Σκέψεις μὲ ἀφορμὴ λειτουργικὲς στιγμὲς τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Φιλοθέου.
Βλέποντας τὶς φωτογραφίες ποὺ ἀποτυπώνουν λειτουργικὲς στιγμὲς τοῦ σεμνοῦ καὶ ἁπλοῦ ποιμενάρχου τῆς Θεσσαλονίκης κ. Φιλοθέου, ἀπὸ κεντρικὸ ναὸ τῆς συμπρωτεύουσας, ὁ νοῦς ἀναπόφευκτα ταξιδεύει σὲ ἄλλες ἐποχές. Σὲ ἐποχὲς ὅπου οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διακονοῦσαν τὸ ποίμνιό τους μὲ ἁπλότητα, ταπείνωση καὶ μιὰ ἐσωτερικὴ ἀρχοντιὰ ποὺ δὲν εἶχε ἀνάγκη ἐξωτερικῶν στολισμῶν γιὰ νὰ λάμψει.
Ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἐπισκόπου ποὺ στέκεται ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης μὲ λιτότητα καὶ φυσικότητα δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιὰ αἰσθητικὴ ἐπιλογὴ· ἀποτελεῖ θεολογικὴ στάση. Διότι, ὡς γνωστόν, «ἐν τῇ ἁπλότητι τὸ κάλλος». Τὸ ἀληθινὸ κάλλος τῆς Ἐκκλησίας δὲν βρίσκεται στὴν ἐπιτήδευση, ἀλλὰ στὴ διαφάνεια τῆς χάριτος. Δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴ μεγαλοπρέπεια τῶν ἀμφίων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ λαμπρότητα τῆς καρδιᾶς.
Ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐνδυμασίας, καὶ ἰδίως ἡ ἐκκλησιαστικοποίηση τοῦ αὐτοκρατορικοῦ «Σάκκου», ἀσφαλῶς συνδέεται μὲ συγκεκριμένες ἐποχὲς καὶ συνθῆκες. Ὡστόσο, γεννᾶται εὔλογα τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσον αὐτὴ ἡ μεταφορὰ αὐτοκρατορικῶν συμβόλων στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα συνέβαλε οὐσιαστικὰ στὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἄν, σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, ἀπομάκρυνε... τὸ βλέμμα ἀπὸ τὸ οὐσιῶδες.
Πόσο ὄμορφο θὰ ἦταν οἱ ἀρχιερεῖς μας νὰ ἐπανέφεραν ἀκόμη πιὸ ἔντονα τὴν πατερικὴ παράδοση στὴν πράξη καὶ στὸ ἦθος· νὰ ἀναδείκνυαν τὸ «πραγματικὸ κάλλος», ἐκεῖνο ποὺ δὲν θορυβεῖ ἀλλὰ ἑλκύει, δὲν ἐπιβάλλεται ἀλλὰ ἐμπνέει. Διότι, κακὰ τὰ ψέματα, τὰ σχόλια ποὺ συχνὰ διατυπώνονται ἀπὸ πιστούς –ἰδίως σὲ «λαμπρὰ» ἀρχιερατικὰ συλλείτουργα– δὲν τιμοῦν κανέναν μας. Ὅταν ἡ συζήτηση περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ χλιδὴ καὶ ὄχι γύρω ἀπὸ τὸ μυστήριο, τότε κάτι ἔχει μετατοπιστεῖ ἀπὸ τὸ κέντρο.
Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται πάντοτε νὰ ἰσορροπεῖ ἀνάμεσα στὴ δόξα τῆς Βασιλείας καὶ στὴν ταπείνωση τοῦ Σταυροῦ. Ἡ αὐθεντικὴ ἀρχοντιὰ τῶν Πατέρων δὲν ἦταν ἐξωτερικὴ ἐπιβολή, ἀλλὰ ἐσωτερικὴ εὐγένεια· δὲν ἦταν κοσμικὴ μεγαλοπρέπεια, ἀλλὰ πνευματικὸ ἀνάστημα.
Ἴσως, λοιπόν, οἱ εἰκόνες αὐτὲς νὰ ἀποτελοῦν μιὰ ἀφορμὴ γιὰ βαθύτερο προβληματισμό. Ὄχι γιὰ κριτικὴ προσώπων, ἀλλὰ γιὰ ἀναζήτηση οὐσίας. Διότι ἀργὰ ἢ γρήγορα, ὅ,τι καλλιεργοῦμε ὡς ἐκκλησιαστικὸ ἦθος θὰ τὸ βροῦμε μπροστά μας – εἴτε ὡς εὐλογία εἴτε ὡς δοκιμασία.
Καὶ τότε θὰ φανεῖ ἂν πράγματι ἐπιλέξαμε τὸ κάλλος τῆς ἁπλότητας ἢ τὴ σκιὰ μιᾶς πρόσκαιρης λαμπρότητας.
Βλέποντας τὶς φωτογραφίες ποὺ ἀποτυπώνουν λειτουργικὲς στιγμὲς τοῦ σεμνοῦ καὶ ἁπλοῦ ποιμενάρχου τῆς Θεσσαλονίκης κ. Φιλοθέου, ἀπὸ κεντρικὸ ναὸ τῆς συμπρωτεύουσας, ὁ νοῦς ἀναπόφευκτα ταξιδεύει σὲ ἄλλες ἐποχές. Σὲ ἐποχὲς ὅπου οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διακονοῦσαν τὸ ποίμνιό τους μὲ ἁπλότητα, ταπείνωση καὶ μιὰ ἐσωτερικὴ ἀρχοντιὰ ποὺ δὲν εἶχε ἀνάγκη ἐξωτερικῶν στολισμῶν γιὰ νὰ λάμψει.
Ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἐπισκόπου ποὺ στέκεται ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης μὲ λιτότητα καὶ φυσικότητα δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιὰ αἰσθητικὴ ἐπιλογὴ· ἀποτελεῖ θεολογικὴ στάση. Διότι, ὡς γνωστόν, «ἐν τῇ ἁπλότητι τὸ κάλλος». Τὸ ἀληθινὸ κάλλος τῆς Ἐκκλησίας δὲν βρίσκεται στὴν ἐπιτήδευση, ἀλλὰ στὴ διαφάνεια τῆς χάριτος. Δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴ μεγαλοπρέπεια τῶν ἀμφίων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ λαμπρότητα τῆς καρδιᾶς.
Ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐνδυμασίας, καὶ ἰδίως ἡ ἐκκλησιαστικοποίηση τοῦ αὐτοκρατορικοῦ «Σάκκου», ἀσφαλῶς συνδέεται μὲ συγκεκριμένες ἐποχὲς καὶ συνθῆκες. Ὡστόσο, γεννᾶται εὔλογα τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσον αὐτὴ ἡ μεταφορὰ αὐτοκρατορικῶν συμβόλων στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα συνέβαλε οὐσιαστικὰ στὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἄν, σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, ἀπομάκρυνε... τὸ βλέμμα ἀπὸ τὸ οὐσιῶδες.
Πόσο ὄμορφο θὰ ἦταν οἱ ἀρχιερεῖς μας νὰ ἐπανέφεραν ἀκόμη πιὸ ἔντονα τὴν πατερικὴ παράδοση στὴν πράξη καὶ στὸ ἦθος· νὰ ἀναδείκνυαν τὸ «πραγματικὸ κάλλος», ἐκεῖνο ποὺ δὲν θορυβεῖ ἀλλὰ ἑλκύει, δὲν ἐπιβάλλεται ἀλλὰ ἐμπνέει. Διότι, κακὰ τὰ ψέματα, τὰ σχόλια ποὺ συχνὰ διατυπώνονται ἀπὸ πιστούς –ἰδίως σὲ «λαμπρὰ» ἀρχιερατικὰ συλλείτουργα– δὲν τιμοῦν κανέναν μας. Ὅταν ἡ συζήτηση περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ χλιδὴ καὶ ὄχι γύρω ἀπὸ τὸ μυστήριο, τότε κάτι ἔχει μετατοπιστεῖ ἀπὸ τὸ κέντρο.
Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται πάντοτε νὰ ἰσορροπεῖ ἀνάμεσα στὴ δόξα τῆς Βασιλείας καὶ στὴν ταπείνωση τοῦ Σταυροῦ. Ἡ αὐθεντικὴ ἀρχοντιὰ τῶν Πατέρων δὲν ἦταν ἐξωτερικὴ ἐπιβολή, ἀλλὰ ἐσωτερικὴ εὐγένεια· δὲν ἦταν κοσμικὴ μεγαλοπρέπεια, ἀλλὰ πνευματικὸ ἀνάστημα.
Ἴσως, λοιπόν, οἱ εἰκόνες αὐτὲς νὰ ἀποτελοῦν μιὰ ἀφορμὴ γιὰ βαθύτερο προβληματισμό. Ὄχι γιὰ κριτικὴ προσώπων, ἀλλὰ γιὰ ἀναζήτηση οὐσίας. Διότι ἀργὰ ἢ γρήγορα, ὅ,τι καλλιεργοῦμε ὡς ἐκκλησιαστικὸ ἦθος θὰ τὸ βροῦμε μπροστά μας – εἴτε ὡς εὐλογία εἴτε ὡς δοκιμασία.
Καὶ τότε θὰ φανεῖ ἂν πράγματι ἐπιλέξαμε τὸ κάλλος τῆς ἁπλότητας ἢ τὴ σκιὰ μιᾶς πρόσκαιρης λαμπρότητας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου