Ἡ ἐπιστημονικὴ μελέτη τῶν Cristina E. Parau (Μεταδιδακτορικὴ ἐρευνήτρια Πολιτικῆς καὶ Δικαίου στὸ Πανεπιστήμιο Renne) καὶ Gaëtan Cliquennois (Διευθυντὴς Ἐρευνῶν στὸ Ἐθνικὸ Κέντρο Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν τῆς Γαλλίας) ποὺ δημοσιεύτηκε στὶς 30 Ὀκτωβρίου τοῦ 2026 στὸ ἀκαδημαϊκὸ περιοδικὸ "International Journal of Constitutional Law" (Oxford University Press), ἐξετάζει τὴν ἐν πολλοῖς παρασκηνιακὴ ἀντιπαράθεση μεταξὺ συντηρητικῶν ὀργανώσεων καὶ τοῦ κυρίαρχου φιλελεύθερου δικτύου ἐπαγγελματιῶν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ποὺ δραστηριοποιεῖται στὸ θεσμικὸ περιβάλλον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (ΕΔΔΑ) στὸ Στρασβοῦργο.
Ἑστιάζει κυρίως στὴν ἐκστρατεία ποὺ ἀνέπτυξε κατὰ τὴν περίοδο 2020-2024 τὸ European Centre for Law and Justice (ECLJ), ἀναδεικνύοντας ζητήματα πιθανῶν συγκρούσεων συμφερόντων μεταξὺ δικαστῶν τοῦ ΕΔΔΑ, Μὴ Κυβερνητικῶν Ὀργανώσεων (ΜΚΟ) καὶ ἄλλων ἰδιωτικῶν ἱδρυμάτων.
Στὴν ἐπιστημονικὴ δημοσίευση ἀναδεικνύεται ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μιὰ σχετικὰ μικρὴ ὀργάνωση μὲ συντηρητικὲς θέσεις, ὅπως τὸ ECLJ, κατόρθωσε νὰ συμβάλει στὴν τροποποίηση διαδικαστικῶν κανόνων τοῦ Δικαστηρίου, παρὰ... τὴν περιορισμένη θεσμική της ἐπιρροή.
Οἱ δύο συγγραφεῖς ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ εὐρωπαϊκὸ σύστημα προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων διαμορφώνεται ἀπὸ ἕνα διακρατικὸ δίκτυο δικαστῶν, ἀκαδημαϊκῶν, στελεχῶν διεθνῶν ὀργανισμῶν καὶ ΜΚΟ (epistemic community), τὸ ὁποῖο διακρίνεται ἀπὸ κοινὲς ἀντιλήψεις καὶ τὴν ὑποστήριξη μιᾶς ἐξελικτικῆς ἑρμηνείας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Σύμβασης Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία τοῦ «ζωντανοῦ ἐργαλείου» ("living instrument").
Ἰδιαίτερη σημασία ἀποδίδεται στὶς ἐπαγγελματικὲς μετακινήσεις μεταξὺ ΜΚΟ καὶ διεθνῶν δικαιοδοτικῶν ὀργάνων καθὼς καὶ στὴ χρηματοδότηση ὀργανώσεων ἀπὸ ἰδιωτικὰ ἱδρύματα, ὅπως τὰ Open Society Foundations τοῦ George Soros, τὸ Ford Foundation καὶ τὸ MacArthur Foundation.
Ἀπέναντί του ἀναπτύσσεται ἕνα ἀνταγωνιστικὸ συντηρητικὸ δίκτυο, μὲ σημαντικότερους ἐκπροσώπους τὸ ECLJ, τὴν Alliance Defending Freedom International καὶ τὴν πολωνικὴ Ordo Iuris, ποὺ προκρίνει μιὰ περισσότερο περιοριστικὴ ἑρμηνεία τῆς ΕΣΔΑ καὶ ἀμφισβητεῖ ὁρισμένες «προοδευτικὲς» θέσεις τῆς νομολογίας του. Οἱ ὀργανώσεις αὐτὲς ὑποστηρίζουν παραδοσιακὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, τὴν προστασία τῆς ζωῆς, τὸν γάμο, τὴν οἰκογένεια καὶ τὴ θρησκευτικὴ ἐλευθερία. Παράλληλα, προκρίνουν μιὰ ἑρμηνεία τῆς ΕΣΔΑ περισσότερο προσανατολισμένη στὴν ἀρχικὴ πρόθεση τῶν συντακτῶν της (originalist interpretation), σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐξελικτικὴ ἑρμηνεία ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ΕΔΔΑ.
Σαφὴς ἀναφορὰ γίνεται στὴ σημαντικὴ οἰκονομικὴ ἀνισορροπία μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν. Ἀναφέρεται ὅτι 28 ἀμερικανικὲς συντηρητικὲς ὀργανώσεις δαπάνησαν στὴν Εὐρώπη κατὰ τὸ διάστημα 2007-2018 88 ἑκατομμύρια δολάρια ἐνῷ μόνο τὸ Open Society Foundations ξόδεψε 946 ἑκατομμύρια δολάρια μεταξὺ 1999 καὶ 2018.
Καθοριστικὸ σημεῖο τῆς ἀντιπαράθεσης ἀποτέλεσε ἡ δημοσίευση τῆς ἔκθεσης τοῦ ECLJ τὸ 2020 μὲ τίτλο «ΜΚΟ καὶ οἱ Δικαστὲς τοῦ ΕΔΔΑ 2009-2019» ("NGOs and the Judges of the ECHR 2009–2019"). Σύμφωνα μὲ τὴν ἔκθεση, ἀπὸ τοὺς 100 μόνιμους δικαστὲς ποὺ ὑπηρέτησαν στὸ ΕΔΔΑ κατὰ τὴν περίοδο 2009-2019, τοὐλάχιστον 22 εἶχαν προηγούμενες ἐπαγγελματικὲς ἢ ὀργανωτικὲς σχέσεις μὲ 7 ΜΚΟ ποὺ δραστηριοποιοῦνταν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου (οἱ 12 ἐξ αὐτῶν συνδέονταν μὲ τὸ εὐρύτερο δίκτυο τοῦ Open Society Foundations).
Εἰδικότερα, 12 δικαστὲς φέρονταν νὰ συνδέονται μὲ τὸ δίκτυο Open Society Foundations τοῦ George Soros, 7 μὲ τὶς Ἐπιτροπὲς Ἐλσίνκι καὶ πέντε μὲ τὴν International Commission of Jurists. Ἐπιπλέον, τὸ ECLJ ὑποστήριξε μὲ τὴν ἐν λόγῳ ἔκθεση ὅτι σὲ 88 ἀπὸ 185 ὑποθέσεις στὶς ὁποῖες συμμετεῖχαν οἱ συγκεκριμένες ὀργανώσεις, δικαστὲς μὲ προηγούμενες σχέσεις μὲ ἐμπλεκόμενη ΜΚΟ συμμετεῖχαν στὴ δικαστικὴ σύνθεση ἐγείροντας ζητήματα ἀνεξαρτησίας καὶ ἀμεροληψίας τοῦ Δικαστηρίου.
Μὲ νέα ἔκθεσή του τὸ 2023, τὸ ECLJ ὑποστήριξε ὅτι σὲ 34 ἀπὸ 114 ὑποθέσεις τοῦ ΕΔΔΑ, στὶς ὁποῖες εἶχαν παρέμβει 6 συγκεκριμένες ΜΚΟ, καταγράφηκαν συνολικὰ 54 περιπτώσεις ποὺ ἡ ὀργάνωση χαρακτήρισε ὡς ἄμεσες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξὺ δικαστῶν καὶ ΜΚΟ. 7 ἀπὸ τὶς 34 ὑποθέσεις ἀφοροῦσαν ἀποφάσεις τοῦ Τμήματος Εὐρείας Συνθέσεως. Οἱ καταγγελίες ἐπεκτάθηκαν καὶ στὴ Γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου, λόγῳ τῶν προηγούμενων ἐπαγγελματικῶν σχέσεων ὁρισμένων στελεχῶν τῆς μὲ ΜΚΟ.
Ἡ δημοσιοποίηση τῶν ἐκθέσεων προκάλεσε πολιτικὲς ἀντιδράσεις σὲ ἐθνικὸ καὶ ὑπερεθνικὸ ἐπίπεδο. Μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Συνέλευσης τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης (PACE) ὑπέβαλαν ἐρωτήσεις πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴ Ὑπουργῶν, ἐνῷ τὸν Νοέμβριο τοῦ 2022 εἴκοσι κοινοβουλευτικοὶ ἐκπρόσωποι ἀπὸ δεκατρία κράτη κατέθεσαν πρόταση ψηφίσματος γιὰ τὶς συγκρούσεις συμφερόντων στὸ ΕΔΔΑ.
Παράλληλα, τὸ ECLJ συγκέντρωσε περίπου 60.000 ὑπογραφὲς ὑπὲρ τῆς διερεύνησης τῶν καταγγελιῶν καὶ τῆς ἐνίσχυσης τῶν ἐγγυήσεων δικαστικῆς ἀμεροληψίας. Στὴ συζήτηση παρενέβησαν ἐπίσης κυβερνητικοὶ ἀξιωματοῦχοι, μεταξὺ ἄλλων ἀπὸ τὴ Ρωσία, τὴν Τουρκία καὶ τὴ Βουλγαρία, ἀξιοποιῶντας τὶς καταγγελίες γιὰ νὰ ἐπαναφέρουν προϋπάρχουσες ἐπιφυλάξεις σχετικὰ μὲ τὴ λειτουργία τοῦ Δικαστηρίου.
Ἡ ἡγεσία τοῦ ΕΔΔΑ ἀπέρριψε τὶς αἰτιάσεις περὶ ἀθέμιτης ἐπιρροῆς τῶν ΜΚΟ. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 2020, ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, Robert Spano, ὑποστήριξε ὅτι ἡ προηγούμενη ἐπαγγελματικὴ δραστηριότητα δικαστῶν σὲ ὀργανώσεις ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων δὲν ἀποδεικνύει ἔλλειψη ἀμεροληψίας, ἀλλὰ ἀντανακλᾶ τὴ θεμιτὴ ποικιλομορφία τῆς ἐπαγγελματικῆς τους προέλευσης. Ὡστόσο, ἡ πολιτικὴ κινητοποίηση καὶ ὁ κίνδυνος ὑπονόμευσης τοῦ κύρους τοῦ ΕΔΔΑ συνέβαλαν στὴν ἐνεργοποίηση τῶν θεσμικῶν μηχανισμῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης.
Ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Πολωνία ὑποστήριξαν τὴν ἐνίσχυση τῶν μηχανισμῶν διαφάνειας, προτείνοντας αὐστηρότερες ὑποχρεώσεις γνωστοποίησης συμφερόντων καὶ ἀναθεώρηση ὁρισμένων πτυχῶν τῆς ἐπιλογῆς δικαστῶν. Οἱ συγγραφεῖς ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ μόνιμοι ὑπηρεσιακοὶ παράγοντες τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, μέσῳ ἰσχυρῶν ἐπαγγελματικῶν δεσμῶν καὶ μηχανισμῶν ἐσωτερικῆς συναίνεσης, περιόρισαν τὴν ἔκταση τῶν προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων, ἐπιδιώκοντας τὴν προστασία τοῦ θεσμικοῦ κύρους τοῦ Δικαστηρίου.
Παρὰ τὴν ἀπόρριψη τῶν εὐρύτερων αἰτημάτων, πραγματοποιήθηκαν συγκεκριμένες διαδικαστικὲς μεταρρυθμίσεις. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 2021 ἀναθεωρήθηκαν οἱ ἀρχὲς δικαστικῆς δεοντολογίας μὲ σαφέστερη διατύπωση τῶν ὑποχρεώσεων ἀνεξαρτησίας καὶ ἀποφυγῆς ἀθέμιτων ἐπιρροῶν. Τὸν Μάρτιο τοῦ 2023 ἐνισχύθηκαν οἱ ἀπαιτήσεις διαφάνειας γιὰ τὶς παρεμβάσεις τρίτων, μὲ τὴν ὑποχρέωση γνωστοποίησης τῶν σχέσεών τους μὲ τοὺς διαδίκους.
Τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἴδιου ἔτους τροποποιήθηκε τὸ ἄρθρο 28 τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ΕΔΔΑ, προβλέποντας ρητὰ τὴ δυνατότητα τῶν διαδίκων νὰ ζητοῦν τὴν ἐξαίρεση δικαστή. Ἀκολούθησε, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2024, εἰδικὴ κατευθυντήρια ὁδηγία γιὰ τὴ διαδικασία ἐξαίρεσης. Ἀντιθέτως, δὲν υἱοθετήθηκαν οὐσιώδεις ἀλλαγὲς στὸν μηχανισμὸ ἐπιλογῆς τῶν δικαστῶν ἢ στὸν ρόλο τῆς Συμβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐμπειρογνωμόνων ποὺ ἀξιολογεῖ τὶς ὑποψηφιότητες.
Οἱ συγγραφεῖς τῆς σχολιαζόμενης μελέτης θεωροῦν ὅτι ἡ ἐκστρατεία τοῦ ECLJ ἐπέφερε μιὰ περιορισμένη ἀλλὰ πραγματικὴ θεσμικὴ μεταβολή, ἀναδεικνύοντας τὴ δυνατότητα συντηρητικῶν διακρατικῶν δικτύων νὰ ἀμφισβητοῦν τὴν ἐπιρροὴ τῶν καθιερωμένων φορέων τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συστήματος ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ἡ μεταρρυθμιστικὴ αὐτὴ ἐξέλιξη ἀποδίδεται στὴ συνδυασμένη δράση τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ECLJ, τῆς πολιτικῆς κινητοποίησης ὁρισμένων κρατῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἐκπροσώπων καὶ τῆς προσπάθειας τῶν θεσμικῶν παραγόντων νὰ ἀποτρέψουν μιὰ εὐρύτερη κρίση νομιμοποίησης τοῦ ΕΔΔΑ.
Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι τὸ ΕΔΔΑ ἀποτελεῖ πεδίο ἀνταγωνισμοῦ διακρατικῶν νομικῶν δικτύων, ὅπου ἡ θεσμικὴ μεταρρύθμιση δὲν ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὰ ἀποτέλεσμα νομικῶν διεργασιῶν, ἀλλὰ συνδέεται καὶ μὲ εὐρύτερες πολιτικὲς καὶ ἰδεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου