Μιὰ γυναῖκα ποὺ ἐπισκεπτόταν ἕνα μοναστήρι παραπονέθηκε γιὰ τὸν σύζυγό της σὲ ἕναν εὐσεβῆ γέροντα, λέγοντας:
«Πάτερ, ὁ σύζυγός μου εἶναι τόσο δύστροπος καὶ γκρινιάρης, ποὺ δὲν ἀντέχω ἄλλο. Τσακωνόμαστε συνεχῶς καὶ δὲν ξέρω πῶς νὰ τὸν συνεφέρω».
Κατανοῶντας τὴν κατάσταση καὶ θέλοντας νὰ προσφέρει ἕναν τρόπο ἀποκατάστασης τῆς εἰρήνης στὴν οἰκογένεια, ὁ γέροντας τῆς εἶπε:
«Πήγαινε στὴν τράπεζα τοῦ μοναστηριοῦ καὶ ζῆτα ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνο ἀδελφὸ νὰ σοῦ δώσει ἕνα μπουκάλι νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι τῆς μονῆς, γιὰ νὰ τὸ πάρεις στὸ σπίτι σου. Ὅταν ἐπιστρέψει ὁ σύζυγός σου, πᾶρε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό. Κράτησέ το προσεκτικὰ στὸ στόμα σου καὶ τότε θὰ δεῖς τὸ θαῦμα».
Ἡ γυναῖκα ἔκανε ἀκριβῶς ὅ,τι τῆς ζητήθηκε. Ὅταν ὁ σύζυγός της γύρισε σπίτι ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἦταν φανερὸ ὅτι βρισκόταν σὲ κακὴ διάθεση - κουρασμένος καὶ εὐέξαπτος. Ἀμέσως, ἡ γυναῖκα πῆρε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸ μυστηριῶδες... νερὸ καὶ προσπάθησε νὰ μὴν τὸ ἀφήσει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στόμα της. Πράγματι, ὁ σύζυγός της σύντομα σώπασε. Ἔτσι, ἡ καταιγίδα ἐκείνης τῆς βραδιᾶς πέρασε γρήγορα. Μιὰ ἄλλη φορά, ἡ γυναῖκα χρησιμοποίησε πάλι ἐκεῖνο τὸ θαυμάσιο φάρμακο καί, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ εἰρήνη ἐπικράτησαν στὸ σπίτι τους. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, ὁ σύζυγος ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος· μεταμορφώθηκε. Τῆς μιλοῦσε μὲ καλοσύνη καὶ ἐξῆρε τὴν πραότητα καὶ τὴν ὑπομονή της. Γεμάτη χαρὰ γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ συζύγου της, ἡ γυναῖκα ἔσπευσε πίσω στὸν γέροντα καὶ τοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἐπιτυχία ποὺ εἶχε μὲ τὸ θαυματουργὸ νερό. Δὲν ἦταν τὸ νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ ἔκανε τὸ θαῦμα, εἶπε ὁ πατέρας, ἀλλὰ ἡ σιωπή σου. Παλαιότερα, μάλωνες τὸν σύζυγό σου ὅταν γύριζε κουρασμένος ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ τὸν ἐκνεύριζες φέρνοντάς του ἀντιρρήσεις. Ἡ σιωπή σου, ὅμως, μαλάκωσε τὴν καρδιά του.
Διὰ τῶν πρεσβειῶν τῆς Ὑπεράγνου Μητρός Σου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον καὶ σῶσον μας!
«Πάτερ, ὁ σύζυγός μου εἶναι τόσο δύστροπος καὶ γκρινιάρης, ποὺ δὲν ἀντέχω ἄλλο. Τσακωνόμαστε συνεχῶς καὶ δὲν ξέρω πῶς νὰ τὸν συνεφέρω».
Κατανοῶντας τὴν κατάσταση καὶ θέλοντας νὰ προσφέρει ἕναν τρόπο ἀποκατάστασης τῆς εἰρήνης στὴν οἰκογένεια, ὁ γέροντας τῆς εἶπε:
«Πήγαινε στὴν τράπεζα τοῦ μοναστηριοῦ καὶ ζῆτα ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνο ἀδελφὸ νὰ σοῦ δώσει ἕνα μπουκάλι νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι τῆς μονῆς, γιὰ νὰ τὸ πάρεις στὸ σπίτι σου. Ὅταν ἐπιστρέψει ὁ σύζυγός σου, πᾶρε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό. Κράτησέ το προσεκτικὰ στὸ στόμα σου καὶ τότε θὰ δεῖς τὸ θαῦμα».
Ἡ γυναῖκα ἔκανε ἀκριβῶς ὅ,τι τῆς ζητήθηκε. Ὅταν ὁ σύζυγός της γύρισε σπίτι ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἦταν φανερὸ ὅτι βρισκόταν σὲ κακὴ διάθεση - κουρασμένος καὶ εὐέξαπτος. Ἀμέσως, ἡ γυναῖκα πῆρε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸ μυστηριῶδες... νερὸ καὶ προσπάθησε νὰ μὴν τὸ ἀφήσει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στόμα της. Πράγματι, ὁ σύζυγός της σύντομα σώπασε. Ἔτσι, ἡ καταιγίδα ἐκείνης τῆς βραδιᾶς πέρασε γρήγορα. Μιὰ ἄλλη φορά, ἡ γυναῖκα χρησιμοποίησε πάλι ἐκεῖνο τὸ θαυμάσιο φάρμακο καί, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ εἰρήνη ἐπικράτησαν στὸ σπίτι τους. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, ὁ σύζυγος ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος· μεταμορφώθηκε. Τῆς μιλοῦσε μὲ καλοσύνη καὶ ἐξῆρε τὴν πραότητα καὶ τὴν ὑπομονή της. Γεμάτη χαρὰ γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ συζύγου της, ἡ γυναῖκα ἔσπευσε πίσω στὸν γέροντα καὶ τοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἐπιτυχία ποὺ εἶχε μὲ τὸ θαυματουργὸ νερό. Δὲν ἦταν τὸ νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ ἔκανε τὸ θαῦμα, εἶπε ὁ πατέρας, ἀλλὰ ἡ σιωπή σου. Παλαιότερα, μάλωνες τὸν σύζυγό σου ὅταν γύριζε κουρασμένος ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ τὸν ἐκνεύριζες φέρνοντάς του ἀντιρρήσεις. Ἡ σιωπή σου, ὅμως, μαλάκωσε τὴν καρδιά του.
Διὰ τῶν πρεσβειῶν τῆς Ὑπεράγνου Μητρός Σου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον καὶ σῶσον μας!
Μιὰ ἡμέρα εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο!
Π. Ἰγνάτιος
Π. Ἰγνάτιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου