰ τὸ «Ἄκτιστο Φῶς», γιὰ τὰ πλάνα φῶτα τοῦ διαβόλου καὶ γιὰ τὰ διάφορα σχήματα ποὺ παίρνει, προκειμένου αὐτὸς νὰ παραπλανήσει τὸν ἄνθρωπο, εἶπα μέσα μου γιὰ μιὰ στιγμή:
— «Μὰ, πῶς θὰ τὰ πῶ ἐγὼ ὅλα αὐτὰ τὰ “θεολογικά”; Ποῦ θὰ βρῶ τὶς κατάλληλες λέξεις;»
Ἐκεῖ, πάνω σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση δισταγμοῦ καὶ ἀπορίας τοῦ ἑαυτοῦ μου, πιάνει ὁ Γέροντας μὲ δύναμη τὸν βραχίονά μου καὶ μοῦ λέγει:
— «Ἔλα, πές του τὰ!!...»
Γιὰ ὅσους δὲν γνωρίζουν ἢ δὲν τὸ θυμοῦνται, ὁ Γέροντας ἦταν πολὺ χειροδύναμος ἄνθρωπος. Μικρόσωμος μέν, ἀλλὰ χειροδύναμος. Ὅταν σ’ ἔπιανε, ἐνόμιζες ὅτι κυριολεκτικὰ σὲ γράπωνε τανάλια! Μόνον ποὺ αὐτὸ τὸ πιάσιμο τοῦ Γέροντα, ἦταν ἐνθαρρυντικό, προτρεπτικό, καρδιακὰ πατρικὸ καὶ καθόλου ἔμπονο ἢ ἐνοχλητικό.
Μὲ τὸ ποὺ πιάνει, λοιπόν, ὁ Γέροντας τὸν βραχίονά μου, λὲς κι ἕνα ἀόρατο ρεῦμα Χάριτος ἄρχισε νὰ φορτίζει καὶ νὰ κυβερνᾶ τὸν λόγο μου, ἄρχισα νὰ μεταφράζω ἀβίαστα, χωρὶς νὰ κομπιάζω πουθενὰ καὶ σὲ τίποτε! Κι αὐτὸ δὲν εἶναι οὔτε ὑπερβολὴ οὔτε καρύκευμα τοῦ λόγου. Μάλιστα, μέσα στὴν ἱερὴ φόρτιση τῶν λεγομένων (ὁ γιόγκι, ὅπως ἔγραψα καὶ πιὸ πάνω, εἶχε ἀλλοιωθεῖ, εἶχε συγκινηθεῖ, εἶχε μεταρσιωθεῖ, εἶχε γίνει «θεομεθυσμένος» μπορῶ νὰ πῶ!), ἔνιωθα στὴν κυριολεξία πόσο ἀχρείαστος καὶ περιττὸς ἤμουν, διότι καταλάβαινα μέσα μου ὅτι ὁ Ἅγιος Παΐσιος κατελάβαινε αὐτοστιγμεὶ τὰ ἀγγλικά μας (καὶ τὰ δικά μου ἀλλὰ καὶ τοῦ γιόγκι, ὁ ὁποῖος ρωτοῦσε, ὅλος δίψα καὶ ὅλος λαχτάρα νὰ μάθει γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας καὶ νὰ γευθεῖ τὴν Πνευματικότητά της).
Ἡ Πεντηκοστὴ τοῦ ἀγαπημένου μας Γέροντα πλημμύρισε καὶ τὶς δικές μας καρδιές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι, πλέον, κάθε συμβατικὴ μετάφραση καὶ μεταφορὰ τῶν ὁποιωνδήποτε ἐρωταποκρίσεων περίσσευε πέρα ὡς πέρα. Ὁ γιόγκι, ἐπίσης, ἦταν ἐνθουσιασμένος ποὺ βρῆκε, ἐπιτέλους, ἕναν θεοφώτιστο καὶ πνευματέμφορο ἄνθρωπο ἐπὶ τῆς γῆς νὰ τὸν καταλαβαίνει, νὰ καταλαβαίνει τὴν πνευματικὴ του σύγχυση, τὴν ἔνδοια, τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀγωνία του, νὰ διακρίνει τὸ βασανιστικὸ χάος τῆς πνευματικῆς του πτώσεως, χωρὶς ὅμως, οὔτε στὸ ἐλάχιστο, νὰ τὸν μέμφεται, νὰ τὸν ἐπιτιμᾷ, νὰ τὸν ἐπικρίνει καὶ νὰ τὸν ἐξουθενώνει.
Ἐν κατακλείδι, ὁ Ἅγιος Γέροντας τοῦ συνέστησε ποῦ νὰ πάει, ποῖον Πνευματικὸ νὰ δεῖ (ὁ Πνευματικὸς αὐτὸς ἔχει ἤδη κοιμηθεῖ, ἦταν ὄντως μεγάλος ἀγωνιστὴς καὶ ὅσιος ἀνὴρ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁ ὁποῖος εἶχε σὲ ὅλη του τὴ ζωή σύμβουλο, ὁδηγὸ καὶ συμπορευτὴ τὸν Ἅγιο Παΐσιο), τοῦ μίλησε γιὰ τὴν εἰδοποιὸ καὶ ἀγεφύρωτη διαφορὰ τοῦ «Ἀκτίστου Φωτός» μὲ ἐκεῖνο τὸ ἐπίπλαστο καὶ μισόθεο φῶς ποὺ στέλνει ἐπίτηδες ὁ σατανᾶς, προκειμένου νὰ ξεγελάσει τὸν ἄνθρωπο καὶ δὴ τοὺς μοναχούς.
Ἐπὶ λέξει, τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας τὰ ἑξῆς:
— «Στέλνει καὶ σ’ ἐμᾶς τέτοια φῶτα ὁ διάβολος, ἀλλὰ, ἐμεῖς, ξέρεις τί τοῦ κάνουμε; Τοῦ γυρίζουμε τὴν πλάτη σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ φῶτα! Ἐσεῖς, πάλι, τί κάνετε; Τρίβετε μὲ βία τὰ μάτια σας καὶ τὰ διάφορα ἀστεράκια καὶ φῶτα ποὺ βλέπετε, τὰ περνᾶτε γιὰ τὸ Ἄκτιστο Φῶς! Ἔτσι δὲν εἶναι; Αὐτὸ δὲν κάνετε;..»
[Ἐδῶ, συμφώνησε ἀπολύτως ὁ γιόγκι.]
Μὲ πατρικὸ τόνο ἀλλὰ καὶ μὲ αὐθεντικὴ πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ εἶπε, ὅτι ὅλο αὐτὸ ποὺ τοῦ συμβαίνει οὐσιαστικὰ εἶναι τὸ πατρικὸ «τράβηγμα» τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν «γιακὰ» τῆς ὑπάρξεώς του· τοῦ εἶπε, ἐπίσης, «νὰ μὴ στεναχωριέται», ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἀφήσει ἔτσι, τοῦ συνέστησε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ λέγει συνεχῶς τὴν «Εὐχή».
Σὲ αὐτὴ τὴν τρισευλογημένη συνάντηση ὁ γιόγκι κατενόησε πολὺ καλὰ μέσα του, ὅτι τόσα χρόνια, μὲ τὸν πλανερὸ καὶ ψυχόλεθρο πνευματισμὸ τῆς παραδόσεώς τους, τὸ μόνο ποὺ κατάφερε εἶναι νὰ κρατᾷ ἐντός του μανιωδῶς ἕνα ἀσήμαντο σκουριασμένο μπακίρι· καὶ, μὲ τὸν φωτισμένο ἀλλὰ ἀφυπνιστικὸ λόγο τοῦ Ἁγίου, εἶδε, ἔστω μέσα στὸ μισάωρο τῆς κουβέντας μας, τὸν ἄφθαρτο καὶ ὑπερστίλβοντα χρυσὸ τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας.
