29 Οκτ 2026

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῶν «ΟΧΙ» 1940-1941, Χρύσανθος, ὁ ἀπὸ Τραπεζοῦντος

Τοῦ Κωνσταντίνου Χασόγια, Θεολόγου ΕΚΠΑ, 
Φοιτητὴ Τμ. Ἱστορίας καὶ Ἀρχαιολογίας ΕΚΠΑ
Στὸ διάβα τῶν αἰώνων ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπῆρξε φρουρὸς καὶ τροφός τῆς Ρωμηοσύνης καὶ θεματοφύλακας τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πολλὲς ὑπῆρξαν οἱ δοκιμασίες ποὺ κλήθηκε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ Ἔθνος, τοὺς νεότερους χρόνους. Σὲ μία ἀπὸ τὶς πλέον κρίσιμες περιόδους τῆς ἱστορίας του, ἕνας ἄξιος Ἱεράρχης εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, τίμησε τὸ ἀρχιερατικό του ἀξίωμα μὲ σθένος, παρρησία καὶ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, στὴν θύελλα τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αὐτὸς ἦταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρύσανθος Φιλιππίδης (1881-1949), ὁ ἀπὸ Τραπεζοῦντος. Στὴν κρίσιμη στιγμὴ εἶπε τὰ δικά του «ΟΧΙ» στὶς δυνάμεις τοῦ Ἄξονα συμπαραστεκόμενος ἀπὸ τὸ τὴν ποιμαντική του ἔπαλξη στὸν ἐθνικὸ ἀγῶνα τῆς ἡρωικῆς γενιᾶς τοῦ Σαράντα. 
Ὁ κατὰ κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, γεννήθηκε στὴν Κομοτηνὴ τὸ 1881. Μετὰ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του στὴν Κομοτηνὴ καὶ τὴν Ξάνθη, εἰσήχθη στὴν Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολή τῆς Χάλκης τὸ 1897. Παράλληλα, διδάχθηκε γαλλικά, γερμανικὰ καὶ τουρκικά. Τὸ 1903 ἀποφοίτησε μὲ ἄριστα καὶ χειροτονήθηκε διάκονος λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Χρύσανθος. Ἀκολούθησε στὴν Τραπεζοῦντα τὸν Μητροπολίτη Τραπεζοῦντος Κωνστάντιο Β΄ (Καρατζόπουλο), ὁ ὁποῖος τὸν διόρισε ἱεροκήρυκα καὶ καθηγητὴ τῶν θρησκευτικῶν στὸ Φροντιστήριο (Γυμνάσιο). 
Τὸ 1907, ἀνεχώρησε γιὰ σπουδὲς στὴν Γερμανία (Λειψία) καὶ ἀκολούθως στὴν Ἑλβετία (Λωζάννη). Ἐν συνεχείᾳ ἐπανῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1911... Τὴν 18η Μαΐου 1913, ἐξελέγη Μητροπολίτης Τραπεζοῦντος. Ἀνέπτυξε ἔντονη θρησκευτικὴ καὶ ἐθνικὴ δράση, ἀναδεικνυόμενος σὲ κορυφαία ἐθναρχικὴ μορφὴ καθὼς κατὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ. 

Τὴν 3η /16η Ἀπριλίου 1916, ὁ βαλὴς τῆς πόλης Τζεμὰλ Ἀζμὴ μπέης παρέδωσε τὴν ἐξουσία στὸν Μητροπολίτη Χρύσανθο, δηλώνοντας: «Ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες πήραμε τὴ χώρα τούτη καὶ στοὺς Ἕλληνες τὴν ἐπιστρέφουμε», καθὼς τὰ ρωσικὰ στρατεύματα πίεζαν τὰ ἀντίστοιχα ὀθωμανικά. Ἀκολούθως, τὴν 5η /18η Ἀπριλίου 1916, τὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα τῆς Ρωσίας εἰσῆλθαν στὴν Τραπεζοῦντα, μετὰ ἀπὸ τὴν ὑποχώρηση τῶν ὀθωμανικῶν δυνάμεων. 

Στὴ συνέχεια, ἔφθασε στὴν Τραπεζοῦντα ὁ Μέγας Δούκας Νικόλαος Νικολάγιεβιτς (17η /30η Ἰουλίου 1916), ἀρχιστράτηγος τῶν ρωσικῶν δυνάμεων τοῦ Καυκάσου, τὸν ὁποῖο ὑποδέχθηκε ὁ Χρύσανθος μαζὶ μὲ τὸν δήμαρχο Τραπεζοῦντας. Ἡ παρουσία του στὴ διοίκηση τῆς πόλης καὶ οἱ ἐπαφές του μὲ τὴ ρωσικὴ στρατιωτικὴ ἡγεσία ἀνέδειξαν τὸν σημαντικὸ ρόλο του στὴν προστασία τοῦ πληθυσμοῦ καὶ στὴ διαχείριση τῶν πολιτικῶν ἐξελίξεων. 

Παράλληλα, ὁ Χρύσανθος ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν πραγμάτωση τῆς ἵδρυσης ἑνὸς αὐτόνομου Ποντιακοῦ κράτους. Ὡστόσο, ὅλα ἀνατράπηκαν μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης καὶ τὴν ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης τοῦ Μπρέστ - Λιτὸφσκ τὸν Μάρτιο τοῦ 1918. Ὁ ρωσικὸς στρατὸς ἀποχώρησε καὶ χιλιάδες Πόντιοι ἀναγκάσθηκαν νὰ ξεριζωθοῦν ἀπὸ τὴν πατρίδα τους γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὴ σφαγή τῶν Κεμαλικῶν. Τὸ 1919, στὸ περιθώριο τῆς Διάσκεψης Εἰρήνης τῶν Παρισίων συναντήθηκε μὲ τὸν Πρόεδρο τῶν Η.Π.Α. Γούντροου Οὐίλσον καὶ τοῦ κατέθεσε τὴν πρόταση γιὰ δημιουργία Ποντο-Ἀρμενικοῦ κράτους. Τὸ 1920, καταδικάσθηκε ἐρήμην του ἀπὸ τὸ στρατοδικεῖο τῆς Ἄγκυρας σὲ θάνατο γιὰ τὴ δράση του. Μετὰ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφὴ τοῦ 1922, ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα. 

Τὸ 1937, γιὰ τὴ συγγραφική του δράση, ἀναγορεύθηκε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν. Τὴν 13η Δεκεμβρίου 1938 ἀνῆλθε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο μετὰ ἀπὸ ἀκύρωση τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Κορίνθου Δαμασκηνοῦ (Παπανδρέου) ἀπὸ τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ σημειώθηκε μέσα σὲ ἕνα περίπλοκο ἐκκλησιαστικὸ καὶ πολιτικὸ πλαίσιο, μὲ παρέμβαση τοῦ καθεστὼτος τοῦ Ἰωάννη Μεταξᾶ. Κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τῆς ἀρχιεπισκοπίας του προσπάθησε νὰ ἀναδιοργανώσει τα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὴν ἐπανδρώσει μὲ ἱκανὲς καὶ ἄξιες προσωπικότητες. 

Ἡ γενναία φυσιογνωμία του φάνηκε ξανὰ μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου τὴν 28η Ὀκτωβρίου 1940 ἔπειτα ἀπὸ τὸ στιβαρὸ «ΟΧΙ» ἀπὸ τὴν πολιτική, πολιτειακὴ καὶ στρατιωτικὴ ἡγεσία τῆς Ἑλλάδος (Μεταξᾶς, Γεώργιος Β΄, Παπάγος) ἔναντι τῶν Ἰταλῶν εἰσβολέων, ὅταν ὁ Χρύσανθος, μὲ ἕνα πύρινο διάγγελμά, καλοῦσε λαὸ καὶ στρατὸ νὰ ἀγωνιστοῦν «ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος». Σὲ διάγγελμα ἀνέφερε τὰ ἑξῆς: 

«Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 
Ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν κυβερνήσεως καλοῦν ἡμᾶς πάντας ἵνα ἀποδυθῶμεν εἰς Ἅγιον ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος ἀμυντικὸν ἀγῶνα. Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ καὶ πέποιθεν ὅτι τὰ τέκνα τῆς Πατρίδος εὐπειθῆ εἰς τὸ κέλευσμα. Αὐτῆς καὶ τοῦ Θεοῦ θὰ σπεύσουν ἐν μιὰ ψυχῇ καὶ καρδία ν΄ ἀγωνισθοῦν ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν καὶ τῆς Ἐλευθερίας καὶ τιμῆς καὶ θὰ συνεχίσουν οὕτω τήν ἀπ΄ αἰώνων πολλῶν ἀδιάκοπον σειρὰν τῶν τιμίων καὶ ἐνδόξων ἀγώνων καὶ θὰ προτιμήσουν τὸν ὡραῖον θάνατον ἀπὸ τὴν ἄσχημον ζωὴν τῆς δουλείας. Καὶ μὴ φοβούμεθα ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι, ἂς φοβούμεθα δὲ μᾶλλον τον δυνάμενον καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα ἀπωλέσαι.». 

Ἄμεσα, κατόπιν πρωτοβουλίας του, ὀργανώθηκε φιλανθρωπικὴ δράση γιὰ τὶς οἰκογένειες τῶν μαχόμενων, μὲ τὴν ὀνομασία: «Πρόνοια τῶν στρατευομένων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν». Ἐπίσης, καθοδήγησε τοὺς ἱερεῖς του νὰ ἐπισκέπτονται τοὺς τραυματίες πολεμιστὲς τοῦ μετώπου στὰ νοσοκομεῖα. 

Μετὰ τὴν ἐπίθεση τῆς Γερμανίας, τὴν 6η Ἀπριλίου 1941, καὶ τὸ δεύτερο ἑλληνικὸ «ΟΧΙ», ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κράτησε σθεναρὴ στάση ἔναντι τῶν νέων εἰσβολέων. Στὸ νέο διάγγελμά του ἀνέφερε: 
«Ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ ἕτερος ἐχθρός, ἡ Χιτλερικὴ Γερμανία, ἀδίκως καὶ ἀνάνδρως ἐπιτίθεται κατὰ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν Χώρας. Ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Ἐθνικὴ Κυβέρνησις καλοῦσιν ἡμᾶς εἰς νέας θυσίας πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Πίστεως ἡμῶν καὶ τοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ἐλευθερίας. 
Εἰς ὅμοιον ἀγῶνα ἀποδύεται καὶ ὁ ὁμόδοξος ἡρωικὸς λαὸς ἑτέρας ἱερὰς γῆς, τῆς γείτονος Γιουγκοσλαυίας, καθ’ ᾖς τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὥραν ἤρξατο ἐπιτιθέμενος ὁ κοινὸς πολέμιος. Αἱ δυνάμεις τῆς ὕλης καὶ τοῦ σκότους συνώμοσαν κατὰ τῆς δυνάμεως τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ φωτός. 
Ἀλλ’ ὁ μέγας Θεός, ὅστις εἶναι Πνεῦμα, Φῶς καὶ Ζωή, δὲν θὰ ἐπιτρέψη τὴν βασιλείαν τοῦ σκότους, καί, ὅπως μέχρι τοῦδε ἐνίσχυσεν ὅπλα τὰ ἱερὰ καὶ διὰ τῆς ἀπαραμίλλου ἀνδρείας καὶ γενναιότητος ὑμῶν κατέρριψε τὸν ἐξ Ἰταλίας ἀντίθετον Γολιάθ, οὕτω θὰ συντρίψη καὶ τὸν ἐκ Γερμανίας Ἑκατόγχειρα Τυρφέα, καὶ θὰ ἀνατείλη καὶ πάλιν εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολὴν καὶ καθ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην τὸν ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἀληθείας. 
Ἐπὶ τῆ πίστει ταύτη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εὐλογεῖ τοὺς νέους ἱεροὺς ἀγῶνας καὶ εὔχεται, ἵνα ὁ ἰσχυρὸς τοῦ Κυρίου βραχίων κατευθύνη τοὺς πιστοὺς Συμμάχους στρατοὺς εἰς νέα τρόπαια νίκης καὶ θριάμβους πρὸς διάσωσιν τοῦ κινδυνεύοντος χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ἐν ὦ καὶ μόνῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ζῶσι καλῶς οἱ εὐγενεῖς λαοί. "Ἀλλ’ ἢ καλῶς ζῆν ἢ τεθνηκέναι τὸν εὐγενῆ χρή"». 

Ἔπειτα ἀπὸ τὴν κατάρρευση τοῦ μετώπου ἂν καὶ τοῦ προτάθηκε ἀπὸ τὸν Γεώργιο Β΄ νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὴν Κρήτη, ἐκεῖνος ἐπέλεξε νὰ παραμείνει στὴν Ἀθήνα ἐμψυχώνοντας τὸν πιστὸ λαό. Τὴν 27η Ἀπριλίου 1941, εἰσῆλθαν στὴν Ἀθήνα τὰ γερμανικὰ στρατεύματα, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἀρνήθηκε νὰ συμμετάσχει στὴν τελετὴ παράδοσης τῆς πρωτεύουσας. 

Τὴν ἴδια ἡμέρα τόν ἐπισκέφθηκε στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ ὁ Γερμανὸς Στρατηγὸς Γκέοργκ Στοῦμε τοῦ Β΄ Σώματος Στρατοῦ, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν νέο φρούραρχο Ἀθηνῶν ζητῶντας ἀπὸ τὸν Χρύσανθο νὰ τελέσει δοξολογία γιὰ τὴν εἴσοδο τῶν γερμανικῶν στρατευμάτων. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὑποδέχθηκε ψυχρὰ τὸν Γερμανὸ Στρατηγὸ καὶ τὸν ἐνημέρωσε ὅτι: «Ἔχω καθῆκον, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νὰ σᾶς συστήσω νὰ σεβασθεῖ ἡ Γερμανικὴ διοίκησις τὸν ἡρωικὸν λαὸν τῆς χώρας αὐτῆς, διὰ νὰ ἀποφευχθοῦν δυσάρεστα γεγονότα... ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εὑρέθη πάντοτε παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τοὺς ἀγῶνας του, ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ λείψει νὰ πράξη τὸ καθῆκον της καὶ κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτὴν περίστασιν"». Στὴ συνέχεια, ὅταν τοῦ ζητήθηκε νὰ ὁρκίσει τὴν κατοχικὴ κυβέρνηση τοῦ στρατηγοῦ Τσολάκογλου, ἀπάντησε λέγοντας: «Δὲν μπορῶ νὰ ὁρκίσω κυβέρνησιν προβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι τὰς Κυβερνήσεις ὁρίζει ὁ λαὸς καὶ ὁ Βασιλεύς. Ἐδῶ τώρα οὔτε ὁ λαὸς ἐψήφισε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ὁ Βασιλεὺς τὴν ὅρισε. Πῶς μοῦ ζητεῖτε νὰ ὁρκίσω Κυβέρνησιν ὑποδειχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, διὰ νὰ εἶναι ἄβουλον ὄργανόν του;». 

Αὐτὴ ἡ στάση τοῦ Χρυσάνθου, μὲ τὰ «ΟΧΙ» κατὰ τοῦ Ἄξονα ἀπὸ τὰ διαγγέλματα μέχρι τὴν ἄρνησή του νὰ ὁρκίσει τὴν κατοχικὴ κυβέρνηση τοῦ Στρατηγοῦ Γεωρ. Τσολάκογλου, τὸν ἔβαλε στὸ μάτι τοῦ κυκλῶνα. Ἡ ἡρωική του θέση ἀποτέλεσε ἔμπρακτη ἐκδήλωση ἀντίστασης ἀλλὰ ταυτόχρονα ἦταν καὶ αἰτία νὰ θέλουν οἱ Γερμανοὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν. Ἡ παρρησία του ἀλλὰ καὶ ἡ παλαιά του σύγκρουση μὲ τὸν Δαμασκηνὸ (ὁ ὁποῖος πίεζε τὸν Τσολάκογλου γιὰ νὰ τὸν ἀντικαταστήσει μὲ τὸν ἴδιο) συντέλεσαν τελικὰ στὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο, ἡ ὁποία ἐπικυρώθηκε τὴν 2α Ἰουλίου 1941. 
 
Ἐνδεικτικὴ Βιβλιογραφία: 
- Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια (Θ.Η.Ε.) 
- Μορφωτικὸς ὅμιλος Κομοτηνῆς- Κέντρο Θρακικῶν Μελετῶν, Βιογραφικαὶ ἀναμνήσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσάνθου του ἀπὸ Τραπεζοῦντος 1881 – 1949, Κομοτηνὴ 2009. 
- «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», ΕΠΙΣΗΜΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΑΡΙΘ.8, 17/04/1941. 

*τὸ ἄρθρο φιλοξενήθηκε στὴν ΕΣΤΙΑ, 25/10/2026. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.