19 Μαΐ 2026

Μαρτυρία Χαράλαμπου Τσιτουρίδη: Τόσο πολὺ διψοῦσαν μερικοί, ὥστε ἔπιναν τὰ κάτουρα ποὺ ἄφηναν τὰ ζῶα στὶς πατημασιές τους


Ἑλληνίδες σὲ ἀναγκαστικὴ πορεία πρὸς τὰ παράλια (πηγή: βιβλίο «Certain Samaritans» τῆς Ἔσθερ Λάβτζοϊ)
Βίωσε μαρτυρικὲς πορεῖες στὴν ἐξορία, δούλεψε σὲ καταναγκαστικὰ ἔργα κουβαλῶντας καὶ σπάζοντας πέτρες, καὶ κατέληξε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν κτηματικὴ περιουσία του γιὰ νὰ μπορέσει νὰ σωθεῖ.
Ὁ Χαράλαμπος Τσιτουρίδης γεννήθηκε στὸ Πουλαντζάκ, παραθαλάσσια πόλη τοῦ Εὔξεινου Πόντου, 14 χλμ δυτικά τῆς Κερασούντας καὶ 116 χλμ. βορειοδυτικά τῆς Ἀργυρούπολης. Οἱ Ἕλληνες κάτοικοι τοῦ οἰκισμοῦ χρησιμοποιοῦσαν συχνότερα τὸ ὄνομα Πουλαντζάκη.
Ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τοῦ οἰκισμοῦ ἀνερχόταν περίπου στοὺς 2.500 κατοίκους, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀργυρούπολη καὶ μιλοῦσαν ποντιακά.
Μετὰ τὸν Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ἐγκαταστάθηκαν στὴν περιοχὴ κάποιες οἰκογένειες Τούρκων. Ὑπῆρχε μιὰ ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Γεώργιο καὶ μιὰ...

δεύτερη, ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, ἡ ὁποία ἔμεινε ἡμιτελὴς λόγῳ τῶν δυσχερῶν συνθηκῶν. Στὸν οἰκισμὸ λειτουργοῦσαν δύο ἑπτατάξια ἀρρεναγωγεία κι ἕνα πεντατάξιο παρθεναγωγεῖο, ἐνῷ οἱ κάτοικοι ἀσχολοῦνταν κυρίως μὲ τὴν οἰνοποιία καὶ τὸ ὀνομαστὸ κρασὶ τῆς Πουλαντζὰκ ἔφθανε ὡς τὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἡ μαρτυρία ποὺ ἀκολουθεῖ περιλαμβάνεται στὸ Ἀρχεῖο Προφορικῆς Παράδοσης τοῦ Κέντρου Μικρασιατικῶν Σπουδῶν, τῆς μεγαλύτερης καὶ παλαιότερης συλλογῆς προφορικῆς ἱστορίας στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὶς σημαντικότερες τῆς Εὐρώπης.

Στὴ δεύτερη ἐξορία πήγαμε μόνο ἄντρες. Καλοκαίρι ἦταν. Ἰούνιος. Ἀπὸ 15 χρονὼ ὡς 55, μᾶς μάζεψαν καὶ μᾶς ἔστειλαν ὡς τὸ Ἄργανα Μαdέν.

Πρῶτα μᾶς μετάφεραν ἀπ’ τὸ Πουλαντζὰκ στὴν Κερασούντα. Μᾶς κλείσανε στὸ Τάs-κουσλά. Τὸ Τάs-κουσλὰ πρὶν τὸν πόλεμο ἦταν ἑλληνικὸ γυμνάσιο καὶ τὸ ἐπίταξαν. Ἤμασταν ἑφτακόσια ἄτομα, ὅλα μέσα ἀπ’ την Κερασούντα καὶ τὸ Πουλαντζάκ. Καθίσαμε στὸ Τάs-κουσλὰ εἴκοσι μέρες κι ἕνα πρωί, ξημερώματα, μᾶς ἔβγαλε ἔξω στὸ προαύλιο. Μᾶς ἔδωσαν ἕνα ταΐν1 καὶ ξεκινήσαμε. Πλούσιοι, φτωχοί, περπατούσαμε. Ἄλλοι ἄντεχαν, ἄλλοι δὲν ἄντεχαν. Ὅσοι δὲν ἦταν συνηθισμένοι στὶς πορεῖες, λιποθυμοῦσαν στὸν δρόμο ἀπ’ τὴν κούραση καὶ τὴ ζέστη. Δὲν ἄντεχαν νὰ περπατοῦν μέσα στὴ ζέστη. Πιὸ πολὺ οἱ Κερασούντιοι ἔμποροι καὶ πολῖτες. Τοὺς ἀφήναμε στὸ δρόμο. Οἱ συνοδοὶ δὲν μᾶς ἄφηναν νὰ τοὺς περιποιηθοῦμε. Μᾶς συνόδευαν τζανταρμάδες μὲ βούρδουλα.

Τὴν πρώτη βραδιὰ μείναμε σ’ ἕνα χάνι στὸ Ἁγιοῦ-τεπεσί, πιὸ πάνω ἀπ’ την Πράσαρη. Νύχτα μας σηκώσανε καὶ μπήκαμε στὸ δρόμο. Ὅπως πηγαίναμε, γιὰ νὰ μὴ φύγει κανείς, ἔβαλαν σὲ κάθε εἴκοσι ἄνδρες ἕναν ὑπεύθυνο. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ βράδυ φτάσαμε στὴν Κουλάκκαγια. Ξημερώματα ξεκινήσαμε. Ὅπως περπατούσαμε, σ’ ἕνα μέρος εἶχε γκρεμό.

Ἕνας Κερασούντιος, ἀπὸ τὸ φόβο του ὅτι θὰ μᾶς σκότωναν, ἔκανε πὼς δένει τὰ τσαρούχια του καὶ πετάχτηκε στὸν γκρεμό. Κύλησε κάτω, σκάλωσε καὶ πάλι κύλησε. Πῆγε ὁ χωροφύλακας καὶ τὸν βρῆκε μισοσκοτωμένο. Τὸν πῆγαν στὴν Κουλάκκαγια καὶ πέθανε.

Ἀρχηγός του σεφκιὲτ ἦταν ὁ διοικητὴς χωροφυλακῆς τοῦ Πουλαντζάκ. Ὅπως πηγαίναμε ἔπεσε ἀπ’ τὸ ἄλογο κι ἔσπασε τὸ κεφάλι του. Ἀπὸ τότε δὲν μᾶς εἶχε μὲ τὴ βία. Πήγαμε στὸ Ἐϊρίπελ τῆς Γαράσαρης.2 Καθίσαμε στὰ χάνια τοῦ Ἀσαρτζοὺκ κι ἀπὸ κεῖ στὴν Τάμζαρα. Καθίσαμε τρεῖς μέρες.

Μετὰ πήγαμε στὸ Σεbὶν Καράχισαρ. Ἐπειδὴ ἦταν στὸ Σούσεχρι ὁ Τοπὰλ Ὀσμάν, μᾶς κράτησε στὸ Σεbὶν Καράχισαρ ὁ νομάρχης, γιὰ νὰ μὴν πάθουμε τίποτε, γιὰ νὰ μὴν πᾶμε καὶ πέσουμε στὸν δρόμο καὶ μᾶς σφάξει. Ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι οἱ μεγάλοι κι ἔγιναν ἐγγυητὲς καὶ μᾶς πῆραν. Μᾶς μοίρασαν: Ἄλλοι πῆγαν κι ἔμειναν στὴ μητρόπολη, ἄλλοι στὶς ἐκκλησίες καὶ ἄλλοι στὰ σπίτια. Ἔρχονταν ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος: «Δῶσε μου πενῆντα!». «Δῶσε μου ἑκατό!». «Δῶσε μου δέκα!».

Μετὰ τὶς τρεῖς μέρες, ἦρθαν καὶ μᾶς μάζεψαν ἀπ’ τὰ σπίτια, τὶς ἐκκλησίες καὶ μᾶς δώσανε δρόμο, διότι ὁ Τοπὰλ Ὀσμὰν τράβηξε πρὸς τὴν Ἀμάσεια. Ὁ δρόμος ἦταν ἐλεύθερος πιά. Πήγαμε στὸ Σούσεχρι. Μείναμε ἕνα βράδυ καὶ μετὰ τραβήξαμε γιὰ τὴ Ζάρα. Καθίσαμε μιὰ βραδιὰ καὶ μετὰ πήγαμε στὸ Κότσχισαρ. Μείναμε ἕνα βράδυ μέσα σ’ ἕνα τζαμί. Ὁ χότζας παρακάλεσε νὰ μὴ λερώσουμε τὸ τζαμί. Τὴν ἄλλη μέρα πήγαμε στὴ Σεβάστεια. Ἐκεῖ ἀνταμώσαμε ἕνα σεφκιὲτ ποὺ ἐρχόταν ἀπ’ την Τοκάτη καὶ τὴ Σαμψούντα. Ἀπὸ τὴ Σεβάστεια, ἀφοῦ μείναμε μιὰ βραδιὰ σὲ μιὰ ἀρμένικη ἐκκλησία, συνεχίσαμε τὴν πορεία. Δὲν εἴχαμε πιὰ φόβο σφαγῆς, γιατί ὁ Τοπὰλ Ὀσμὰν δὲν δροῦσε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Δὲν εἶχε ἐπιρροή.

Ἀπ’ τὴ Σεβάστεια πήγαμε στὸ Κεμίρ-χανέ, στὸ Καγκὰλ καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ δυὸ μέρες ἀνάπαυση πήγαμε στὴ Μαλάτεια. Μᾶς ἄφησαν ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη. Ὡς νὰ φτάσουμε στὴ Μαλάτεια ὑποφέραμε πολὺ ἀπὸ νερό. Ὅταν ἤμασταν στὸ Καγκὰλ καὶ θὰ ξεκινούσαμε, μᾶς εἶπαν οἱ χωροφύλακες νὰ γεμίσουμε μὲ νερὸ ὅσα σκεύη εἴχαμε, γιατί δέκα ὧρες ὡς τὴ Μαλάτεια δὲν θὰ βρίσκαμε νερό. Στὸ δρόμο, ὅμως, τελείωσε τὸ νερό μας. Ἄρχισαν οἱ λιποθυμίες ἀπ’ τὴ δίψα.

Οἱ τζανταρμάδες, ὅπως πλησιάζαμε στὰ χάνια, πήγαιναν μπροστὰ καὶ κάνανε συμφωνία μὲ τοὺς χαντζῆδες νὰ πάρουν διπλῆ τιμὴ γιὰ τὸ νερὸ γιὰ νὰ κερδίσουν κι αὐτοί.

Πρὶν νὰ φτάσουμε στὴ Μαλάτεια, βρήκαμε ἕναν ξεροπόταμο μὲ στεκούμενα νερά, πράσινα. Ἔπεσε πάνω ὁ κόσμος κι ἔπινε. Οἱ τζανταρμάδες φώναζαν: «Μή! Μή! Θὰ δηλητηριαστεῖτε». Ἤπιαμε καὶ δὲν πάθαμε τίποτε. Μιὰ ἄλλη φορὰ τόσο πολὺ διψοῦσαν μερικοί, ὥστε ἔπιναν τὰ κάτουρα ποὺ ἄφηναν τὰ ζῶα στὶς πατημασιές τους.

Στὸ δρόμο πρὸς τὴ Μαλάτεια μᾶς εἶχαν κατὰ ἑξάδες καὶ μὲ τὸ βούρδουλα βαδίζαμε. Ἔξω ἀπ’ τὴ Μαλάτεια σταθήκαμε. Τὴν ἄλλη μέρα περάσαμε τὸν Εὐφράτη ἀπὸ κάτι ξύλινες γέφυρες καὶ κοντὰ σ’ ἕνα καρακὸλ μᾶς σταμάτησαν. Οἱ Κοῦρδοι ὄρμηξαν καὶ μᾶς λήστεψαν τὰ φέσια ποὺ φορούσαμε. Περάσαμε μετὰ στὸ Ἐλ Ἀζὶζ καὶ κοιμηθήκαμε ἔξω ἀπ’ τὸ χωριὸ Λαχανάκιοϊ. Τὴν ἄλλη μέρα συνεχίσαμε τὴν πορεία μας πρὸς τὸ Ἄργανα Μαdέν.

Ὅπως πηγαίναμε, ἕνας Ὀρdουλούς [ἀπὸ τὰ Κοτύωρα] εἶχε ἕνα πανωφόρι καλό. Ἕνας χωροφύλακας τοῦ τὸ ζήτησε, κι ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔδωσε, ὁ χωροφύλακας ἔδωσε ἀλύπητο ξύλο σὲ ὅλους.

Πηγαίνοντας παρακάτω εἴδαμε τρεῖς καβαλαραίους ἀπὸ μακριά. Μόλις τοὺς εἴδαμε πέσαμε στὸ χῶμα καὶ φωνάζαμε: «Πατισαχοὺμ τσὸκ γιασά».3 Ἦρθαν καὶ μᾶς ρώτησαν: «Τί γυρεύετε; Τί ἔχετε;». «Μᾶς σκότωσαν στὸ ξύλο!». «Γιὰ ποιό λόγο;». Κάλεσαν τὸν χωροφύλακα ποὺ μᾶς ἔδειρε. Τὸν κατέβασαν ἀπ’ τὸ ἄλογο καὶ τὸν ἔδειραν, τὸν ἔβρισαν. Πῆραν τὸν χωροφύλακα καὶ τὸν ἔστειλαν στὸ στρατοδικεῖο. Αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἦταν ὁ καϊμακάκης τοῦ Dιαρμπεκίρ, ὁ ἄλλος ἦταν μουδούρης κι ὁ ἄλλους γιούζμπασης.

Φτάσαμε στὸ Ἄργανα Μαdέν. Μᾶς βάλανε σὲ μιὰ ἀρμένικη ἐκκλησία καὶ σὲ σπίτια ἑλληνικά. Βρίσκονταν λίγοι Ἕλληνες ἐκεῖ καταγόμενοι ἀπ’ τὴν Κιμισχανά.4 Μείναμε δεκαπέντε μέρες. Τριάντα δύο ἄτομα ἀπὸ μᾶς τοὺς πῆγαν στὴ Μαλάτεια, ὅπου τοὺς ἄφησαν καὶ δούλευαν ἐλεύθερα.

Μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε μέρες ἦρθε διαταγὴ νὰ πᾶμε στὰ ἀμελὲ ταμπουροῦ. Μᾶς πῆγαν στὸ χωριὸ Ὀσμανιέ, στὸ Τερμούλ-χάνι. Κουβαλούσαμε πέτρες καὶ τὶς σπάναμε. Ἦρθε ἕνας χιλίαρχος καὶ μᾶς χώρισε σὲ λόχους. Φέρναμε πέτρες ἀπὸ μιὰ ὥρα ἀπόσταση καὶ τὶς σπάναμε. Τὶς κάναμε χαλίκια πάνω στὸν δημόσιο δρόμο. Δύο νομάτοι ἔπρεπε νὰ σπάνουν ἕνα κυβικὸ χαλίκια τὴν ἡμέρα.

Ἔτσι δουλέψαμε ὡς τὰ 1922. Ὅταν γινόταν μεγάλος χειμῶνας, μᾶς πήγαιναν στὸ Ὀσμανιέ. Εἶχε πολὺ χιόνι ἐκεῖ. Κάμποσους μῆνες μέναμε καὶ μετὰ πάλι γυρνούσαμε στὸ Τερμοὺλ χάνι. Οἱ ντόπιοι κάτοικοι κι οἱ χριστιανοὶ ἔλεγαν τὸ βουνὸ Ἄργανι. Κι ὁ Ξενοφῶν μὲ τοὺς Μυρίους ἔμεινε ἕξι μῆνες σ’ αὐτὸ τὸ βουνό. Τὸ εἶδα αὐτὸ τὸ βουνό. Στὴν κορυφή του ἦταν τὸ ἀσκηταριὸ τοῦ προφήτη Ἰεζεκιήλ.

Στὰ 1922, τὸν Αὔγουστο-Σεπτέμβριο, μᾶς εἶπαν ὅτι θὰ γίνει Ἀνταλλαγή. Μᾶς ἀνάγκασαν νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ἔχουμε νὰ διεκδικήσουμε χτηματικὴ περιουσία. Δηλώσαμε. Μᾶς πῆραν πάλι τζανταρμάδες καὶ μᾶς πῆγαν πρὸς τὸ Χαλέπι, πρὸς τὰ γαλλικὰ σύνορα. Μὲ τὰ πόδια τρεῖς μέρες περπατήσαμε καὶ πήγαμε στὴν Οὔρφα. Κοιμηθήκαμε ἀλλὰ μᾶς φύλαγαν τζανταρμάδες, γιατί οἱ Τοῦρκοι ἦταν ἄγριοι. Ξημερώματα πήγαμε πρὸς τὸν Εὐφράτη. Περάσαμε τὸ ποτάμι καὶ πήγαμε στὸ Πιλαρτζίκ, στὴν πόλη σιμὰ ποὺ τὴν λένε Τσοραπολόζ,5 σύνορο Γαλλίας καὶ Τουρκίας. Μᾶς περίλαβε ἡ Ἀμερικάνικη περίθαλψη, μᾶς ἔδωσε ψωμὶ κι ἀπὸ κεῖ σιδηροδρομικῶς πήγαμε στὸ Χαλέπι. Καθίσαμε, καὶ ὅσοι εἶχαν λεφτὰ μὲ ἀτομικὰ ἔξοδα ἔφυγαν μέσῳ Βηρυτοῦ στὴν Ἑλλάδα...

1. Κουραμάνα.
2. Σεbὶν Καράχισαρ.
3. «Πολλᾶ τὰ ἔτη σου βασιλιᾶ!».
4. Ἀργυρούπολη.
5. Ταραπολόζ, Τρίπολη.
Τὸ κείμενο, στὸ ὁποῖο ἔχει διατηρηθεῖ ἡ πρωτότυπη γραφή, βρίσκεται στὴν ἔκδοση τοῦ Κέντρου Μικρασιατικῶν Σπουδῶν Ἡ Ἔξοδος, τόμ. Ι’, Μαρτυρίες ἀπὸ τὸν δυτικὸ παράλιο Πόντο καὶ τὴν Παφλαγονία. Ἐπανέκδοση: ἐφ. Καθημερινή, σειρὰ «1922-2022 – Βιβλιοθήκη Μνήμης».

pontosnews

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.