Ὅλα αὐτὰ θυμᾶμαι ὅτι ἔγιναν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1990, μετὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἕναν μῆνα ἀργότερα, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πῆγα νὰ προσκυνήσω τὴ λάρνακα τοῦ Μυροβλύτου Ἁγίου. Πλησιάζοντας ἀνυποψίαστος τὸ ἱερὸ σκήνωμα, αἰσθάνομαι ἕναν νὰ πέφτει μὲ φόρα κατὰ πάνω μου καὶ νὰ μὲ ἀγκαλιάζει σφιχτά, μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἐνθουσιασμό:
— «My brother (εἶπε τὸ ὄνομά μου)!... My brother!...»
Ὅλοι γύριζαν ἀπορημένοι νὰ μᾶς κοιτοῦν μέσα στὴν ὑποβλητικὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Κι αὐτὸς ποὺ φώναζε μὲ τέτοιο ἀκράτητο ἐνθουσιασμὸ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν γιόγκι ποὺ εἶχα συναντήσει πρὶν ἕναν μῆνα στὴ φιλόξενη αὐλὴ τῆς «Παναγούδας», ὁ ὁποῖος αὐτὴ τὴ φορὰ εἶχε ἔλθει σὰν ταπεινὸς προσκυνητὴς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.
Προσκυνήσαμε, καθίσαμε κάπου σὲ δύο καθίσματα ἐντὸς τοῦ μεγάλου προσκυνηματικοῦ Ναοῦ, καὶ ἐκεῖ μὲ ρωτοῦσε συνεχῶς γιὰ πάρα πολλὰ θέματα («Τί εἶναι ἡ Λειτουργία;», «Τί εἶναι τὸ Ἀντίδωρο;», κ.ά.), ἔχοντας ἐκείνη τὴν ἐπίμονη ἐσωτερικὴ δίψα νὰ μάθει, νὰ μάθει καὶ νὰ ζήσει, νὰ ζήσει αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς πολλὲς φορές, δυστυχῶς, ξεχνοῦμε, ἀπαξιοῦμε, προσπερνοῦμε, διαστρεβλώνουμε, καὶ, μὲ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον θλιβερὸ τρόπο, δυστυχῶς, ἀφήνουμε νὰ φύγει ἀπὸ ἐμᾶς κι ἐμεῖς νὰ φεύγουμε ἀπὸ αὐτό· ὁ γιόγκι ζητοῦσε νὰ μάθει τὰ πάντα γιὰ τὴ φιλτάτη Ὀρθοδοξία μας!
Ἡ θεία Πεντηκοστὴ τῶν Ἁγίων καταργεῖ τὴν πολυγλωσσία, τὴν πολυφωνία, τὴν κενολογία, τὴν ἀσοφία καὶ μωρία τοῦ ἐγκεφάλου, τὴν ἀνεπάρκεια τῆς νοησιαρχίας, τὸ θεομάχο λάλημα, τὴ διάσπαση τῶν λογισμῶν, τὴ σύγχυση τῶν φρενῶν, τὴ διάσταση τῶν γηΐνων ἀντιλήψεων· καὶ, μὲ τὴ μυστικὴ ἐπίσκεψη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, στομώνει, ἑνώνει καὶ ἰθύνει τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν καὶ καλοπροαιρέτων ἀνθρώπων πρὸς τὴ σωτήρια Ἀγάπη καὶ μόνη Ἀλήθεια τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖνο ποὺ ἔζησα, ἦταν ἡ ἀγνὴ καὶ ἀνόθευτη δύναμις τῆς Πεντηκοστῆς τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν ἐνθέων ἀνθρώπων τοῦ θείου Πνεύματος.
Εἶχα τὴν ἄνωθεν εὐλογία νὰ γνωρίσω τὸν Ἅγιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, ἤδη ἀπὸ τὸ 1981. Τὸν συνήντησα πολλὲς φορὲς στὴν αὐλὴ τῆς Καλύβης του, τῆς «Παναγούδας», ἄλλοτε μὲ κόσμο, κατὰ τὸ συνηθέστερον, ἄλλοτε ὄντας αὐτὸς τελείως μόνος, αὐτὸς καὶ ἡ ἐλαχιστότητά μου.
Κάποτε, τελείως ἀπροσδοκήτως καὶ ἀσχεδιάστως, βρέθηκα νὰ κάνω τὸν …«διερμηνέα» ἀνάμεσα στὸν Ἅγιο Παΐσιο καὶ σ’ ἕναν σκελετωμένο καὶ κουρελιασμένο γιόγκι, μὲ βαθουλωμένα γυάλινα μάτια, κυριολεκτικὰ ἀποστεωμένο ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀσιτία καὶ ἄσκηση. Ἡ ὅλη συνάντησις ἔγινε... γιὰ μένα ἐμπειρία ἀνεπανάληπτη.
Τὸν παράξενον αὐτὸν προσκυνητὴ τὸν εἶδα νὰ κάθεται ἀμίλητος καὶ σκεπτικὸς ἐπάνω στὸ μεγάλο πλατύπετρο πεζούλι, ποὺ ἦταν παραδίπλα στὴ συρμάτινη πόρτα τῆς αὐλῆς τῆς «Παναγούδας». Περίμενε πῶς καὶ πῶς νὰ ἐμφανισθεῖ ὁ Γέροντας καὶ νὰ τοῦ μιλήσει. Πῶς βρέθηκε αὐτὸς ἐκεῖ ἢ ποιὸς τοῦ μίλησε γιὰ τὸν Γέροντα, δὲν τὸ γνωρίζω. Μόλις εἶδε ἐμένα ἀναθάρρησε, διότι κατενόησε ὅτι κατὰ κάποιον τρόπον «ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα», ἡ εὐλογημένη ὥρα τῆς συναντήσεώς του μὲ τὸν μεγάλο Πατέρα καὶ Ἀσκητή. Ἀπ’ ὅ,τι φάνηκε καὶ ἀργότερα, ὁ σκελετωμένος γιόγκι διψοῦσε πραγματικὰ νὰ μάθει τὴν Ἀλήθεια, τὴν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, καταλαβαίνοντας βαθιὰ μέσα του ὅτι μὲ τὸν ἐπιζήμιο πνευματισμὸ τῆς αὐτοθεώσεώς του δὲν βρίσκεται καθόλου, μα καθόλου, σὲ ὀρθὸ καὶ θεάρεστο δρόμο.
Ἐχτύπησα, ἐλαφρὰ καὶ χωρὶς ἐπιμονή, τὸ κουδουνάκι τῆς ἐξωπόρτας. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ Κελλιοῦ καὶ ἐμφανίσθηκε ὁ Γέροντας. Μετὰ τὶς πρῶτες εἰσαγωγικὲς κουβέντες μὲ τὸν Γέροντα Παΐσιο («Τί ἔγινε παλληκάρι; Πῶς ἀπὸ ’δῶ;»), μᾶς πλησίασε δειλὰ-δειλὰ καὶ ὁ γιόγκι. Ἀμέσως ὁ Γέροντας κατενόησε περὶ τίνος πρόκειται. Τὰ ἀετήσια μάτια του «ἀκτινογράφησαν» παραχρῆμα τὴ βαβελικὴ κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόταν στ’ ἀλήθεια ὁ παράξενος αὐτὸς ἐπισκέπτης.
Ὁ φωτισμένος Γέροντας γύρισε πρὸς τὰ μένα καὶ μοῦ ἐζήτησε νὰ κάνω τὸν μεταφραστὴ τῶν λόγων του πρὸς τὸν γιόγκι. Τὸ αἴτημά του μὲ αἰφνιδίασε. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γιόγκι καὶ μένα, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος στὴν αὐλὴ τῆς «Παναγούδας» ἐκείνη τὴν ὥρα. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, τὸ μετέφερα στὸν γιόγκι στὰ ἀγγλικά. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἀπαντοῦσε ὁ γιόγκι, τὸ μετέφερα στὸν Ἅγιο Παΐσιο στὰ ἑλληνικά. Στὴν ἀρχὴ εἶχα πολὺ ἐνδοιασμό, τὸ κοινῶς λεγόμενο «τράκ». Ἀλλὰ τὸ θέμα ποῖο εἶναι; Δὲν ἄργησα νὰ διαπιστώσω ὅτι ὁ Ἅγιος κατελάβαινε ἀμέσως (στὸ δευτερόλεπτο!) καὶ τὰ δικά μου ἀγγλικὰ ἀλλὰ καὶ τοῦ γιόγκι. Καὶ, πρὶν προλάβω νὰ ὁλοκληρώσω τὴ μεταφορὰ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἀπαντήσεων, αὐτὸς (ὁ Ἅγιος Παΐσιος), μὲ ἕνα του νεῦμα, νεῦμα συντονισμοῦ, μοῦ ἔδινε νὰ καταλάβω ὅτι ἤδη κατενόησε, ὅτι συμφωνοῦσε μὲ τὴν ἀπόδοση τῶν λεγομένων του στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ μέρους μου καὶ, προκειμένου νὰ μὴ χάσουμε χρόνο, περνοῦσε ταχύτατα στὴ διατύπωση ἄλλων λεγομένων.
Ὁ κατὰ τ’ ἄλλα ἥσυχος καὶ χαμογελαστὸς γιόγκι, μπορῶ νὰ πῶ, ὅτι εἶχε γίνει ἐμφανῶς συνεπαρμένος ἀπὸ τὴ θεία Χάρη τῶν λόγων καὶ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Παϊσίου· κι ἐγώ, μετέφηβος τότε, παρὰ τὸν ἀρχικὸ δισταγμό μου, ἤμουν βαθιὰ ἱκανοποιημένος ποὺ δὲν «πῆγαν στράφι» οἱ πάλαι ποτέ «κουτσοαριστεύσεις» μου στὰ ἐγγλέζικα!!
Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ὅμως, τώρα δὰ καταλαβαίνω, ὅσο καταλαβαίνω, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἔζησα, ἦταν ἡ ἀγνὴ καὶ ἀνόθευτη δύναμις τῆς Πεντηκοστῆς τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν ἐνθέων ἀνθρώπων τοῦ θείου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ ἀθόρυβη Πεντηκοστὴ μᾶλλον ἦταν καλὰ «τυλιγμένη» στὴν ἁπλότητα ἱερῶν προσώπων, στὸν βίο τους ποὺ ἦταν γεμάτος προσευχὴ καὶ ἄσκηση, στὰ συμβάντα, τὰ γεγονότα καὶ τὶς συναντήσεις ποὺ κινεῖ μυστικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Στὴν παραδόξως ἥσυχη –γιὰ ἐκείνη τὴ μέρα– αὐλὴ τῆς «Παναγούδας», πλάι στὸν Ἅγιο Παΐσιο καὶ στὸν ταλαιπωρημένο πνευματικὰ γιόγκι, μὲ τὸ σκελετωμένο σῶμα, τὰ ρουφηχτὰ μάγουλα, τὰ ὁλοστρόγγυλα γυαλιστερὰ μάτια καὶ τὴ μακριὰ ἀχτένιστη, μπερδεμένη, ξανθοκόκκινη γενειάδα, ποὺ ἔμοιαζε ἐκείνη τὴν ὥρα σὰν ἕνα τσαλακωμένο συρματόσχοινο.
Ὅταν μάλιστα γύρισε ἡ κουβέντα γιὰ τὸ «Ἄκτιστο Φῶς», γιὰ τὰ πλάνα φῶτα τοῦ διαβόλου καὶ γιὰ τὰ διάφορα σχήματα ποὺ παίρνει, προκειμένου αὐτὸς νὰ παραπλανήσει τὸν ἄνθρωπο, εἶπα μέσα μου γιὰ μιὰ στιγμή:
— «Μὰ, πῶς θὰ τὰ πῶ ἐγὼ ὅλα αὐτὰ τὰ “θεολογικά”; Ποῦ θὰ βρῶ τὶς κατάλληλες λέξεις;»
Ἐκεῖ, πάνω σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση δισταγμοῦ καὶ ἀπορίας τοῦ ἑαυτοῦ μου, πιάνει ὁ Γέροντας μὲ δύναμη τὸν βραχίονά μου καὶ μοῦ λέγει:
— «Ἔλα, πές του τὰ!!...»
Γιὰ ὅσους δὲν γνωρίζουν ἢ δὲν τὸ θυμοῦνται, ὁ Γέροντας ἦταν πολὺ χειροδύναμος ἄνθρωπος. Μικρόσωμος μέν, ἀλλὰ χειροδύναμος. Ὅταν σ’ ἔπιανε, ἐνόμιζες ὅτι κυριολεκτικὰ σὲ γράπωνε τανάλια! Μόνον ποὺ αὐτὸ τὸ πιάσιμο τοῦ Γέροντα, ἦταν ἐνθαρρυντικό, προτρεπτικό, καρδιακὰ πατρικὸ καὶ καθόλου ἔμπονο ἢ ἐνοχλητικό.
Μὲ τὸ ποὺ πιάνει, λοιπόν, ὁ Γέροντας τὸν βραχίονά μου, λὲς κι ἕνα ἀόρατο ρεῦμα Χάριτος ἄρχισε νὰ φορτίζει καὶ νὰ κυβερνᾶ τὸν λόγο μου, ἄρχισα νὰ μεταφράζω ἀβίαστα, χωρὶς νὰ κομπιάζω πουθενὰ καὶ σὲ τίποτε! Κι αὐτὸ δὲν εἶναι οὔτε ὑπερβολὴ οὔτε καρύκευμα τοῦ λόγου. Μάλιστα, μέσα στὴν ἱερὴ φόρτιση τῶν λεγομένων (ὁ γιόγκι, ὅπως ἔγραψα καὶ πιὸ πάνω, εἶχε ἀλλοιωθεῖ, εἶχε συγκινηθεῖ, εἶχε μεταρσιωθεῖ, εἶχε γίνει «θεομεθυσμένος» μπορῶ νὰ πῶ!), ἔνιωθα στὴν κυριολεξία πόσο ἀχρείαστος καὶ περιττὸς ἤμουν, διότι καταλάβαινα μέσα μου ὅτι ὁ Ἅγιος Παΐσιος κατελάβαινε αὐτοστιγμεὶ τὰ ἀγγλικά μας (καὶ τὰ δικά μου ἀλλὰ καὶ τοῦ γιόγκι, ὁ ὁποῖος ρωτοῦσε, ὅλος δίψα καὶ ὅλος λαχτάρα νὰ μάθει γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας καὶ νὰ γευθεῖ τὴν Πνευματικότητά της).
