14 Φεβ 2026

Ψυχοσάββατο: Μιὰ γέφυρα ἐλέους καὶ ἀγάπης μεταξὺ ζώντων καὶ κεκοιμημένων

Ἑκατομμύρια τιμητικὰ στεφάνια καὶ κοσμικὲς ἐκδηλώσεις μνήμης δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν οὔτε ἕνα ψίχουλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ προσφέρει ἕνα καὶ μόνο Ψυχοσάββατο

Γράφει ὁ Ἐλευθέριος Ἀνδρώνης
Ἐὰν ὁ κόσμος συνειδητοποιοῦσε τὴν ἄπειρη εὐσπλαγνία τοῦ Θεοῦ ποὺ περιγράφεται στὸ Ψυχοσάββατο, θὰ ἔτρεχαν ὅλοι μὲ λαχτάρα νὰ ράνουν τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν τους μὲ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή της Ἀπόκρεω, τὸ λεγόμενο καὶ «Σάββατο τῶν Ψυχῶν» ἢ «Ψυχοσάββατο», εἶναι τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο Σάββατα τοῦ ἔτους ποὺ εἶναι ἀφιερωμένα στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων.
Δὲν εἶναι μιὰ συμβολικὴ μέρα τιμῆς ἢ μνήμης. Δὲν εἶναι μιὰ πράξη δικῆς μας παρηγοριᾶς γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουμε χάσει. Εἶναι μιὰ ζῶσα κοινωνία. Εἶναι μιὰ Λειτουργικὴ κατάδυση στὸ ἀπύθμενο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἱερὴ ἡμέρα ποὺ δεόμαστε μπροστὰ στὸν Χριστὸ γιὰ ὅλες τὶς ψυχὲς τοῦ ἐπέκεινα. Ἡ ἐπίγεια Ἐκκλησία ποὺ λέγεται Στρατευομένη, παρίσταται ἐνώπιον Θεοῦ ἀντάμα μὲ τὴν οὐράνια Ἐκκλησία, τὴ Θριαμβεύουσα. Δύο πανίσχυρες πτέρυγες ποὺ ἐξυψώνουν τὸ ἀνθρώπινο... γένος καὶ γράφουν ψυχὲς στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς. 
 
Ἑκατομμύρια κατατεθειμένα στεφάνια καὶ ἐκδηλώσεις μνήμης καὶ βιβλία καὶ ἀφιερώματα καὶ ἄλλες κοσμικὲς τιμές, δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν οὔτε ἕνα ψίχουλο ὠφέλειας στοὺς κεκοιμημένους, μπροστὰ στὰ Ψυχοσάββατα. Οἱ ψυχὲς κυριολεκτικὰ σκιρτοῦν ἀπὸ ἀδημονία γιὰ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ μνημονευτεῖ τὸ ὄνομά τους τότε, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἁγία πρόθεση.

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ οὐσία του Ψυχοσάββατου στὴν χαριτωμένη ἀποστολή της. Προσέξτε ἐδῶ ὅτι ἡ μάνα – Ἐκκλησία εὔχεται γιὰ τὴ μνήμη «τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων», δηλαδὴ γιὰ ὅλους τοὺς κεκοιμημένους ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνθρωπότητας. Καὶ δέεται συγκεκριμένα γιὰ τοὺς κοιμηθέντες «εὐσεβῶς», δηλαδὴ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἔστω μιὰ στοιχειώδη θεοσέβεια.

Οἱ ταλαίπωρες ψυχὲς ποὺ ἔφυγαν μὲ ἀντίθεο φρόνημα καὶ ἀμετανοησία, μαζὶ μὲ τὰ μάτια τους, σφράγισαν καὶ τὴν ἀμετάκλητη ἐπιλογή τους νὰ ἀπορρίπτουν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὲς οἱ ψυχὲς ποὺ ἔμειναν συνειδητὰ ἐκτὸς Ἐκκλησίας, δὲν μποροῦν νὰ θριαμβεύσουν στὸν οὐρανό – ἀφοῦ δὲν στρατεύθηκαν ποτὲ στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀντιστρατεύθηκαν. Διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Ἀγάπη – εἶναι ἐξίσου καὶ Δικαιοσύνη. Βέβαια γιὰ κάθε ψυχὴ τὸν τελικὸ λόγο τὸν ἔχει μόνο ὁ Κύριος, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ εὔχεται σύμφωνα μὲ τὴν πνευματικὴ τάξη της, σεβόμενη τὸ αὐτεξούσιο τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους ὡς ἀναφορὰ τοῦ περάσματος τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Ἅδη, καὶ κάθε Θεία Λειτουργία ἑνώνει τοὺς χριστιανοὺς τῆς γῆς μὲ ἐκείνους τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ τὸ Ψυχοσάββατο εἶναι μιὰ εἰδικὴ ἡμέρα μνημόνευσης ποὺ γίνεται οἰκουμενικὴ ἀγκαλιά. Γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀποβίωσε σὲ ξένο τόπο, ποὺ πνίγηκε, ποὺ κάηκε, ποὺ ἐξαφανίστηκε, ποὺ τὸν κατέφαγε ἀρρώστια, ποὺ ξεψύχησε σὲ πόλεμο ἢ σὲ φυσικὴ καταστροφή. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἄφησε πίσω του κανέναν ζωντανὸ νὰ τὸν μνημονεύει καὶ νὰ δέεται γιὰ ἐκεῖνον, γιὰ κάθε φτωχὸ καὶ ἄπορο ποὺ δὲν διαβάστηκε ἡ ψυχούλα του, γιὰ κάθε ἄσημο ποὺ δὲν ἔλαβε ἀνακούφιση ἀπὸ τὰ μνημόσυνα καὶ τὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπὸ τὴ φοβερὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου κι ἔπειτα, ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα γιὰ νὰ καλυτερέψει τὴν κατάστασή της. Μένει μόνο μὲ τὰ ἔργα ποὺ ἔπραξε ἐν ζωῇ ὡς ἐφόδια. Οἱ ψυχὲς ποὺ ταξίδεψαν μὲ λιγοστὲς ἀποσκευὲς θεάρεστων ἔργων, περιμένουν ἀπὸ ἐμᾶς νὰ τὶς φιλέψουμε μὲ εὐεργετικὲς προσευχές. Σὰν ἐργατικὲς πνευματικὲς μέλισσες, οἱ χριστιανοὶ ζυμώνουν τὰ πρόσφορα, συμπληρώνουν τὰ ψυχοχάρτια ὑπὲρ ἀναπαύσεως, κάνουν ἐλεημοσύνες στὴ μνήμη τῶν οἰκείων τους, καὶ τὸ πιὸ σημαντικὸ ἀπ’ ὅλα: διάγουν οἱ ἴδιοι βίο μετανοίας καὶ ὠφελοῦν ἔτσι ἀκόμα καλύτερα τὸν κεκοιμημένο τους.

Σὲ ἕναν κόσμο ἀπάνθρωπο ποὺ ἐξορίζει τὴ μνήμη τῶν ἐξουθενωμένων, ἕνα Ψυχοσάββατο ἔρχεται γιὰ νὰ περιθάλψει ζῶντες καὶ νεκρούς, νὰ τιμήσει καὶ τὸν πιὸ ξεχασμένο θανόντα, νὰ ἀλείψει μὲ θεῖο ἔλεος καὶ τὸ πιὸ παραμελημένο σκήνωμα, νὰ δροσίσει καὶ τὴν τελευταία ψυχή, νὰ ἐπεκτείνει τὴ φιλανθρωπία μέχρι τα τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀχανοῦς ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ δὲν ὑπάρχει κανένα ὅμοιο τοῦ στὸ στερέωμα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. 
 
Τὴν ἱερότατη σημασία τῆς δεήσεώς μας ὑπὲρ κεκοιμημένων, ὡς ἕνα ἑνωμένο σῶμα Ὀρθόδοξης ἀλληλοβοήθειας, ἐξυμνεῖ ὑπέροχα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:

«Ἂς μὴ κουρασθοῦμε λοιπὸν νὰ βοηθοῦμε αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ νὰ προσφέρουμε γιὰ χάρη τους καὶ νὰ ζητοῦμε νὰ γίνονται γι’ αὐτοὺς δεήσεις. Διότι ὑπάρχει ἡ κοινὴ ἐξιλέωση τῆς οἰκουμένης...][... Δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξει (σ.σ ὁ νεκρὸς) δικές του ἐλεημοσύνες; Ἂς εἶναι συγγενικές. Δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσει τὶς δικές του ἐλεημοσύνες; Ἂς δείξει ἐκεῖνες ποὺ ἔγιναν γι’ αὐτόν. Ὅσο περισσότερων ἁμαρτημάτων εἶναι ὑπεύθυνος, τόσο μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπὸ ἐλεημοσύνη ἔχει. Ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ διότι τώρα ἡ ἐλεημοσύνη δὲν ἔχει τὴν ἴδια δύναμι, ἀλλὰ πολὺ μικρότερη. Διότι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα νὰ κάνει κάποιος ἐλεημοσύνη αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ νὰ τὴν κάνει ἄλλος γι’ αὐτόν...]

[...Γι’ αὐτὸ μὲ θάρρος τότε ἂς προσευχόμαστε γιὰ τὴν οἰκουμένη καὶ ἂς καλοῦμε καὶ αὐτοὺς (σ.σ. τοὺς κεκοιμημένους) μαζὶ μὲ τοὺς μάρτυρες, τοὺς ὁμολογητές, τοὺς ἱερεῖς. Διότι εἴμαστε ἕνα σῶμα, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν μέλη ποὺ εἶναι λαμπρότερα ἀπὸ ἄλλα μέλη. Καὶ μποροῦμε ἀπὸ παντοῦ νὰ κερδίσουμε γι’ αὐτοὺς συγγνώμη, ἀπὸ τὶς δεήσεις, ἀπὸ τὰ δῶρα ποὺ προσφέρονται γι’ αὐτούς, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ καλοῦμε μαζὶ μὲ αὐτά». 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.