28 Απρ 2012

Κυριακή τῶν Μυροφόρων

Γράφει ὁ π. Ἰωήλ Κωνστάνταρος
Κάθε φορᾶ πού ζοῦμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, κάθε φορᾶ πού στό νοῦ μᾶς φέρνουμε τό Νικητή τοῦ θανάτου, τόν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν,  σκεφτόμαστε καί τόν ἱερό ὅμιλο τῶν Ἁγίων Μυροφόρων. Τῶν Μυροφόρων ἀνδρῶν καί γυναικών. Τίς εὐλογημένες ἐκεῖνες ψυχές πού ἀγάπησαν τόν Χριστό μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ὑπάρξεώς τους καί τόν εἶχαν κλαύσει μέ ὅλη τους τήν καρδιά ὅταν βρισκόταν ἐπάνω στόν Σταυρό. Καί μαζί μέ αὐτές θυμόμαστε τόν “εὐσχήμονα βουλευτή”, τόν Ἰωσήφ δηλαδή καί τόν Φαρισαῖο Νικόδημο, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προσφέρει καί τά μύρα ἀλλά καί τά δάκρυα τῆς ἀγάπης τους πρός τόν λατρευτό Διδάσκαλο, ὅταν βρισκόταν στόν ζωοδόχο τάφο!
Καί ἐπειδή ὄντως εἶναι μεγάλες μορφές καί ἔχουν νά δώσουν πολλά μηνύματα στούς πιστούς, γί αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας, ἔχει ὁρίσει, ὥστε ἡ Κυριακή, μετά τήν Κυριακή του Θωμά, νά εἶναι ἀφιερωμένη στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Μυροφόρων. Θά ἀποτελοῦσε εὐλογία μεγάλη, ἀγαπητοί μου, ἐάν μελετούσαμε στό Ἱερό Εὐαγγέλιο τά γεγονότα αὐτά πού ἀναφέρονται στά περιστατικά τῶν Ἁγίων αὐτῶν μορφῶν, καί ὁπωσδήποτε πρέπει νά τά μελετήσουμε.
Ἡ δέ καθαυτό εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς αὐτῆς, ὅπως μᾶς τά καταγράφει τά γεγονότα ὁ Ἱερός Εὐαγγελιστής Μάρκος, συγκλονίζει τήν...

 κάθε ψυχή, καί ὄντως, θά πρέπει νά εἶναι κανείς πολύ πορωμένος ὥστε νά μή δεχθεῖ ἔστω καί κάποια μηνύματα ἀγάπης πρός τόν Ἰησοῦ.
Ἀπό τά πολλά ὅμως πού ἔχουμε μπροστά μας, νά σταθοῦμε σέ ἕνα μήνυμα καί δίδαγμα τό ὁποῖο ἔχει νά κάνει μέ ὅλους μας. Μέ ὅλα δηλ. τά μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, πού ἀποτελοῦμε καί τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Καί τοῦτο εἶναι, ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό, τελικῶς γίνεται πηγή δυνάμεως, πού ὑπερνικᾶ κάθε φόβο καί δυσκολία! Γίνεται πηγή δυνάμεως καί τελικῶς ὁ πιστός βγαίνει νικητής στά ἐμπόδια καί στίς δυσκολίες πού ἔχει νά ἀντιμετωπίσει, ἀφοῦ πιστεύει καί δέχεται ὡς «Κύριόν του καί Θεόν τοῦ» (Ἰωάν. Κ’ 20) τόν Νικητή τοῦ θανάτου!
Αὐτό ἀκριβῶς βλέπουμε καί στόν ὅμιλο τῶν μυροφόρων. Ποιό θά ἦταν, ἀλήθεια, τό φυσικό; Μά, νά εἶναι φοβισμένες καί νά βρίσκονται κλεισμένες μέσα στό σπίτι τους, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν καί οἱ μαθητές «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Καί φυσικά, οὐδείς θά τολμοῦσε νά τίς κατηγορήσει τίς γυναῖκες αὐτές. Ὁρισμένοι μάλιστα
 «σοφοί καί σόφρωνες» θά ὑποστήριζαν ὅτι οἱ μυροφόρες ἐάν παρέμεναν κλεισμένες στίς οἰκίες τους, θά ἔδειχναν «σύνεση καί φρονιμάδα» καί ὅτι πολύ σωστά δέν θά ἐξέθεταν «ἑαυτούς καί ἀλλήλους» σέ κίνδυνο. Αὐτά λοιπόν θά ἔλεγαν οἱ «σοφοί καί συνετοί». Ὅμως, οἱ μυροφόρες καί οἱ μυροφόροι ἔπραξαν ἐντελῶς διαφορετικά. Ἔπραξαν παράλογα; Ἄς ὑποστηρίξει καθένας ὅ,τι θέλει. Ἐμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει τό τί ἀποδέχεται ὁ Θεός, τί βραβεύει ὁ Θεός, καί ποσῶς μᾶς ἐπηρεάζει τό σχόλιο ἤ ἡ λογική του κόσμου. Ἄλλωστε, ὅπως ὅλοι οἱ πιστοί, ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε ὅτι ἐκεῖ πού τελειώνει ἡ λογική, ἀρχίζει ἡ πίστη! Ὄχι βεβαίως μία κάποια γενική καί ἀόριστη πίστη σέ κάποια δῆθεν ἀνωτέρα δύναμη. Ἀλλά ὅταν κάνουμε λόγω περί πίστεως, ἐννοοῦμε τήν ἀκράδαντη καί ἀπόλυτη πίστη στό Θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐννοοῦμε τήν πίστη πού μᾶς ἐδίδαξαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Τήν πίστη πού κατέχει καί κηρύσσει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Τήν πίστη αὐτή τήν Ὀρθόδοξη καί χρονικῶς ἀναλλοίωτη ἀνά τούς αἰώνας, ἡ ὁποία μᾶς χαρίζει τούς Ἁγίους της κάθε ἐποχῆς καί πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά λησμονεῖ ἐμπόδια καί νά ὑπερνικᾶ δυσκολίες καί φόβους. Νά ὑπερνικᾶ τίς παγίδες τοῦ διαβόλου, τά ἐμπόδια καί τό μίσος τοῦ κακοῦ περιβάλλοντος καί νά ξεπερνᾶ τήν ἀδύναμη λογική, πού ὅλα αὐτά μαζί προσπαθοῦν νά παρεμβάλλουν ἐμπόδια στήν πνευματική μας πορεία.
Πόσο παραστατικά ἀλλά καί συγκινητικά μας περιγράφει ἡ ὑμνογραφία μας τήν δειλία τῶν μαθητῶν ἀλλά καί τήν τόλμη τῶν μυροφόρων, πού ἐκφράζεται μέ τήν κίνηση τοῦ Ἰωσήφ πρός τόν Πιλάτο: «Πέπαυται τόλμα μαθητῶν, Ἀριμαθαίας δέ ἀριστεύει Ἰωσήφ, νεκρόν γάρ καί γυμνόν θεομένος τόν ἐπί πάντων Θεόν, αἰτεῖται καί κηδεύει κραυγάζων, οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαός ὑπερυψοῦται εἰς πάντας τοῦ αἰώνας». Δηλ. Τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ τό θάρρος καί ἡ τόλμη ἔπαυσε. Ὁ δέ Ἰωσήφ, ὁ καταγόμενος ἐξ Ἀριμαθαίας, ὑπερέχει καί διακρίνεται διά τήν ἀνδρείαν του. Διότι αὐτός, βλέπων (ἐπάνω στόν Σταυρό) νεκρόν (κατά τήν σάρκα) καί γυμνόν τόν ἐξουσιάζοντα τά πάντα Θεόν, (δέν Τόν ἐγκαταλείπει ἐκ φόβου, ἀλλά) Τόν ζητεῖ (ἀπό τόν Πιλάτο) καί Τόν ἐνταφιάζει, κραυγάζων: Δοξολογεῖτε Αὐτόν, ἐσεῖς τά παιδιά, ἀνυμνεῖτε Αὐτόν, ἐσεῖς οἱ ἱερεῖς, καί ὅλος ὁ λαός, ὑψώνετε Αὐτόν ὑπεράνω παντός ὕψους καί ἀνθρωπίνου μεγαλείου εἰς πάντας τούς αἰώνας.
Καί τώρα μπροστά μας προβάλουν κάποια ἐρωτήματα. Μά, ποῦ βρῆκαν αὐτή τήν δύναμη καί ἀπό ποῦ ἄντλησαν τό θάρρος καί τήν τόλμη, ὥστε νά ξεκινήσουν «λίαν πρωί τῆς μιᾶς Σαββάτων» οἱ Μυροφόρες; Καί πῶς δέν ὑπολόγισαν τό τί πιθανόν νά πάθουν ἀπό τούς φανατικούς Χριστοκτόνους Ἑβραίους; Καί πάλι, πῶς δέν «πάγωσαν» στήν σκέψη ὅτι αὐτές οἱ ἀδύναμες γυναῖκες εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν τούς Ρωμαίους λεγεωνάριους στρατιῶτες;
Ἀλλ’ ἄς μήν ψάχνουμε, φίλοι μου, τήν ἀπάντηση τῶν ἐρωτημάτων τούτων στήν ψυχρή λογική. Ὅσο καί ἄν τήν παρακαλέσουμε ἤ τήν ἀπειλήσουμε, εἶναι φύσει ἀδύνατον ἡ ταλαίπωρη νά μᾶς ἱκανοποιήσει. Θά πρέπει νά τήν ἀφήσουμε νά ταπεινωθεῖ καί νά κατεβοῦμε στά βάθη τῆς καρδιᾶς! Ἐάν ὄντως θέλουμε ἀπάντηση, εἶναι ἀνάγκη νά πλησιάσουμε τήν καρδιά πού φλέγεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Ἐάν δέν δοῦμε καί δέν προσεγγίσουμε τό καμίνι αὐτό πού φλέγεται γιά τήν ἀγάπη καί τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀδύνατον νά καταλάβουμε τίς κινήσεις τῶν Μυροφόρων. Ὄχι μόνο τῶν συγκεκριμένων αὐτῶν Μυροφόρων, ἀλλά καί αὐτῶν τῆς κάθε ἐποχῆς, ἕως τό τέλος τῶν αἰώνων.
Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη πρός τόν θεῖο Λυτρωτή εἶναι πού ἀναδεικνύει τούς ἥρωες τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι ἀψηφοῦν κάθε δυσκολία καί κάθε ἐμπόδιο, τόσο ἀπό τό «Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένον Ἑβραίων» (Β’ στάση ἐγκωμίων), τῆς κάθε ἐποχῆς, ὅσο καί ἀπό τούς Ρωμαίους στρατιῶτες, πού κάθε φορᾶ, ἀνοήτως, φυλάττουν τό σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ὅσο γιά τόν πελώριο λίθο ποῦ σφραγίζει τόν τάφο; Ὁ πιστός, οὔτε καν τόν ὑπολογίζει, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι ὁ Ἄγγελος θά τόν ἀποκυλίσει καί θά τόν ὑποδεχθεῖ καθήμενος ἐπάνω στόν λίθο τοῦ μνήματος «Ἄγγελος ἐκάθισεν εἰς τόν λίθον τοῦ μνήματος».
Ναί, ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη πρός τόν Χριστό, ἐκεῖ ὑποχωροῦν τά πάντα.
Χρειάζονται ἀποδείξεις; Ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία μας, τόσους αἰῶνες, ἀποτελεῖ τήν τρανώτερη ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας αὐτῆς. Ἀπό ποῦ ἔπαιρναν δύναμη οἱ ἔνδοξοι καί καλλίνικοι μάρτυρες καί πρόσφεραν τή ζωή τούς θυσία, ὁμολογώντας τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ; Ἀπό ποῦ ἀντλοῦσαν τήν δύναμη οἱ ὅσιοι καί θεοφόροι Πατέρες μας, ἐγκαταλείποντας τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου; Πῶς ἄντεχαν ἰσοβίως σ’ αὐτό τό λευκό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως; Πῶς πολεμοῦσαν τόν διάβολο καί τά ἀπαίσια ὄργανά του καί τούς ἐξευτέλιζαν, φθάνοντας σέ δυσθεώρητα ὕψη ἁγιότητας; Φυσικά, ἀπό τήν ἀγάπη Ἐκείνου πού διακήρυξε ὅτι: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ, οὐκ ἔστί μου ἔξιος, καί ὁ φίλων πατέρα υἱόν ἤ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ, οὐκ ἔστί μου ἄξιος» (Ματθ. Ἰ’ 37).
Ἀλλά καί πῶς σήμερα, στήν ἀλλοπρόσαλλη καί δαιμονισμένη στήν κυριολεξία ἐποχή πού ζοῦμε, πῶς κατορθώνουν τόσοι καί τόσοι ἄνθρωποι, καί μάλιστα νέοι ἄνθρωποι νά βιώνουν τήν Χριστιανική ζωή, χωρίς νά μολύνονται ἀπό τήν ἀηδιαστική ἁμαρτία ποῦ κατά κόρον «ἀπολαμβάνει» ὁ μακράν του Θεοῦ κόσμος; Πῶς οἱ σημερινοί μυροφόροι καί μυροφόρες, ἀποφασίζουν νά διακόψουν τούς δεσμούς μέ τίς πλάνες τοῦ κόσμου καί ἀφοῦ ἀρνηθοῦν ἀκόμα καί τά νόμιμα καί φυσιολογικά, ἀνέρχονται καί κατακτοῦν τά ὑπέρ φύσιν, μέσω τοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ἀσκητισμοῦ καί ἡσυχασμοῦ; Καί πῶς οἱ σύγχρονοι Ἱεραπόστολοι λησμονοῦν τούς φοβερούς κινδύνους καί ἐξαποστέλλονται στά ἄκρα τῆς γής γιά νά διαδόσουν τό φῶς τοῦ Χριστοῦ στά πέρατα τῆς Οἰκουμένης;
Πῶς γενικῶς, ὁ κάθε συνειδητός Ὀρθόδοξος πιστός θεωρεῖ «σκύβαλο» καί ἀνάξιο λόγου κάθε τί ποῦ γίνεται ἐμπόδιο γιά τήν ἐπαφή μέ τόν ἀγαπημένο μᾶς Ἰησοῦν;
Ἤδη τό τονίσαμε. Ἄς μήν ψάχνουμε νά βροῦμε «λογική» ἑρμηνεία καί ἀνάλυση, ἀγαπητοί μου. Ἀντί αὐτῶν, ἄς μελετήσουμε, ἄς ἀναλύσουμε καί κυρίως ἄς ψάλλουμε μέσα στό «ταμεῖο μας» δηλ. στήν καρδιά μας, τήν εὐχή τήν ὁποία διαβάζουμε κάθε φορᾶ πού θέλουμε νά μεταλάβουμε τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας: «Ἔθελξας πόθω μέ, Χριστέ, καί ἠλλοίωσας τῷ Θείω τοῦ ἔρωτι, ἀλλά καταφλεξον πυρί αὔλω τάς ἁμαρτίας μου καί ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοῖ τρυφῆς καταξίωσον, ἴνα τάς δύο σκιρτῶν μεγαλύνω, Ἀγαθέ, παρουσίας σου»! Δηλ. Μέ ἰσχυρή ἐπιθυμία μέ τράβηξες κοντά Σου Χριστέ μου καί μέ ἄλλαξες μέ τή θεία Σου ἀγάπη. Ἀλλά, τώρα, τίς ἁμαρτίες μου κάψε τελείως σάν ἀγκάθια μέ φωτιά πνευματική, καί ἀξίωσε μέ, Ἀγαθέ, ἔτσι καθαρισμένος νά γεμίζω ἀπ’ τή δική Σου μακαριότητα καί εὐτυχία, ὥστε σκιρτώντας ἀπό ἀγαλλίαση νά δοξολογῶ καί τίς δύο παρουσίες Σου. Τήν πρώτη, (πού ὡς ἄνθρωπος ἦλθες νά μᾶς σώσεις), καί τήν δεύτερη, (πού ὡς Δίκαιος Κριτής, θά κρίνεις τήν οἰκουμένη).
Ἀδελφοί μου, εἴθε ἡ φλόγα αὐτή τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, νά πυρώνει τίς καρδιές μας, καί οἱ Μυροφόροι μέ τόν ἅγιο ζῆλο τους νά μᾶς συμπαραστέκουν στόν δύσκολο ἀλλά εὐλογημένο καί ἐξαγιασμένο ἀγώνα μας. Ἀμήν.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.