Ἡ Πεντηκοστὴ τοῦ ἀγαπημένου μας Γέροντα πλημμύρισε καὶ τὶς δικές μας καρδιές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι, πλέον, κάθε συμβατικὴ μετάφραση καὶ μεταφορὰ τῶν ὁποιωνδήποτε ἐρωταποκρίσεων περίσσευε πέρα ὡς πέρα. Ὁ γιόγκι, ἐπίσης, ἦταν ἐνθουσιασμένος ποὺ βρῆκε, ἐπιτέλους, ἕναν θεοφώτιστο καὶ πνευματέμφορο ἄνθρωπο ἐπὶ τῆς γῆς νὰ τὸν καταλαβαίνει, νὰ καταλαβαίνει τὴν πνευματικὴ του σύγχυση, τὴν ἔνδοια, τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀγωνία του, νὰ διακρίνει τὸ βασανιστικὸ χάος τῆς πνευματικῆς του πτώσεως, χωρὶς ὅμως, οὔτε στὸ ἐλάχιστο, νὰ τὸν μέμφεται, νὰ τὸν ἐπιτιμᾷ, νὰ τὸν ἐπικρίνει καὶ νὰ τὸν ἐξουθενώνει.
Ἐν κατακλείδι, ὁ Ἅγιος Γέροντας τοῦ συνέστησε ποῦ νὰ πάει, ποῖον Πνευματικὸ νὰ δεῖ (ὁ Πνευματικὸς αὐτὸς ἔχει ἤδη κοιμηθεῖ, ἦταν ὄντως μεγάλος ἀγωνιστὴς καὶ ὅσιος ἀνὴρ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁ ὁποῖος εἶχε σὲ ὅλη του τὴ ζωή σύμβουλο, ὁδηγὸ καὶ συμπορευτὴ τὸν Ἅγιο Παΐσιο), τοῦ μίλησε γιὰ τὴν εἰδοποιὸ καὶ ἀγεφύρωτη διαφορὰ τοῦ «Ἀκτίστου Φωτός» μὲ ἐκεῖνο τὸ ἐπίπλαστο καὶ μισόθεο φῶς ποὺ στέλνει ἐπίτηδες ὁ σατανᾶς, προκειμένου νὰ ξεγελάσει τὸν ἄνθρωπο καὶ δὴ τοὺς μοναχούς.
Ἐπὶ λέξει, τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας τὰ ἑξῆς:
— «Στέλνει καὶ σ’ ἐμᾶς τέτοια φῶτα ὁ διάβολος, ἀλλὰ, ἐμεῖς, ξέρεις τί τοῦ κάνουμε; Τοῦ γυρίζουμε τὴν πλάτη σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ φῶτα! Ἐσεῖς, πάλι, τί κάνετε; Τρίβετε μὲ βία τὰ μάτια σας καὶ τὰ διάφορα ἀστεράκια καὶ φῶτα ποὺ βλέπετε, τὰ περνᾶτε γιὰ τὸ Ἄκτιστο Φῶς! Ἔτσι δὲν εἶναι; Αὐτὸ δὲν κάνετε;..»
[Ἐδῶ, συμφώνησε ἀπολύτως ὁ γιόγκι.]
Μὲ πατρικὸ τόνο ἀλλὰ καὶ μὲ αὐθεντικὴ πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ εἶπε, ὅτι ὅλο αὐτὸ ποὺ τοῦ συμβαίνει οὐσιαστικὰ εἶναι τὸ πατρικὸ «τράβηγμα» τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν «γιακὰ» τῆς ὑπάρξεώς του· τοῦ εἶπε, ἐπίσης, «νὰ μὴ στεναχωριέται», ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἀφήσει ἔτσι, τοῦ συνέστησε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ λέγει συνεχῶς τὴν «Εὐχή».
Σὲ αὐτὴ τὴν τρισευλογημένη συνάντηση ὁ γιόγκι κατενόησε πολὺ καλὰ μέσα του, ὅτι τόσα χρόνια, μὲ τὸν πλανερὸ καὶ ψυχόλεθρο πνευματισμὸ τῆς παραδόσεώς τους, τὸ μόνο ποὺ κατάφερε εἶναι νὰ κρατᾷ ἐντός του μανιωδῶς ἕνα ἀσήμαντο σκουριασμένο μπακίρι· καὶ, μὲ τὸν φωτισμένο ἀλλὰ ἀφυπνιστικὸ λόγο τοῦ Ἁγίου, εἶδε, ἔστω μέσα στὸ μισάωρο τῆς κουβέντας μας, τὸν ἄφθαρτο καὶ ὑπερστίλβοντα χρυσὸ τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας.
Ὅλα αὐτὰ θυμᾶμαι ὅτι ἔγιναν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1990, μετὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἕναν μῆνα ἀργότερα, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πῆγα νὰ προσκυνήσω τὴ λάρνακα τοῦ Μυροβλύτου Ἁγίου. Πλησιάζοντας ἀνυποψίαστος τὸ ἱερὸ σκήνωμα, αἰσθάνομαι ἕναν νὰ πέφτει μὲ φόρα κατὰ πάνω μου καὶ νὰ μὲ ἀγκαλιάζει σφιχτά, μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἐνθουσιασμό:
— «My brother (εἶπε τὸ ὄνομά μου)!... My brother!...»
Ὅλοι γύριζαν ἀπορημένοι νὰ μᾶς κοιτοῦν μέσα στὴν ὑποβλητικὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Κι αὐτὸς ποὺ φώναζε μὲ τέτοιο ἀκράτητο ἐνθουσιασμὸ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν γιόγκι ποὺ εἶχα συναντήσει πρὶν ἕναν μῆνα στὴ φιλόξενη αὐλὴ τῆς «Παναγούδας», ὁ ὁποῖος αὐτὴ τὴ φορὰ εἶχε ἔλθει σὰν ταπεινὸς προσκυνητὴς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.
Προσκυνήσαμε, καθίσαμε κάπου σὲ δύο καθίσματα ἐντὸς τοῦ μεγάλου προσκυνηματικοῦ Ναοῦ, καὶ ἐκεῖ μὲ ρωτοῦσε συνεχῶς γιὰ πάρα πολλὰ θέματα («Τί εἶναι ἡ Λειτουργία;», «Τί εἶναι τὸ Ἀντίδωρο;», κ.ά.), ἔχοντας ἐκείνη τὴν ἐπίμονη ἐσωτερικὴ δίψα νὰ μάθει, νὰ μάθει καὶ νὰ ζήσει, νὰ ζήσει αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς πολλὲς φορές, δυστυχῶς, ξεχνοῦμε, ἀπαξιοῦμε, προσπερνοῦμε, διαστρεβλώνουμε, καὶ, μὲ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον θλιβερὸ τρόπο, δυστυχῶς, ἀφήνουμε νὰ φύγει ἀπὸ ἐμᾶς κι ἐμεῖς νὰ φεύγουμε ἀπὸ αὐτό· ὁ γιόγκι ζητοῦσε νὰ μάθει τὰ πάντα γιὰ τὴ φιλτάτη Ὀρθοδοξία μας!
Ἡ θεία Πεντηκοστὴ τῶν Ἁγίων καταργεῖ τὴν πολυγλωσσία, τὴν πολυφωνία, τὴν κενολογία, τὴν ἀσοφία καὶ μωρία τοῦ ἐγκεφάλου, τὴν ἀνεπάρκεια τῆς νοησιαρχίας, τὸ θεομάχο λάλημα, τὴ διάσπαση τῶν λογισμῶν, τὴ σύγχυση τῶν φρενῶν, τὴ διάσταση τῶν γηΐνων ἀντιλήψεων· καὶ, μὲ τὴ μυστικὴ ἐπίσκεψη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, στομώνει, ἑνώνει καὶ ἰθύνει τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν καὶ καλοπροαιρέτων ἀνθρώπων πρὸς τὴ σωτήρια Ἀγάπη καὶ μόνη Ἀλήθεια τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ἔσχατος καὶ ἔσχατος πάντων·
† Ἀρχιμ. Δ.Α.Σ.
† Ἀρχιμ. Δ.Α.Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου