2 Μαρ 2026

2 Μαρτίου ἑορτάζει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς

Ὁ "Ἅγιος τῶν Ἀθηνῶν", ὁ παπᾶς ποὺ περπατοῦσε μὲ λυμένα κορδόνια στοὺς δρόμους τῆς Πλάκας καὶ τοῦ Ψυρρή, δὲν εἶχε πτυχία, οὔτε ρητορικὴ δεινότητα. Εἶχε ὅμως μιὰ καρδιὰ ποὺ χωροῦσε ὅλο τὸν κόσμο. 
Ὁ Παπα-Νικόλας ἔκανε Θεία Λειτουργία κάθε μέρα γιὰ 50 χρόνια, ἀνεξαρτήτως καιροῦ ἢ ὑγείας. Οἱ λειτουργίες του κρατοῦσαν ὧρες, γιατί διάβαζε χιλιάδες ὀνόματα στὴν Πρόθεση. Ὅταν τοῦ ἔδιναν χαρτάκια μὲ ὀνόματα, δὲν πετοῦσε ποτὲ κανένα. Τὰ κρατοῦσε στὶς τσέπες του μέχρι νὰ λιώσουν, μνημονεύοντας ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους μὲ μιὰ ἐπιμονὴ ποὺ συγκλόνιζε τοὺς πιστούς. 
Παρ' ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος μὲ ἐλάχιστη μόρφωση, γύρω του συγκεντρώνονταν οἱ μεγαλύτεροι διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. Ἐκεῖνοι ἔψαλλαν στὸ ἀναλόγιό του στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο στὸ Μοναστηράκι, ἀναγνωρίζοντας στὸ πρόσωπό του τὴ γνήσια βυζαντινὴ καὶ ὀρθόδοξη παράδοση. 
Ὅ,τι χρήματα τοῦ ἔδιναν οἱ πιστοί, τὰ μοίραζε ἀμέσως. Συχνὰ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι του χωρὶς παλτὸ ἢ χωρὶς παπούτσια, γιατί τὰ εἶχε δώσει σὲ κάποιον φτωχὸ ποὺ συνάντησε στὸν δρόμο. Ζοῦσε μὲ μιὰ ταπεινὴ σύνταξη καὶ δὲν κράτησε... ποτὲ τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του. 
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ἐκοιμήθη στὶς 2 Μαρτίου 1932, σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν. 
Ἡ κοίμησή του συνέβη μετὰ ἀπὸ μιὰ σύντομη ἀσθένεια (βαριὰ γρίπη), τὴν ὁποία ἀντιμετώπισε μὲ τὴν ἴδια γαλήνη ποὺ χαρακτήριζε ὅλη του τὴ ζωή. Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ψάλλοντας σιγανὰ τὸ «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον Σου, Δέσποτα...». 

«Ὅταν οἱ Ἄγγελοι περπατοῦν ἀνάμεσά μας - Τὸ θαυμαστὸ περιστατικό του Παπα-Νικόλα του Πλανᾶ. 
Μιὰ νύχτα μὲ τρομερὴ καταιγίδα καὶ χιόνι στὴν Ἀθήνα, ὁ Παπα-Νικόλας ἔπρεπε νὰ πάει νὰ λειτουργήσει σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο ξωκλήσι. Ὁ γιὸς του προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει: 
«Πατέρα, ποῦ πᾶς μὲ τέτοιο καιρό; Θὰ χαθεῖς!». 
Ὁ Ἅγιος ξεκίνησε μόνος του μέσα στὸ σκοτάδι. Ὅταν ἐπέστρεψε, ὁ γιός του τὸν ρώτησε πῶς τὰ κατάφερε. 
Ἐκεῖνος ἀπάντησε μὲ φυσικότητα: 
«Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Ἕνας λαμπρὸς νέος κρατοῦσε ἕνα φανάρι μπροστά μου καὶ μὲ πῆγε μέχρι τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Μόλις μπῆκα μέσα, ἔγινε ἄφαντος». 
«Ἀλήθεια, ἂν σήμερα ἕνας τέτοιος "φτωχούλης τοῦ Θεοῦ" περπατοῦσε ἀνάμεσά μας μὲ λυμένα κορδόνια καὶ σκυμμένο κεφάλι, θὰ εἴχαμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἁγιότητά του ἢ θὰ τὸν προσπερνούσαμε βιαστικά;» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.