21 Μαΐ 2026

Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας: Ἕνας Θεόσταλτος Χριστιανὸς Αὐτοκράτορας

Τοῦ Κωνσταντίνου Χασόγια, Θεολόγου τοῦ ΕΚΠΑ / φοιτητ
οῦ Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, Τμήματος Ἱστορίας & Ἀρχαιολογίας ΕΚΠΑ. 
Ὁ Κωνσταντῖνος Α΄ (Flavius Valerius Constantinus), γεννήθηκε στὶς 27 Φεβρουαρίου τοῦ 280 μ.Χ. στὴ Ναϊσσό, τὴ σημερινὴ Νίς τς Σερβίας. Ἦταν υἱὸς τῆς Ἁγίας Ἑλένης, ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση καταγόταν ἀπὸ ταπεινὴ οἰκογένεια, καὶ τοῦ Καίσαρα Κωνστάντιου Χλωροῦ. 
Τὸ 306 μ.Χ. ὁ Κωνστάντιος πέθανε στὴ Βρετανία. Τότε οἱ ρωμαϊκὲς λεγεῶνες ἀνακήρυξαν τὸν υἱό του Κωνσταντῖνο, στὸ Ἐβόρακο —τὴ σημερινὴ Ὑόρκη τῆς Ἀγγλίας— Αὔγουστο τῆς Δύσεως. Στὴ συνέχεια, ὁ Κωνσταντῖνος ἔλαβε μέρος σὲ σειρὰ ἐμφυλίων πολέμων, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀναδείχθηκε σπουδαῖος στρατιωτικὸς ἡγέτης, νικῶντας ὅλους τοὺς ἀντιπάλους του. Τὸν Ὀκτώβριο... τοῦ 312 μ.Χ., παραμονὴ τῆς μάχης στὴ Μιλβία Γέφυρα ἐναντίον το Μαξεντίου, ὁ Κωνσταντῖνος εἶδε σὲ ὅραμα ἕναν φωτεινὸ σταυρὸ νὰ σχηματίζεται στὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα «Χ» καὶ «Ρ» καὶ τὴν ἐπιγραφή: «Ἐν τοὺτῳ νίκα». Κατὰ τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπῆρξε σημεῖο θείας ἀποκαλύψεως, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔχρισε τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο βασιλέα καὶ προστάτη τῶν Χριστιανῶν τῆς οἰκουμένης. 
Οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων βίωναν καθημερινὰ τὸ μαρτύριο καὶ τοὺς διωγμούς, καθὼς ἀντιμετωπίζονταν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ὡς μέλη μίας ἀπαγορευμένης μυστικῆς «ἑταιρείας». Ὁ δὲ Χριστιανισμὸς χαρακτηριζόταν ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς ὡς collegium illicitum, δηλαδὴ «ἀπαγορευμένη ἑταιρεία». Θεωροῦνταν ἀπὸ τὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ὡς superstitio nova, externa et malefica, δηλαδὴ «νέα καὶ κακοποιὸς δεισιδαιμονία». Οἱ λιθοβολισμοί, τὰ βασανιστήρια καὶ οἱ σκληροὶ διωγμοὶ ἀνέδειξαν τοὺς πρώτους μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς πρώτους Ἁγίους τῆς πίστεως. 

ΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 
Ὅπως ὅμως μετὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Κυρίου ἀκολούθησε ἡ Ἀνάστασή Του, ἔτσι καὶ μετὰ τοὺς διωγμοὺς ἐμφανίσθηκε ἕνας θεόσταλτος καὶ φιλόχριστος ἡγεμόνας, ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὰ θεμέλια μιᾶς χριστιανικῆς πολιτείας καὶ ἀναδείχθηκε ὡς ὁ πρῶτος χριστιανὸς αὐτοκράτορας τῆς οἰκουμένης. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας του, ὁ Χριστιανισμὸς γνώρισε γιὰ πρώτη φορὰ τὴ σταθερότητα τῆς ἐπίσημης ἀναγνωρίσεως μέσα στὴν ἀχανή Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, μὲ τὸ περίφημο Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Μετὰ τὴν ἀναγνώριση αὐτή, ἡ παλαιὰ εἰδωλολατρικὴ αὐτοκρατορία μεταμορφώθηκε σταδιακὰ σὲ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία ἐπιδίωκε νὰ ἐφαρμόσει ἐπὶ τῆς γῆς τὶς ἀρχὲς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. 

ΤΟ Κοσμοϊστορικό ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ 
Τὸ ἔτος 313 μ.Χ. πραγματοποιήθηκε ἕνα κοσμοϊστορικὸ γεγονός. Ὁ Κωνσταντῖνος συναντήθηκε μὲ τὸν Λικίνιο καὶ συμφωνήθηκε τὸ λεγόμενο «Ἔδικτο τῶν Μεδιολάνων», δηλαδὴ τὸ διάταγμα ποὺ ἐκδόθηκε στὸ σημερινὸ Μιλάνο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο σταματοῦσαν οἱ διωγμοὶ κατὰ τῶν Χριστιανῶν τῆς αὐτοκρατορίας. Στοὺς χριστιανοὺς Ρωμαίους πολῖτες παραχωρήθηκε πλήρης θρησκευτικὴ ἐλευθερία: νὰ λατρεύουν τὸν Χριστό, νὰ ἀνεγείρουν ναοὺς καὶ νὰ τελοῦν ἀνεμπόδιστα τὶς θρησκευτικές τους τελετές. Ἡ εννεαετὴς εἰρήνη διακόπηκε ἀπὸ τὴ φιλοδοξία το Λικινίου, ὁ ὁποῖος ἐπιδίωξε νὰ ἀνατρέψει τὸν Κωνσταντῖνο καὶ συγχρόνως νὰ ἐνισχύσει τὴν παλαιὰ εἰδωλολατρικὴ θρησκεία. Στὶς 3 Ἰουλίου τοῦ 324 μ.Χ., στὴ μάχη τς Ἀδριανουπόλεως, ὁ Κωνσταντῖνος νίκησε καὶ τὸν Λικίνιο, ἔχοντας μαζί του τὸ Λάβαρο τοῦ Σταυροῦ. Ἡ νίκη αὐτὴ τὸν ἀνέδειξε μονοκράτορα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, τόσο στὴν Ἀνατολὴ ὅσο καὶ στὴ Δύση. 

Ἡ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ 
Τὸν Νοέμβριο τοῦ 324 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος βρέθηκε στὸ ἀρχαῖο Βυζάντιο, ὅπου χάραξε τὰ ὅρια τῆς νέας πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας. Τὰ λαμπρὰ ἐγκαίνια τῆς Νέας Ρώμης πραγματοποιήθηκαν στὶς 11 Μαΐου τοῦ 330 μ.Χ. Ἡ νέα πρωτεύουσα ἦταν κτισμένη σὲ στρατηγικὸ σημεῖο, στὰ ὅρια δύο ἠπείρων, ἑνώνοντας τὴν Εὐρώπη μὲ τὴν Ἀσία. Ὁ Κωνσταντῖνος φρόντισε ὥστε ἡ νέα πρωτεύουσα νὰ οἰκοδομηθεῖ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς παλαιᾶς Ρώμης καὶ νὰ κοσμηθεῖ μὲ μεγαλοπρεπῆ οἰκοδομήματα καὶ ναούς, ποὺ θὰ ἀνέδειχναν τὴ χριστιανική της ταυτότητα. 

Ἡ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ 
Ἡ σαφέστερη ἔκφραση τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε ἡ σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια, τὸ 325 μ.Χ. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἔθεσε τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς δογματικῆς διδασκαλίας καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ αὐτοκράτορας ὄχι μόνο συγκάλεσε τὴ Σύνοδο, ἀλλὰ καὶ συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὶς ἐργασίες της, συμβάλλοντας οὐσιαστικὰ στὴ διαμόρφωση τῶν ἀποφάσεών της, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν στὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν κακοδόξων διδασκαλιῶν του ἀπὸ τοὺς 318 Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. 

Ἡ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 
Ὁ Κωνσταντῖνος ἔλαβε τὸ Ἅγιο Βάπτισμα λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο Νικομηδείας, στὶς 21 Μαΐου τοῦ 337 μ.Χ. Γιὰ τὸ πολυσχιδὲς ἔργο καὶ τὴ μεγάλη προσφορά του, ἡ Ἱστορία τὸν ὀνόμασε «Μέγα», ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε Ἅγιο καὶ Ἰσαπόστολο. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὡς ὑπεύθυνος ἡγεμόνας, ἐγκαινίασε μὲ τὴ θρησκευτικὴ πολιτική του τὴ χριστιανικὴ περίοδο τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καὶ θεμελίωσε τὸ ὅραμα μιᾶς χριστιανικῆς οἰκουμένης. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 
  • Φειδὰς Βλάσιος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τόμος Α΄, Ἀθήνα, 2002. 
  • Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντῖνος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τόμος Δ΄, ἐκδ. Φάρος, Ἀθήνα, 1983. 
  • Σταματόπουλος Κώστας – Ἀκύλας Μήλλας, Κωνσταντινούπολη: Ἀναζητῶντας τὴ Βασιλεύουσα, ἐκδ. Μπρατζιώτη, Ἀθήνα, 1990. 
  • Georg Ostrogorsky, Ἱστορία τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, τόμοι Α΄–Γ΄, ἐκδ. Βασιλόπουλος, Ἀθήνα, 1978. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.