31 Μαρ 2010

Τό σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ. (Μέρος 2ο)


(συνέχεια ἀπό τό Μέρος 1ο πού μπορεῖτε νά δεῖτε ΕΔΩ)

Στό ἐργοστάσιο αὐτό τῆς Σοκολατοποιΐας ἐργάσθηκα γιά λίγο χρονικό διάστημα. Τήν Στελλίτσα τήν συναντοῦσα συχνά στούς δρόμους καί πάντα εἶχε στήν καρδιά της, στά χείλη τῆς τήν εὐχή. Συνήθιζε νά τήν λέει ἐκφώνως, ἀλλά πολύ σιγά. Ποῦ καί πού ἐρχόταν στό σπίτι μου. Ἐκείνη τήν ἐποχή κατοικοῦσε στό πλυσταριό μίας διώροφης κατοικίας.
Τά χρόνια πέρασαν, τήν ἔχασα, μά πάντα τήν θυμόμουν μέ μία γλυκειά ἀνάμνηση καί νοσταλγία.
Μετά παντρεμμένη πιά θά τήν συναντοῦσα στήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Ὁσίας Πελαγίας) στό Ἀκραίφνιο. Εἴχαμε.... πάει μέ τόν ἄνδρα μου καί θά διανυκτερεύαμε στήν Μονή γιά τήν πρωϊνή Θεία Λειτουργία. Οἱ μοναχές μέ πολλή στοργή καί εὐγένειά μου ζήτησαν συγγνώμη, ἐπειδή λόγω τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν δέν εἶχαν χῶρο νά μέ φιλοξενήσουν καί ἀναγκαστικά ἔπρεπε νά μοιραστῶ τό κελλί, ὅπου ἐφιλοξενεῖτο «μία ἰδιόρρυθμη γυναίκα». Δέχθηκα. Μέ ὁδήγησαν στό κελλί, ὅπου μέ κατάπληξη διεπίστωσα ὅτι «ἡ ἰδιόρρυθμη γυναίκα» ἦταν ἡ στοργική μου Στελλίτσα, πού εἶχα χρόνια νά τήν ἰδῶ. Ἡ χαρά μου δέν περιγράφεται. Μείναμε ἀγκαλιασμένες γιά ἀρκετή ὥρα καί ξαφνικά ἀκούω τίς ἀδελφές νά φωνάζουν: «Ἐλᾶτε, Γερόντισσα, νά δῆτε τήν Στελλίτσα μέ τήν Μηλίτσα ἀγκαλιά». Ὅλοι χαρήκαμε. Ἐκεῖνο τό βράδυ ἡ Στελλίτσα ἔκανε σάν παιδάκι ἀπό τήν χαρά της. Χτυποῦσε παλαμάκια, γελοῦσε, σταυροκοπιόταν...
-Μηλίτσα μου, πολύ χάρηκα πού παντρεύτηκες. Ξέρεις πολύ προσευχήθηκα γιά νά παντρευτῆς. Χαίρομαι, χαίρομαι. Στενοχωριέμαι πού ὑποφέρεις ἀπό τά ποδαράκια σου. Ξέρω ἔχεις πρόβλημα. Ὑπομονή, προσευχή. (Ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Στελλίτσα δέν γνώριζε ὅτι μου εἶχε ἐμφανισθῆ ἕνα χρόνιο ἐπώδυνο πρόβλημα ὑγείας στά πόδια μου). Ὁ ἄνδρας σου θ’ ἀλλάξη χῶρο, μήν ἀνησυχῆς, θά εἶναι καλύτερα. (Πράγματι, τελείως ξαφνικά, ἀναγκάσθηκε νά μεταφέρη σέ ἄλλο χῶρο τό κτηνιατρεῖο του).
Ἐκεῖνο τό βράδυ εἰπώθηκαν πολλά. Τήν ἄλλη μέρα καί ἐνῶ ἡ Στέλλα ἦταν μακριά, εἶπα στίς ἀδελφές ὅ,τι εἶχα ἀντιληφθῆ γι’ αὐτήν, ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἁγία ψυχή... Τήν ἑπόμενη μέρα ἡ Στέλλα ἔφυγε ἀπό τό Μοναστήρι. Τό κατάλαβε. Δέν ἤθελε νά τήν ἐπαινῆς. Ὅταν ἀργότερα συναντηθήκαμε, μέ αὐστηρό τρόπο μέ ἐπέπληξε γιά τό ὅτι τήν ἐπαινῶ. Ξαφνιάστηκα, γιατί μπροστά της δέν εἶχα πῆ τίποτε. Κι ὅμως τό ἤξερε...

Ἀργότερα, κάποια ἄλλη στιγμή, μοῦ εἶχε πῆ: «Δέν ἀντέχω τήν τιμή πού μου κάνει ἡ Γερόντισσα. Νά, κοίτα νά δής• τελευταία μέ ἔβαλε νά φάω μαζί τους• μέ τίς ἁγίες ψυχές! Ποιά εἶμαι ἐγώ… Πῶ, πῶ, πῶ, Μηλίτσα!».
Γιά μεγάλο χρονικό διάστημα χάσαμε τά ἴχνη της. Ἡ Γερόντισσα μᾶς τηλεφωνοῦσε καί μᾶς ρωτοῦσε ἄν τήν εἴδαμε. Ἐκεῖνο τό διάστημα κατάλαβα ὅτι, ἄν θέλω νά τή δῶ δέν πρέπει νά μιλῶ γι’ αὐτήν.
Τώρα ἡ Στελλίτσα ἦταν ἄστεγη, ἀπό τήν ἐργασία τῆς εἶχε συνταξιοδοτηθῆ μέ τό πιό μικρό ποσό τῆς σύνταξης τοῦ ΙΚΑ (411 εὐρώ μηνιαίως), τά ὁποία μοίραζε σέ φτωχούς, φυλακισμένους, στήν Ἐξωτερική Ἱεραποστολή κ.α. Τώρα πλέον ζοῦσε στά παγκάκια, στά ὑπόστεγα, στά ἐρημοκκλήσια, στίς σκάλες, σέ οἰκοδομές. Μοῦ τό ἐμπιστεύθηκε.
Κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς Γερόντισσας καί τή δική μου, ἦλθε κάποιες φορές, ὅταν ἔκανε βαρυχειμωνιά, καί ἔμεινε κοντά μας. Ζητοῦσε νά μείνη στό πιό ταπεινό μέρος τοῦ σπιτιοῦ.
Θυμᾶμαι μέ πολλή νοσταλγία, ὅταν τήν φιλοξενούσαμε στό σπίτι ἐπικρατοῦσε γαλήνη, φῶς, ὅλα εἰρηνικά. Ὅταν στήν παρέα μᾶς ἐρχόταν ὁ ἄνδρας μου, ἡ Στελλίτσα ἔφευγε καί ὅταν τῆς μιλοῦσε δέν τόν κοιτοῦσε ποτέ. Χαρά τῆς ἦταν νά τρώη ἀλάδωτες ντοματόσουπες. Συνέχεια δοξολογοῦσε τόν Θεό καί ἡ ψυχή τῆς ξεχείλιζε ἀπό εὐγνωμοσύνη μέ ἕνα ἀδιάκοπο «σ’ εὐχαριστῶ, σ’ εὐχαριστῶ».
Πολλές φορές τό βράδυ, προφασιζόμενη ὅτι εἶμαι κουρασμένη, τῆς ζητοῦσα νά κάνη αὐτή τό Ἀπόδειπνο. Ἀδύνατον νά περιγράψω τί συνέβαινε, ὅταν ἄρχιζε τήν προσευχή. Σιγά-σιγά ἀλλοιωνόταν ἡ ἔκφρασή της, τό προσωπάκι τῆς φωτιζόταν, ξεχνιόταν στήν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τήν ἄφηνα καί πήγαινα γιά ὕπνο.
Κάποια φορᾶ, ἐνῶ τήν σκεπτόμουν μέ συμπόνοια «πώς γυρνάει σάν σπουργιτάκι στούς δρόμους» ξαφνικά μέ κοιτάζει καί μοῦ λέει: -«Μή στενοχωριέσαι, θέλημα Θεοῦ εἶναι νά κοιμᾶμαι στά παγκάκια. Εἶμαι πολύ καλά, εἶμαι εὐτυχισμένη. Ξέρεις ἐκεῖ στά παγκάκια ράβω καί τά ροῦχα μου. (Ἡ Στέλλα ἦταν καί πολύ καλή ράπτρια). Νά, τό Πάσχα πέρασα πολύ ὡραία. Τό Μ. Σάββατο πῆγα καί πῆρα λίγο ἀρνάκι, τό ἔβαλα σέ ἕνα ταψάκι ἀπό μπακλαβά, τό ἔδωσα στό φοῦρνο καί μοῦ τό ἔψησαν. Τό ἔκρυψα στό παγκάκι καί τήν ἄλλη μέρα ἔκανα Πάσχα στό παγκάκι μου, χαρούμενη καί εὐτυχισμένη, γιατί ὁ Ἱερέας μου εἶχε δώσει κι ἕνα κόκκινο αὐγό. Μή στενοχωριέσαι γιά μένα. Ὄχι, ὄχι, γιατί εἶμαι ὑπό τήν σκέπη τῆς Παναγίας μας».
Μία ἄλλη φορᾶ, ὅπως μου διηγήθηκε, πῆγε καί λούστηκε στήν τουαλέτα τῶν Ἰατρείων τοῦ Δήμου. Τήν εἶδαν οἱ ἐργαζόμενοι καί τήν ἐπέπληξαν αὐστηρά. Ἡ Στέλλα δέν δέχθηκε τήν παρατήρηση λέγοντάς τους ὅτι δέν κλέβει τίποτα, οὔτε νερό, οὔτε σαπούνι, γιατί ὅλα αὐτά τά ἔχει πληρώσει εἰσφορές στό ΙΚΑ ὡς ἐργαζόμενη. Τούς μίλησε ἄσχημα καί αὐτοί κάλεσαν τήν Ἀστυνομία κι ἔτσι ἡ Στέλλα ὁδηγήθηκε στό Ἀστυνομικό Τμῆμα. Κάπως ἔτσι μου διηγήθηκε τόν διάλογο μέ τόν Διοικητή:
«Κύριε Διοικητά, συγχωρέστε μέ πού σᾶς κουράζω, ἀλλά ἀκοῦστε μέ, σᾶς παρακαλῶ. Εἶμαι ἄστεγη, δέν ἔχω τίποτα δικό μου. Νά μόνο αὐτό τό βιβλιάριο ἀσθενείας τοῦ ΙΚΑ, πού βεβαιώνει ὅτι ἔχω πληρώσει εἰσφορές. Τά Ἰατρεῖα πού λούστηκα εἶναι τοῦ ΙΚΑ, ἄρα ἀνήκουν καί σέ μένα. Ὅταν βρίσκομαι μέσα στό ΙΚΑ, νιώθω ὅτι εἶμαι μέσα στό σπίτι μου. Συγχωρέστε μέ».
Διοικητής: «Πήγαινε τώρα, ἀλλά τήν ἄλλη φορᾶ πού θά λουστῆς νά προσέξης νά μή σέ δοῦν. Ἄντε στό καλό».
Ἔφυγε δοξάζοντας τόν Θεό καί εὐγνωμονώντας τόν Διοικητή.
(συνεχίζεται...........)
ΠΗΓΗ:ΘΑΝΟΣ-ΕΥΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.