ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

2 Δεκ 2014

«Θρονικὴ ἑορτὴ μὲ τὸν Ἁγιώτατο» ἢ ὅταν τὸ ὑπερφυὲς μυστήριο χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ὑπηρετήσει σκοπιμότητες …

Γράφει  πατήρ ναστάσιος Γκοτσόπουλος
Γιὰ μία ἀκόμα φορᾶ γίναμε μάρτυρες τῶν ὅσων διεπράχθησαν στὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου στὴ Κωνσταντινούπολη κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου (29-30.11.2014). Τὸ ἔργο αὐτὸ τὸ ἔχουμε ξαναδεῖ καὶ ἀπ’ ὅτι φαίνεται θὰ τὸ βλέπουμε ὅλο καὶ συχνότερα γιὰ νὰ τὸ συνηθίζουμε καλύτερα καὶ ἔτσι ἀγάλια-ἀγάλια νὰ προχωρήσουμε χωρὶς ἀντιδράσεις καὶ ἀμφισβητήσεις σὲ ἀποκατάσταση – ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Παναγιώτατος – τῆς «πλήρους κοινωνίας» μὲ τὴν «πρωτόθρονη ἀδελφὴ ἐκκλησία τῆς Ρώμης», τὴν «προκαθημένη τῆς ἀγάπης» - γιὰ νὰ ἔχουμε καὶ λίγο ἀπὸ Πατέρες. Τὸ ὅτι διαφέρουμε καὶ θὰ διαφέρουμε σὲ καίριας σημασίας ζητήματα πίστεως εἶναι μικρῆς καὶ ἐπουσιώδους, μᾶλλον, σημασίας. Τὸ ὅτι κάποιοι Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας σκανδαλίζονται δὲν μᾶς νοιάζει καὶ πολύ· εύκολα τοὺς βάζουμε τὴν ταμπέλα τοῦ “φανατικοὺ” καὶ “φονταμενταλιστὴ” καὶ “ἐπαρχιώτη”, τοὺς εἰρωνευόμαστε καὶ ἠσυχάζουμε· άλλωστε στὸ ἔργο αὐτὸ ἔχουμε συναντιλήπτορες τὰ ΜΜΕ καὶ συμπαραστάτες τοὺς κάθε λογὴς πολιτικούς, ποὺ ἀδιαμφισβήτητα ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴ φροντίδα ποὺ καταβάλουν οἱ Βαρθολομαῖος καὶ Φραγκίσκος γιὰ τὴν «ἀποκατάσταση τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, δηλ. τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως μᾶς ἀποκάλυψε...
ὁ «ἀδελφός, ἐπίσκοπος Ρώμης» Φραγκίσκος!
Δὲν εἶναι στὶς προθέσεις μου νὰ ἀναλύσω τὰ περὶ «πλήρους κοινωνίας» ποὺ ἀκούσαμε ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη. Ἤδη τὸ θεολογικότατο κείμενο «Νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου» (http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2014/11/blog-post_98.html)  ἐπισημαίνει τὶς σοβαρότατες ἐκτροπὲς στὴν πίστη. Ποιὸς ὅμως ἀμφιβάλλει ὅτι ἡ προσφώνησή του στὸν Πάπα τὸ Σάββατο 29.11.14 στὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ δὲν ἀποτελεῖ πλήρη ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ Πατριάρχου τῆς «Περὶ Ἐκκλησίας» Δογματικῆς Διατάξεως καὶ τοῦ «Περὶ Οἰκουμενισμοῦ» Διατάγματος τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου (1962-65);  Άλλωστε ὁ «ἀδελφὸς» Φραγκίσκος προχωρώντας ἔτι πλέον διασάφησε τὶς σκέψεις τοῦ «ἀδελφοῦ» του Βαρθολομαίου καὶ ἦταν ἐξαιρετικὰ ἀναλυτικὸς στὴν ἀναφορά του στὸ Διάταγμα «Περὶ Οἰκουμενισμοῦ». Ὡς γνήσιος Ἰησουίτης παρέλειψε, βέβαια, νὰ μᾶς μνημονεύσει καὶ τὸ ἄλλο Διάταγμα τῆς ἴδιας Συνόδου, τὸ «Περί νατολικῶν (Οὐνιτικῶν) Ἐκκλησιῶν»· βέβαια, γιὰ ὅποιον προσέξει τὴν προσλαλιὰ του εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Ἁγιώτατος τὸ ὑπονοεῖ, καὶ σὲ αὐτὸ τὸ μοντέλο προτείνει τὴν ἑνότητα Παπικῶν-Ὀρθοδόξων. Ἄλλωστε στὴ συνοδεία του ἦταν καὶ ὁ κ. Leonardo Sandri, πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἀνατολικών (Οὐνιτικῶν) Ἐκκλησιῶν …
Νομίζω μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὄτι οφειλει ἡ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἂν καὶ ὅποτε γίνει, κατόπιν εἰσηγήσεως τῆς ἁρμοδίου ἐν Κωνσταντινουπόλει Γραμματείας νὰ ἀναγνωρίσει τὴ Β΄ Βατικανῆ ὡς τὴν Ἡ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῶν Ὀρθοδόξων! Καὶ τοῦτο συνιστᾶ πλέον ἀδήριτο ἀνάγκη, προκειμένου ὁρισμένοι μεγαλοσχήμονες Ὀρθόδοξοι νὰ ἀποκτήσουν μία στοιχειώδη συνέπεια καὶ ἐκκλησιολογικὴ θεμελίωση, τὴν ὁποία δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν στις  - ξεπερασμένες ἐκ τῶν πραγμάτων -  ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους !

Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, τὸ «ἐν τοῖς Πατριαρχείοις» ἔργο “Θρονικὴ ἑορτὴ μὲ τὸν Ἁγιώτατο” ἔχει ξαναπαιχτεῖ μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς σκηνοθεσία, ἀνατρέχω καὶ ἐγὼ στὸ ἀρχεῖο μου μὲ ἀφορμὴ τὰ ὅσα συνέβησαν στὸν ἴδιο τόπο τὸ 2006. Ἔγραψα τότε:
           
«Ἡ ἀνωτέρω πρακτικὴ [ἀναφέρομαι στὶς συμπροσευχὲς] δὲν ἀκολουθεῖται μόνο στὰ πλαίσια τοῦ ΠΣΕ. Γενικότερα «μία περίεργος περιφρόνησις τῆς Θεολογίας (καὶ δῆ τῆς Ἐκκλησιολογίας)»[i] καὶ ἡ ἀνάπτυξη μίας οἰκουμενιστικῆς «ἐκκλησιολογίας»[ii] μὲ τὴν ὁποία γίνεται προσπάθεια «θεολογικῆς» αἰτιολογήσεως τῆς ἀντικανονικῆς αὐτῆς συμπεριφορᾶς, σὲ συνδυασμὸ μὲ την  πρόταξη στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ μεθόδων καὶ πρακτικῶν ἀπὸ τὸ χῶρο τῶν δημοσίων σχέσεων ἔχει ὁδηγήσει σὲ πρακτικὲς οἱ ὁποῖες βαθιὰ πίκρα ἀφήνουν στὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ. Χαρακτηριστικὰ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι τὰ ὅσα ἔγιναν στὴν τελευταία ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στὴν Κωνσταντινούπολη, κατὰ τὴν Θρονικὴ Ἑορτὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὴν 30.11.2006. Δὲν ἀναφέρομαι στὶς ἐκτός τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου συναντήσεις καὶ ἐκδηλώσεις (συνομιλίες, κοινὸ ἀνακοινωθέν, χαιρετισμὸς ἀπὸ τὸν ἐξώστη κοκ), ἀλλὰ στὰ ὅσα πραγματοποιήθηκαν ἐντός τοῦ Ναοῦ ποὺ ξεπερνοῦν τὰ ὅρια ἁπλῆς συμπροσευχῆς μὲ ἑτερόδοξο:

§         Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ Ποντίφικα  μὲ τὸ «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν Ὀνόματι Κυρίου».
Μπορεῖ, ἀλήθεια, ἕνας αἱρετικὸς ἡγέτης νὰ προσφωνεῖται μὲ προσλαλιὰ ποῦ ἔχει συνδεθεῖ ἀποκλειστικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου; 
§         Ἡ προσφώνηση ὡς κανονικοῦ Πάπα καὶ Ἐπισκόπου Ρώμης καὶ ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ δέηση[iii].
Ἀσφαλῶς στὴ συνάντηση ὁ ἡγέτης τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας θὰ προσφωνηθεῖ ὡς «Πάπας καὶ Ἐπίσκοπος Ρώμης», ἰδιότητες τὶς ὁποῖες, κατὰ θεολογικὴ ἀκρίβεια, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει, ἀφοῦ εἶναι αἱρετικός.[iv] Ἔτσι, καὶ οἱ δύο τίτλοι «Πάπας Ρώμης» καὶ «Ἐπίσκοπος Ρώμης» χρησιμοποιοῦνται ὡς termini technici ἢ ἔστω ὡς προσλαλιὰ φιλοφροσύνης-ἁβροφροσύνης πρὸς τὸν φιλοξενούμενο καὶ κοινωνικὸς τρόπος ἐκφράσεως, χωρὶς θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ σημασία. Μὲ τὴν ἴδια ἔννοια χαρακτηρίζονται καὶ οἱ ἑτερόδοξες κοινότητες ὡς «Ἐκκλησίες»·  ὄχι κατὰ ἐκκλησιολογικὴ ἀκρίβεια, διότι μία ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία.[v]  Ὑπάρχει στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας παράλληλα μὲ τὴν ἀκρίβεια καὶ ἡ εὐγένεια καὶ ἡ οἰκονομία: ἔτσι ὁ Ἁγ. Κύριλλος ἐνῶ καταδικάζει μὲ πολὺ αὐστηρὲς ἐκφράσεις τὸ Νεστόριο γιὰ τὶς πλάνες του τὸν ἀποκαλεῖ «τίμιον», «τιμιώτατο», «εὐλαβέστατον ἐπίσκοπον», καὶ τὸν προσφωνεῖ μὲ τὴ φράση «ἡ σὴ εὐλάβεια» [vi].
Εἶναι ὅμως ἐντελῶς διάφορο ἡ ἐν ὥρα Ἀκολουθίας ἐντός τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ ψαλμωδία ὕμνων καὶ μνημόνευση ἑνὸς αἱρετικοῦ ὡς κανονικοῦ Πάπα καὶ Ἐπισκόπου Ρώμης παράλληλα μὲ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως! Τὰ ἀνωτέρω μπορεῖ νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς ἁβροφροσύνη ἢ ἔχουμε ἔμμεση ἀναγνώριση τῆς αἱρέσεως ὡς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἠγέτου της ὡς κανονικοῦ Ἀρχιερέως;  Ὅμως μία τέτοια ἀντίληψη δὲν εἶναι ξένη στὴν παράδοση τῶν Πατέρων καὶ δὲν ἀνατρέπει συνολικὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία;
§         Ἀπό τὴν ἁπλὴ συμπροσευχὴ στὸ συλλείτουργο.
Δυστυχῶς ὅμως ἡ συμπροσευχὴ στὴν Κωνσταντινούπολη δὲν περιορίστηκε σὲ μία ἁπλὴ δέηση, ἀλλὰ ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἀτελῆ συλλειτουργία. Κατὰ τὴν ἐπίσημη Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Θ. Λειτουργία  τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου[vii], παραχωρήθηκε στὸν Πάπα ἡ ἐκφώνηση τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς,[viii] τὸν θυμιάτισαν ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο,[ix] καὶ κυρίως δέχθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη καὶ ἀνταπέδωσε τό λειτουργικὸ ἀσπασμὸ[x] πρὸ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, πράξεις ποὺ μόνο σὲ συλλειτουργοῦντες Ἱερεῖς καὶ Ἀρχιερεῖς ἐπιτρέπονται! Μόνο στὸ Ἱ. Βῆμα δὲν εἰσῆλθε – ἀκόμα! Τοῦ προσφέρθηκε μάλιστα καὶ ὁ ἄμβωνας καὶ ἔδραξε τὴν εὐκαιρία να διακηρύξει τὸ παπικὸ πρωτείο μεσα στὸν Πατριαρχικὸ Ναό!  

Ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ ὅμως νὰ ἐκφράσουμε κάποια  ἐρωτήματα:
§         Ὂταν ἱερουργοῦντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἕνας κληρικὸς (Ἱερέας, Ἐπίσκοπος, ἢ ἀκόμα καὶ προκαθήμενος Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας) δὲν λειτουργεῖ, ἀλλὰ  συμπροσεύχεται στὸ Ἱ. Βῆμα, ὁ ἱερουργῶν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης θὰ ἀνταλλάξει τὸ λειτουργικὸ ἀσπασμὸ μὲ αὐτὸν;  Ἀσφαλῶς ὄχι σύμφωνα μὲ τὶς λειτουργικὲς διατάξεις, διότι λειτουργικὸς ἀσπασμὸς νοεῖται μόνο μεταξὺ τῶν συλλειτουργῶν! Πῶς τότε δίδεται ἀσπασμὸς μὲ τὸν Πάπα ; εἶναι συλλειτουργῶν τῷ Πατριάρχη ὁ Πάπας; 
§         Ἐπιτρέπεται νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸ λειτουργικὸ ἀσπασμὸ – τὴν ὕψιστη στιγμὴ τῆς φανερώσεως τῆς ἑνότητος ἐν τῇ ἀληθεία καὶ τῇ ἀγάπη – διαφορετικὰ ἀπὸ ὅτι ἔχει καθορίσει ἡ λειτουργική μας παράδοση[xi] (π.χ. νὰ τὸν ὑποβιβάζουμε σὲ πράξη κοινωνικῆς ἁβροφροσύνης καὶ ἀναστροφῆς, στὴ σφαίρα τοῦ συναισθήματος ἢ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς);     
§         Ὁ λειτουργικὸς ἀσπασμὸς εἶναι αὐτόνομη πράξη ἢ τὸ προαπαιτούμενο ὥστε «ἐν ὁμονοία ὁμολογήσωμεν» τὸ Τριαδικὸ Δόγμα, τὴ Θεολογία ὅπως διατυπώθηκε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως;  Ὅταν δὲν ὑπάρχει ἡ ὁμολογία κοινῆς πίστεως - ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κοινὴ Θεολογία - τί ἐξυπηρετεῖ ὁ λειτουργικὸς ἀσπασμός  Ὀρθοδόξου Ἀρχιερέως καὶ αἱρετικοῦ Ἠγέτου;
§         Ἀπό πότε ἕνας αἱρετικὸς μπορεῖ νὰ προσεύχεται ἐν τῇ Λατρεία ὡς κανονικὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς;
§         Εἶναι δυνατὸν ἕνας αἱρετικὸς καὶ μάλιστα ἡγέτης αἱρέσεως νὰ ἐκπροσωπεῖ τὸν ὀρθόδοξο λαὸ ἐν τῇ Θ. Λατρεία ἀπαγγέλλοντας ὡς Προεστῶς τὴν Κυριακὴ Προσευχὴ ἐξ ὀνόματος τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας;
§         Γιά νὰ ἀπαγγείλουμε τὴν Κυριακὴ προσευχὴ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει ἡ «ἑνότητα τῆς πίστεως»; Ὑπάρχει τέτοια ἑνότητα μὲ τὸν Πάπα;
§         Τό «Πάτερ ἠμῶν» εἶναι ἡ κύρια προσευχὴ προετοιμασίας τοῦ λαοῦ γιὰ «τὸν ἐπιούσιον ἄρτον» τῆς Θ. Εὐχαριστίας[xii] . μπορεῖ νὰ προσεύχεται μέσα στὴ Θ. Λειτουργία ποὺ τελοῦν Ὀρθόδοξοι «δὸς ἠμὶν σήμερον» τοῦτον τὸν «Ἄρτον» κάποιος (ὁ Πάπας), στὸν ὁποῖο ἀπαγορεύεται ρητὰ ἡ μετάδοση τῆς Θ. Εὐχαριστίας; Τί νόημα ἔχει μία τέτοια προσευχὴ;
§         Ἀφού ὁ Πάπας δὲν παρίστατο ἁπλῶς, ἀλλὰ συμμετεῖχε ἐνεργῶς στὴ Θ. Λειτουργία, γιατί τελικὰ δὲν κοινώνησε ; ἴσως κάποιος ἀπαντήσει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ εἶναι ἑτερόδοξος! Γιατί, τὰ ἄλλα ποῦ ἔκανε ἐπιτρέπονταν; Ποιὰ κανονικὴ διάταξη, ποιὸς Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπιτρέπει σὲ αἱρετικὸ ἐν ὥρα Θ. Λειτουργίας νὰ λέει τὸ «Πάτερ ἠμῶν», νὰ θυμιατίζεται ὡς λειτουργῶν, νὰ ἀνταλλάσσει λειτουργικὸ ἀσπασμὸ κοκ καὶ τοῦ ἀπαγορεύει νὰ κοινωνεῖ; 
§         Πῶς συμβιβάζονται τὰ ἀνωτέρω μὲ τὴ σαφῆ θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου ὅτι «δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἡ κοινωνία στὰ μυστήρια, πρὶν τὴν ἐπιτυχία πλήρους ἑνότητος στὴν πίστη … Ὁ βηματισμὸς πρὸς τὴν ἑνότητα μέσω τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας εἶναι ἕνα βῆμα πρὸς τὰ πίσω... Ἡ μυστηριακὴ κοινωνία χωρὶς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως ὁμοιάζει μὲ τραπεζογραμμάτια χωρὶς ἀντίκρισμα σὲ χρυσὸ»[xiii]; Ἢ μήπως ὡς «κοινωνία στὰ μυστήρια» νοεῖται μόνο ἡ στιγμὴ τῆς Θ. Μεταλήψεως καὶ ὄχι ὁλόκληρη ἡ Θ. Λειτουργία τῶν πιστῶν[xiv] ; Είναι ἐπιτρεπτὴ θεολογικὰ τέτοια κατάτμηση τῆς Θ. Λειτουργίας ;
§         Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὴν παραχώρηση τοῦ ἄμβωνος στὸν ἀρχηγὸ τῆς αἱρέσεως γιὰ νὰ κηρύξει στὸ ἐκκλησίασμα; Μποροῦμε ὡς Ὀρθόδοξοι νὰ μείνουμε ἀδιάφοροι, νὰ μὴν ἀνησυχοῦμε ἢ νὰ μὴν ὀργιζόμαστε, ὅταν μέσα στὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ κηρύσσει ὁ Πάπας γυμνῇ τῇ κεφαλῇ τὸ παπικὸ πρωτεῖο;  Ἀπὸ τὸ βῆμα τῶν Ἁγίων  Ἀλεξάνδρου, Γρηγορίου, Χρυσοστόμου, Φωτίου, Φιλοθέου νὰ διακηρύσσεται ἡ πλάνη!  Δὲν εἶναι βεβήλωση αὐτὸ;
§         Τελικά, δὲν ἐπιβάλλεται νὰ ἐρωτηθεῖ μὲ ὅλο τὸ σεβασμό μας ὁ Προεστῶς ἐκείνης τῆς Θ. Λειτουργίας σὲ ποιὰ ἐκκλησιαστικὴ διάταξη θεμελιώνεται ἡ  πρακτικὴ νὰ παραχωρεῖται σὲ ἕνα αἱρετικὸ - κατὰ τὴν ὁμόφωνη γνώμη Ἁγίων καὶ Συνόδων - ἡ δυνατότητα τῆς ἐνεργοὺς συμμετοχῆς στὴν Ὀρθόδοξη Θ. Λειτουργία, ὅταν ὅλη ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅλοι οἱ Πατέρες, ὅλες οἱ τοπικὲς καὶ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι – χωρὶς καμία ἐξαίρεση –  εἶναι ἀπολύτως κατηγορηματικοὶ καὶ τὸ ἀπαγορεύουν ρητὰ ἐπισείοντας μάλιστα αὐστηρὲς κανονικὲς ποινὲς; 
Μήπως τὰ ἀνωτέρω μποροῦν νὰ γίνουν ἀνεκτὰ καὶ νὰ δικαιολογηθοῦν ὡς «ἐπιδεικνυομένη εὐγενὴς συμπεριφορὰ ἢ τυπικὲς τινὲς ἐκδηλώσεις ἐν ὥρα λατρείας»[xv] ;
Μήπως ὅμως μπορεῖ νὰ δικαιολογηθοῦν ὡς κατ’ οἰκονομία γενόμενα; Μήπως κατ’ οἰκονομία ἐπιτρέπεται τὸ ἀτελές, ἔστω, συλλείτουργο Πάπα – Πατριάρχη; Ἡ ἀπάντηση εἶναι κατηγορηματικὰ  ΟΧΙ !  Ποτέ, πουθενὰ καὶ κανένας Ἅγιος δὲν ἐπιτρέπει σὲ κατεγνωσμένο αἱρετικὸ καὶ μάλιστα ἡγέτη τῆς αἱρέσεως[xvi] – ἐμμένοντα ἐν τῇ αἱρέσει – νὰ συμμετέχει ἐνεργὰ στὴ Θ. Λειτουργία !
Ἐπιπλέον δέ, ποιὰ ἀδήριτος ἀνάγκη ἐπέβαλε τὸ «συλλείτουργο» μὲ τὸν Ποντίφικα; Ποίου «μείζονος  ἔνεκα  κατορθώματος»[xvii] τὸ ὁποῖο δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ ἄλλο τρόπο περιφρονήθηκε ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας ; ποιὰ ἐπὶ τέλους ὠφέλεια θὰ μποροῦσε νὰ προέλθει γιὰ τὴν Ἐκκλησία πού θὰ δικαιολογοῦσε τὴν συμπροσευχὴ μὲ τὸν Πάπα; Καμία λοιπὸν προϋπόθεση ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομίας δὲν ὑφίσταται πού νὰ δικαιολογεῖ τήν ενεργὸ συμμετοχή τοῦ Ποντίφικα  στὴν Ὀρθόδοξη Λατρεία !
Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὀ Οικουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ειναι σαφὴς ἀναφερόμενος στὴν «εὐχαριστηριακὴ κοινωνία» μὲ ἑτεροδόξους: «Τὸ ὅλον θέμα εἶναι κατ’ οὐσίαν ἐκκλησιολογικόν, θὰ ἦτο δέ σκόπιμον καὶ ἐπωφελὲς διὰ τὸν οἰκουμενικὸν διάλογον νὰ τονισθεῖ ἀπεριφράστως … ὄτι ἡ ὑπὸ τινῶν ἐπιδιωκομένη εὐχαριστηριακὴ κοινωνία μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ μή, ὑφισταμένου εἰσέτι τοῦ σχίσματος, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ κατ’ οἰκονομίαν νὰ γίνη δεκτὴ ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».[xviii] Καὶ ἀσφαλώς ἡ «εὐχαριστηριακὴ κοινωνία» δὲν ἄρχεται ἀπὸ τὸ «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» καὶ περατοῦται στὸ «σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου»…
Συνεπῶς δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ἐφαρμόσουμε καὶ στὴν περίπτωση τῆς συμπροσευχῆς Πατριάρχη-Πάπα τὰ λόγια του Ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου «οὐκέτι, σύγγνωθι, οἰκονομίας τρόπος, ἀλλὰ παρανομίας καὶ παραβάσεως τῶν θείων κανόνων ὄφλημα»,[xix] ἢ προσαρμόζοντας στὰ σημερινὰ δεδομένα νὰ ἐπαναλάβουμε μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγιορεῖτες μοναχούς:  «Ἀλλ’ ὡς οἰκονομίαν τοῦτο ποιήσωμεν; Καὶ πῶς δεχθήσεται οἰκονομία τά θεία βεβηλοῦσα…; Καὶ τί ἂν εἴη ἐκ ταύτης τῆς οἰκονομίας ζημειωδέστερον; Αὔτη κοινωνία αὐτῶν ἐστι πρόδηλος καὶ ἐνὶ τοῦ παντὸς ἀγαθοῦ ἔκπτωσις καὶ ἀνατροπή. Ὁ γὰρ αἱρετικὸν δεχόμενος, τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασιν· και ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, ἀκοινώνητος ἐστίν, ὠς συγχέων τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας».[xx]

Τὴν ἀνωτέρω ἀνησυχία δὲν προκαλοῦν κάποιοι «πείσμονες ψευδαδελφοί, συγκροτοῦντες ὁμάδας φανατικῶν ὑποστηρικτῶν τῶν δῆθεν “θεσμίων”, δέσμιοι ἐν πολλοῖς μιᾶς θρησκευτικῆς ἀπιστίας, ἑνὸς νεομανιχαϊστικοῦ φονταμενταλισμοῦ, μιᾶς προβολικῆς μεταφυσικῆς ἐνοχῆς, ἑνὸς ἔργου εὐκόλου διὰ νὰ ζοῦν δίκην σεκτῶν οἱ μεταπρᾶται τῆς “καθαρᾶς θρησκείας»[xxi]. (Τί θλιβερὸ νὰ ἐκστομίζονται τέτοιοι χαρακτηρισμοὶ ἀπὸ Ὀρθόδοξο Ἱεράρχη ἐνώπιον τοῦ Πατριάρχου, τῶν ἀντιπροσωπειῶν τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ τῶν ἑτεροδόξων στὴ Θρονικὴ Ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου συλλήβδην ἐναντίον ὅλων ὅσων πιστῶν διατηροῦν κάποιες – μικρὲς ἢ μεγάλες – ἐπιφυλάξεις γιὰ τοὺς διαλόγους !). Ἀντιθέτως, θιασῶτες τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων καὶ τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως ἀνησυχοῦν καὶ καταγγέλλουν τὶς πρακτικὲς αὐτὲς ὡς στερούμενες ὁποιασδήποτε θεολογικῆς θεμελιώσεως ποὺ ἐν τέλει ὑπονομεύουν τὸν ἴδιο τὸ Θεολογικὸ Διάλογο. Ὁ Αρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανὸς (Χαρκιανάκης), Ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου – ἐπὶ εἰκοσαετία συμπρόεδρος στὸν Ἐπίσημο Θεολογικὸ Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς – ἀναφέρεται σὲ ὁμιλία του τὴν 10.5.1985  σὲ «λάθη τραγικὰ» ποὺ ἔχουν γίνει σχετικά: «Πρωτίστως ἐπεκράτησε μία ὑπερβάλλουσα φιλία πρὸς τὴν Ρώμη, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη κατὰ τρόπους ανευθυνους καὶ μὴ ἐλεγχομένους ἀπολύτως θεολογικώς … Πολλοὶ ἀτυχῶς ἱεράρχες… σπεύδουν νὰ ἀσπασθοῦν ἀλλήλους στὴν ἱερώτερη στιγμὴ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅταν λέμε «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους…». Αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐκφράζουμε τὴν ὑψίστη καὶ βαθυτάτη ἑνότητα μόνον τῶν συλλειτουργούντων. Οἱ λειτουργοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀσπασθοῦν μήτε τοὺς ὁμοδόξους ἱεράρχες καὶ λοιποὺς κληρικοὺς ποὺ βρίσκονται στὸ ἱερὸ Βῆμα. Καὶ ὅμως ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι ἱεράρχες – δὲν χρειάζεται νὰ πῶ ὀνόματα – οἱ ὁποῖοι καλοπροαίρετα, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχουν συνείδηση τοῦ πόσο βαρειᾶ θεολογικὴ εὐθύνη φέρουν τὴν στιγμὴ ἐκείνη, ἀσπάζονται τοὺς ἑτεροδόξους κληρικούς, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει ἀντίκρισμα, εἶναι ἀνανταπόδοτο, γιατί δὲν θὰ κοινωνήσουν ἀπὸ τὸ κοινὸ ποτήριο. Γιατί, λοιπόν, τοὺς ἀσπάζονται; … Ἕνα ἄλλο λάθος ὄχι ὀλιγώτερο τραγικό εἶναι ὅτι, στὴν προσπάθειά μας νὰ εἴμαστε φιλόφρονες πρὸς ἀλλήλους, πολλὲς φορὲς ὀρθόδοξοι ἱεράρχαι ὀνομάζουν ἀτυχῶς τὸν Πάπα «πρῶτο ἐπίσκοπόν τῆς Χριστιανωσύνης». Ἄλλο θεολογικο ψεύδος καὶ αὐτό. Ὁ Πάπας… σ’ ἕνα διηρημένο Χριστιανισμό, δὲν εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων, οὔτε καν ἴσος μεταξὺ ἴσων ! Ὁ Πάπας θὰ πάει μετὰ τὸν τελευταῖο Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὁ σημερινὸς ἐν σχίσματι καὶ ἐν αἱρέσει. Αυτά εἶναι τόσο αὐτονόητα, ποὺ περιττεύει νὰ τὰ πεῖ κανείς… «Προκαθημένη τῆς ἀγάπης» δὲν μπορεῖ κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Θεολογίαν νὰ ἀποκληθεῖ ἡ Ρωμαϊκὴ Ἕδρα ὡς ἔχει. Αυτά ὅταν λέγονται, εἶναι ἀνεύθυνα λόγια. Καὶ δυστυχῶς δημιουργοῦν πολὺ θόρυβο, πολλὴ ζημία, χωρὶς νὰ ἔχουμε ἀπολύτως κανένα κέρδος. Ἔτσι δίνουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι σπεύδουμε νὰ κάνουμε μία Intercommunio, μία μυστηριακὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους … Μὲ τὸ νὰ προσφωνοῦμε τὸν Πάπα ἢ τὴν Ρώμη μὲ πατερικούς, ὅπως εἶπα, τίτλους, μεστοὺς γνωστοῦ περιεχομένου, κάνουμε μόνο ζημιὰ καὶ ἀντιθέτως δὲν βοηθοῦμε καθόλου τὸν διάλογο.  Ἀπλούστατα,  εἶναι ἕνα ψεῦδος νὰ κάνουμε τέτοιες προσφωνήσεις,  ἕνα ψεῦδος θεολογικό».[xxii]
Στὴ συνάφεια αὐτὴ μνημονεύουμε τὴν ἰδιαίτερα σημαντικὴ προσφώνηση τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ξηροποτάμου Ἀρχιμανδρίτου κ. Ἰωσὴφ κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στὴν Ἱερὰ Μονή, τὴν 21-8-2008. Εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὁ Καθηγούμενος μὲ τὸν προσήκοντα σεβασμὸ ἀλλὰ καὶ μὲ ἐξαιρετικὴ σαφήνεια:  «Ἐνταῦθα, Παναγιώτατε, ἐπιτρέψατε εἰς ἡμᾶς τὰ τέκνα σας, ὡς υἱικὴν παρρησίαν πρὸς Ὑμᾶς κεκτημένους, νὰ ἀναφερθῶμεν καὶ εἰς δύο θέματα τὰ ὁποῖα συνέχουν τὰς καρδίας μας καὶ σκανδαλίζουν τὰς μοναχικὰς συνειδήσεις μας, ἀλλὰ καὶ τὰς συνειδήσεις πάρα πολλῶν εὐσεβῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς πλησιάζουν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ συνεχιζομένη παρὰ τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος δι᾿ ἐπι­σή­μων λόγων καὶ συμπροσευχῶν ἐπ᾿ ἐκκλησίας καὶ τηλοψίας ἀναγνώρισις τῶν ἐκ­προσώπων τοῦ ἐντελῶς ἐκκοσμικευμένου πλέον καὶ μὴ διορθουμένου συγ­χρό­νου Παπισμοῦ... Παναγιώτατε, ὁμοῦ μετὰ τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου παρακαλοῦμεν Ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ταπεινοὶ καὶ ἀνάξιοι· «Μηδὲν νόθον δόγμα τῷ τῆς ἀγάπης προσχήματι παραδέχεσθε»[xxiii]. Ὡς προσφάτως, ἀλλὰ καὶ παλαιότερον, τὸ Ἅγιον Ὄρος σᾶς ὡμο­λόγησεν καὶ διεβεβαίωσεν, καὶ ἡμεῖς οἱ ἐλάχιστοι Ξηροποταμηνοὶ μοναχοὶ ὁμοῦ μετὰ τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τοῦ συμμεριζομένου τὰς ἀνησυχίας μας «μένομεν πιστοὶ εἰς τὴν Πίστιν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐξ ἀγάπης καὶ πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς βοηθοῦνται, ὅταν οἱ Ὀρθόδοξοι διὰ συνεποῦς Ὀρθοδόξου στάσεως τοὺς ὑποδεικνύουν τὸ μέγεθος τῆς πνευματικῆς ἀσθενείας των καὶ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας των»[xxiv]. Παρακαλοῦμεν δὲ ἐμπόνως καὶ εὐλαβῶς ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς «ὁ θεολογικὸς διάλογος οὐδόλως συνοδεύηται ἀπὸ συμ­προσευχάς, συμμετοχὰς εἰς τὰς λειτουργικὰς καὶ λατρευτικὰς συνάξεις ἑκα­τέρων καὶ λοιπὰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται νὰ δώσουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ἡμετέρα Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέχεται τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς πλήρη Ἐκκλη­σίαν καὶ τὸν Πάπαν ὡς κανονικὸν Ἐπίσκοπον Ρώμης. Τοιαῦται ἐνέργειαι παραπλα­νοῦν καὶ τὸ Ὀρθόδοξον πλήρωμα καὶ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, δίδοντες εἰς αὐτοὺς τὴν ἐσφαλμένην ἐντύπωσιν περὶ τοῦ τί φρονεῖ περὶ αὐτῶν ἡ Ὀρθοδοξία...»[xxv].  Ἐπειδὴ δὲ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἔχομεν «τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως» μετὰ τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος, «κατὰ τὸ γεγραμμέ­νον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα», οὕτω «καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν»…. Ἐν τῇ Ὑμετέρᾳ πατρικῇ ἀγάπῃ συγχωρήσατε εἰς ἡμᾶς τὴν ὁμολογιακὴν ταύτην παρέκβασιν καὶ ἐμβλέψατε εἰς τὰ πρόσωπα τῆς ταπεινῆς ἡμῶν ἀδελφό­τητος, τὰ ὁποῖα ἀτενίζουν εἰς Ὑμᾶς μετὰ πολλοῦ σεβασμοῦ»[xxvi]. Στὴν ἀνταπάντησή του ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὄχι μόνο δὲν θεώρησε ὑπερβολικὲς τὶς ἀνησυχίες καὶ προερχόμενες ἀπὸ κακόβουλη διάθεση, ἀλλὰ ἐπαίνεσε τὸν Καθηγούμενο γιὰ τοὺς λόγους του καὶ τὴν ἀνησυχία του καὶ τὸν «καθησύχασε»: «ἐπαινοῦμεν τὴν εὐαισθησία σας, ἐπαινοῦμεν πατρικῶς τὴν φιλαλήθειαν καὶ τὴν εἰλικρίνειάν σας καὶ σᾶς καθησυχάζομεν ἐπαναλαμβάνοντες ἐπιγραμματικῶς ὅτι ἔχουσιν γνῶσιν οἱ φύλακες».[xxvii] Ἀσφαλῶς θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ μὴν χρειάζονταν τέτοιου εἴδους «πατριαρχικὲς» διαβεβιώσεις γιὰ νὰ μᾶς «καθησυχάζουν». Ποιὸς εὐθύνεται πού ἕνα τμῆμα τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ ἀνησυχεῖ γιὰ τοὺς «φύλακες», διατηρεῖ σοβαρότατες ἐπιφυλάξεις γιὰ κάποιες ἐνέργειές τους; Εἶναι ἄμοιροι εὐθυνῶν οἱ «φύλακες» γιὰ τὴν κατάσταση αὐτὴ ;»
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ Ἀ. Γκοτσόπουλος, Ἡ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικούς, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 20092, σ. 112-124).
π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
6945-377621, agotsopo@gmail.com

ΥΓ: Ἴσως θεωρήσουν κάποιοι ὅτι ναὶ μὲν ἔχω δίκιο ἀλλὰ ὁ λόγος μου εἶναι ἰδιαίτερα “σκληρός” καὶ “ἀσεβής”. Ὅμως θὰ τοὺς παρακαλοῦσα μαζὶ μὲ τὴν ἐπισήμανση γιὰ τὴ “σκληρότητα” καὶ τὸ “ἀσεβές” τοῦ λόγου μου νὰ μοῦ παρουσιάσουν καὶ τὴ δική τους εὐπρεπῆ καὶ πλήρη σεβασμοῦ διαμαρτυρία γιὰ ὅσα ἐκκλησιολογικῶς καὶ κανονικῶς ἀπαράδεκτα συνέβησαν καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ διήμερο 29-30 Νοεμβρίου 2014. 
[i] Στυλιανοῦ, Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας, «Περὶ τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Νέα σειρά, 13 (2003), σ. 34. βλ. καὶ Γ. Δ. Μεταλληνού, «Αἱρέσεις, Οἰκουμενισμός: Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖον», στὴ διαδικτυακὴ τοποθεσία :   http://www.oodegr.com/oode/oikoymen/proswp1.htm
[ii]  Λόγου χάριν ἡ θεωρία τῶν κλάδων (Churchbranch Theory), της vestigia Ecclesia του Τετραπλεύρου του  Lambeth, τῆς ἀρχῆς τῆς περιεκτικότητος (comprehensiveness), περὶ τῶν αὐλῶν τοῦ Κυρίου, «περὶ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς χαρᾶς τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου», «τῶν δύο πνευμόνων»  βλ. ἐν Φούγιας, Οἰκονομία, σ.σ. 27-28, 88-89, 91-92 καὶ  Καθηγητῶν, Ὑπόμνημα,  σ. 8, Σημάτη, Πατερικὴ στάση, σ. 253.
[iii]   στὴ διαδικτυακὴ τοποθεσία : http://papalvisit.ecupatriarchate.org/media/pope_arrival_2006.php?f=windows&p=2
[iv]  Ἡ θεολογικὴ ἀκρίβεια ἔχει ἐκφραστεῖ μὲ σαφήνεια στὴν ὑπὸ τὸν Ἀλέξιο Στουδίτη Σύνοδο τοῦ 1030: «Ἀπὸ γὲ τοῦ νῦν καὶ ἐν ἁγίω πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας διαταττόμεθα Πνεύματι, ὥστε τοὺς λαχόντας Ἐκκλησιῶν προεστάναι θεοφιλεστάτους Ἀρχιερεῖς ἀγρύπνως τὰς ἐπιβαλούσας αὐτοῖς ἐνορίας περισκοπεῖν και πάση δυνάμει τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν αἱρέσεων ὡς λύκους θρασεῖς ἀποκρούεσθαι, οὖς τὴ κακοδοξία … τῶν λοιπῶν αἱρεσιαρχῶν ἀνενδότως ἐμμένοντας οὔτε τῷ τοῦ ἐπισκόπου καλεῖσθαι ὅλως ὀνόματι ἀνεχόμεθα, οὔτε τινὰ αἱρεσιάρχην πρώτον  τούτοις ἐπιφημιζεσθαι ὴ χειροτονεῖν ἐξεῖναι ἢ ἄλλο τί ἱερατικῶν ἀναξίων διενεργεῖν», στὸ Κοτσώνη,intercommunio, σ. 201.
[v]  Σύμφωνα μὲ τὸν Α΄ Κανόνα τῆς ἐν Καρχηδόνι Συνόδου «παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ὅπου ἐκκλησία οὐκ ἔστιν … οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε Ἐκκλησίαν». Ὁ δομινικανὸς θεολόγος Υ. Congar ἑρμηνεύοντας τὴν Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία ἀναφέρει : «Ἡ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα ἀρνήθηκε πάντοτε νὰ δώσει τὸ ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας στὰ σώματα ποὺ εἶχαν ἀποσπαστεῖ ἀπὸ τὴ μοναδικὴ ὁρατὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἦταν ἡ «καθολικὴ» Ἐκκλησία, δηλαδὴ ἡ ἀληθινὴ καὶ ὀρθόδοξη. Τοὺς ἦταν ἀδιανόητο ὅτι μποροῦσε νὰ ὑπάρξει Ἐκκλησία χωρὶς τὶς ἰδιότητες της  Ἐκκλησίας, τὶς ὅποιες ἀπέδωσε τὸ σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως: μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική. Γι’ αὐτὸ ὀνόμαζαν τὶς ἀποκομμένες ἀπὸ τὴν ἑνότητα κοινότητες μὲ διάφορα ὀνόματα, ἀποκλείοντας τὸ ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς κι ἂν τὸ χρησιμοποιοῦσαν μὲ τὴν ἐμπειρικὴ ἔννοια τοῦ τῆς συναθροίσεως...», στὸ Π.Deseille, Ἡ πορεία μου πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, μτφρ. Σ. Κούτσας,  ἔκδ. Ἀκρίτας (Ἀθήνα 19932), σ. 134.  Κατὰ τον S.L.Greenslade, σύμφωνα μὲ τὴν ὁμόφωνη διδασκαλία τῶν Πατέρων, ποὺ στηρίζεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο «ὄφειλε νὰ εἶναι μία, ἀλλὰ εἶναι μία καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μία. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ ἦταν (γι’ αὐτοὺς) μία ἰδιότητα τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία γινόταν κατανοητὴ ὡς μία καὶ μόνη ὀργανικὴ οἰκοδομή, μία κοινωνία. Σύμφωνα μ’ αὐτοὺς (τοὺς Πατέρες), οἱ διαιρέσεις, οἱ διακοπὲς κοινωνίας, δὲν καλύπτονταν οὔτε κυριαρχοῦνταν ἀπὸ μία πνευματικὴ καὶ ἀόρατη ἑνότητα, καὶ διάφορες ὀνομασίες δὲν μποροῦσαν νὰ σχηματίσουν μία μόνο Ἐκκλησία. Δὲν ὑπῆρχε παρὰ μία ὀρατὴ  Ἐκκλησία σὲ μία καὶ μόνο κοινωνία. Τὰ ἀποκομμένα σώματα ἀπὸ αὐτὴ τὴν κοινωνία ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία» στὸ Π. Deseille, Ἡ πορεία μου πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, μτφρ. Σ.Κούτσας, ἐκδ. Ἀκρίτας  (Ἀθήνα 19932), σ.σ. 140-141. 
[vi]   PG 77, 132D,  PG 77, 133C,  PG 77,  81B, 96A, 97A, 105C, 104A, 124B, 125D,   PG 77, 105C                                                 
[vii]   στὴ διαδικτυακὴ τοποθεσία :  http://papalvisit.ecupatriarchate.org/media/divine_liturgy_2006.php?f=windows&p=2
[viii]   αὐτόθι,  χρονικὴ ἔνδειξη : 1:47:30
[ix]   αὐτόθι,  χρονικὴ ἔνδειξη : 0:36:44
[x]   αὐτόθι,  χρονικὴ ἔνδειξη : 1:24:55
[xi] Ὁ Ἁγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἀναφέρει σχετικά: «Μὴ ὑπολάβης τὸ φίλημα ἐκεῖνο σύνηθες εἶναι τοῖς ἐπ’ ἀγορᾶς γινομένοις ὑπὸ τῶν κοινῶν φίλων. Οὐκ ἔστιν τοίνυν τοιοῦτον τὸ φίλημα» (PG 33, 1112A). «Ἀνάμεσα στοὺς εὐχαριστιακοὺς συμβολισμούς, τὸ ἰδιαίτερο σημάδι τῆς συμφιλίωσης πρὶν ἀπὸ τὴ μετάληψη τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ δεῖγμα σωστῶν ἀδελφικῶν σχέσεων εἶναι ἡ τελετουργία τοῦ ἀσπασμοῦ τῆς εἰρήνης, ἡ ὁποία ἀναγεται  ὡς τὰ χρόνια της Καινῆς Διαθήκης. Ὁ ἀσπασμὸς δὲν ἦταν καθόλου συμβολικὸς ἢ εἰκονικός, ἀλλὰ ἡ ζωντανὴ ἔκφραση, ἡ ἱερὴ πράξη τῆς ἴδιας της ἀγάπης» (Σ. Τσομπανίδου, Λειτουργία μετὰ τὴ Λειτουργία : Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας στὴν κοινὴ Χριστιανικὴ μαρτυρία γιὰ δικαιοσύνη, εἰρήνη καὶ ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας(Θεσσαλονίκη 1996), σ. 180-181).
[xii] Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, PG 33, 1120B, Γ. Παρασκευοπούλου, Ἑρμηνευτικὴ ἐπιστασία ἐπὶ τῆς Θ. Λειτουργίας(Πάτρα 20052), σ. 441, Π. Εὐδοκίμωφ, Ἡ προσευχὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἡ βυζαντινὴ λειτουργία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,  μτφρ. Μ. Παπαζάχου-Δ. Τζέρπος,  ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα  19822, σ. 187 
[xiii]  Bartholomeos, Oikonomia,   σ. 48
[xiv] «κυρίως ἡ θεία λειτουργία μετὰ τὴν τοῦ Ἁγ. Εὐαγγελίου ἀνάγνωσιν γίνεται… μετὰ δὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἄρχεται ἡ τελετὴ τῆς λειτουργίας τῆς ὑπεραχράντου θυσίας» κατὰ τὸν Θ. Βαλσαμῶνα (PG 137, 1281D).
[xv] Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμιλία κατὰ τὴν ἐπὶ τὴ ὑποδοχὴ Αὐτοῦ Δοξολογίαν εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν τοῦ Πρωτάτου (21/08/2008), στὴ διαδικτυακὴ τοποθεσία : http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=976&tla=gr  και  Παρακαταθήκη, 61 (2008), σ. 7.
[xvi] «Ἐχθροὶ δὲ τοῦ Θεοῦ, πρώτως μὲν καὶ κυρίως οἱ ἀκάθαρτοι δαίμονες . δεύτεροι δὲ μετ’ ἐκείνους, οἱ τὲ τὴν εἰδωλολατρίαν πρεσβεύοντες καὶ οἱ τῶν αἱρέσεων ἀρχηγοὶ» (Ι. Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ρλὴ΄ Ψαλμόν,  PG55, ;;;;;;  417 ;;;;;)
[xvii]  Κατὰ τὸν Ἁγ. Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, PG 77, 320.
[xviii]  Ἐπίσκεψις, 50 (1972), σ.σ. 7-8 και Bartholomeos, Oikonomia, σ. 48
[xix]  Θεοδώρου Στουδίτου, Θεοκτίστω Μαγίστρω,  PG 99, 984,  ἀναλυτικότερα βλ. Ἀλιβιζάτου, Οἰκονομία, σ. 40.
[xx] Ἐπιστολὴ Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν πρὸς Μιχαὴλ Ἡ΄ Παλαιολόγον ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἕνωση τῆς Λυῶνος (1439), στὸ Καθηγητῶν, Ὑπόμνημα, σ. 19-20.
[xxi]  Θεοκλήτου, Μητρ. Ιωαννίνων, Ομιλία ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου ἐπί τῇ Θρονικῇ Ἑορτῇ (30/11/2007),  στη διαδικτυακή τοποθεσία :  www.ec-patr.org/docdisplay.php?Lang=gr&id=843&tla=gr.
[xxii]  Στυλιανού, Ἀρχιεπ. Αὐστραλίας,  «Ὁ μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν Θεολογικός Διάλογος, Προβλήματα καί προοπτικές», Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,  29 (1986-1989), σ.σ. 22-24.
[xxiii] Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολήν, Ὁμιλία Β´, ΡG 62,191.
[xxiv]  Ἱερᾶς Ἐκτάκτου Διπλῆς Συνάξεως τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω,  «Περὶ τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν», 9 (1980),   Κοινωνία,  23,2 (1980),  σ.σ. 126-127.
[xxv]  Ἱερᾶς Ἐκτάκτου Διπλῆς Συνάξεως τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω,  «Περὶ τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν», 9 (1980),   Κοινωνία,  23,2 (1980),  σ.σ. 126-127.
[xxvi]  Παρακαταθήκη, 61 (2008), σ. 4.
[xxvii]  Παρακαταθήκη, 61 (2008), σ.  7.

3 σχόλια:

  1. Σεβαστέ μου πάτερ σας συγχαίρω εκ μέσης καρδίας για το μνημειώδες κείμενό σας που θα έπρεπε να διδάσκεται στις θεολογικές και εκκλησιαστικές μας σχολές. Ετοιμαστείτε, βέβαια, να γευθείτε την " επίθεση φιλίας" ενίων φιλοπατριαρχικών καλάμων που κατά καιρούς σας "φιλοδωρούν" με διάφορα "κοσμητικά επίθετα" επειδή εθίγη απ τα γραπτά σας ο ένοικος του Φαναρίου. Μην πτοείσθε όμως! Η αλήθεια θα νικήσει!
    Λ.Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο ένοικος του Φαναρίου μαζί με τον Αθηναγόρα είναι οι μεγαλύτεροι καταπατητές των ιερών κανόνων.

      Διαγραφή
  2. Φωτογραφίες από την επίσημη ανακοίνωση του Οκ/κού Πατριαρχείου, με την οποία αποκαλούνε τον Πάπα "Αγιότατο" και τον βάζουν να "ευλογήσει" το Ορθόδοξο πλήρωμα, εδώ:
    http://opaidagogos.blogspot.gr/2014/12/blog-post_3.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εάν χρησιμοποιείτε συσκευές με λειτουργικό σύστημα Android και δεν αναγνωρίζει το πολυτονικό σύστημα (δεν φαίνονται δηλαδή όλα τα γράμματα στις αναρτήσεις), κατεβάστε από το google store το Mozilla Firefox Browser ώστε να μπαίνετε από αυτόν τον Browser και να επιλυθεί το πρόβλημά σας. Κατεβάστε το από ΕΔΩ.

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.

Φόρτωση...