Σὲ μιὰ μεγάλη Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ζοῦσε ἕνας ἡλικιωμένος μοναχός, ὁ παπα-Νικόλας. Ὁ παπα-Νικόλας εἶχε μιὰ συνήθεια ποὺ πολλοὶ θεωροῦσαν «ἰδιοτροπία» τῶν γηρατειῶν: Κάθε νύχτα, πρὶν ξεκινήσει ὁ Ὄρθρος, ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελλί του καὶ ἔκανε μιὰ βόλτα σὲ ὅλο τὸ συγκρότημα τῶν κελλιών.
Κρατοῦσε στὸ χέρι του ἕνα μικρὸ φανάρι ἢ ἕνα ἀναμμένο δαδί. Περπατοῦσε ἀργά, μὲ τὸ κομποσκοίνι του νὰ τρέχει ἀνάμεσα στὰ δάχτυλα. Σταματοῦσε ἔξω ἀπὸ κάθε πόρτα κελλιοῦ. Δὲν χτυποῦσε, δὲν φώναζε. Ἁπλῶς ἀκουμποῦσε τὸ μέτωπό του στὸ ξύλο τῆς πόρτας γιὰ λίγα δευτερόλεπτα, ψιθύριζε κάτι καὶ μετὰ ἄφηνε μιὰ μικρὴ μετάνοια (ὑπόκλιση).
Ἕνας νεαρὸς δόκιμος, ποὺ εἶχε τὴν περιέργεια τῆς νιότης, τὸν παραφύλαξε μιὰ νύχτα. Ὅταν ὁ παπα-Νικόλας ἔφτασε στὴν πόρτα του, ὁ Παῦλος βγῆκε ξαφνικὰ ἔξω.
«Γέροντα, γιατί τὸ κάνετε αὐτὸ κάθε βράδυ; Γιατί δὲν ξεκουράζεστε γιὰ τὴν ἐκκλησία;»
«Εὐλογημένο παιδί», ἀπάντησε ὁ γέροντας ξαφνιασμένος, «κάνω τὸν ἔλεγχο τῆς ἀγάπης».
Ὁ γέροντας ἐξήγησε στὸν δόκιμο τὸ μυστικό του:...«Ἡ νύχτα εἶναι ἡ ὥρα ποὺ ὁ πειρασμὸς χτυπάει τὴν πόρτα τοῦ Μοναχοῦ. Ἄλλος πονάει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κοιμηθεῖ, ἄλλος παλεύει μὲ τὶς ἀναμνήσεις τοῦ κόσμου, ἄλλος ἔχει ἀπελπισία καὶ δὲν βρίσκει δύναμη νὰ σηκωθεῖ γιὰ τὴν προσευχή.
Πηγαίνω ἔξω ἀπὸ κάθε κελλὶ καὶ λέω: "Κύριε, δῶσε δύναμη στὸν ἀδελφό μου ποὺ εἶναι πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν πόρτα. Ἂν εἶναι λυπημένος, παρηγόρησέ τον. Ἂν εἶναι ἄρρωστος, γιάτρεψέ τον. Ἂν βαριέται, ξύπνησε τὸν ἔρωτα τῆς προσευχῆς μέσα του".
Τότε, τὸ δαδὶ ποὺ κρατάω δὲν φωτίζει τὸν δρόμο μου, ἀλλὰ τὴν ψυχή τους».
Λέγεται πὼς πολλοὶ Μοναχοὶ ἐκείνης τῆς Σκήτης ὁμολογοῦσαν πώς, ἐνῷ ἔνιωθαν ἕνα βάρος στὴν καρδιά τους μέσα στὴ νύχτα, ξαφνικὰ ἔνιωθαν μιὰ «αὔρα» νὰ περνάει κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα τους καὶ ἡ διάθεσή τους ἄλλαζε ἀμέσως. Ἔπαιρναν κουράγιο καὶ πετοῦσαν τὰ σκεπάσματα γιὰ νὰ τρέξουν στὸν ναό.
Ὁ παπα-Νικόλας «κοιμήθηκε» (πέθανε) ἕνα χειμωνιάτικο βράδυ. Λένε ὅμως οἱ Μοναχοὶ πώς, ὅταν οἱ συνθῆκες εἶναι δύσκολες ἢ ὅταν ἕνας νέος Μοναχὸς παλεύει μὲ τὴ μοναξιά του, ἀκούγονται ἀκόμα ἐλαφρὰ βήματα ἔξω στοὺς διαδρόμους καὶ μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ καμένο δαδὶ καὶ λιβάνι περνάει μέσα ἀπὸ τὶς χαραμάδες...
Κρατοῦσε στὸ χέρι του ἕνα μικρὸ φανάρι ἢ ἕνα ἀναμμένο δαδί. Περπατοῦσε ἀργά, μὲ τὸ κομποσκοίνι του νὰ τρέχει ἀνάμεσα στὰ δάχτυλα. Σταματοῦσε ἔξω ἀπὸ κάθε πόρτα κελλιοῦ. Δὲν χτυποῦσε, δὲν φώναζε. Ἁπλῶς ἀκουμποῦσε τὸ μέτωπό του στὸ ξύλο τῆς πόρτας γιὰ λίγα δευτερόλεπτα, ψιθύριζε κάτι καὶ μετὰ ἄφηνε μιὰ μικρὴ μετάνοια (ὑπόκλιση).
Ἕνας νεαρὸς δόκιμος, ποὺ εἶχε τὴν περιέργεια τῆς νιότης, τὸν παραφύλαξε μιὰ νύχτα. Ὅταν ὁ παπα-Νικόλας ἔφτασε στὴν πόρτα του, ὁ Παῦλος βγῆκε ξαφνικὰ ἔξω.
«Γέροντα, γιατί τὸ κάνετε αὐτὸ κάθε βράδυ; Γιατί δὲν ξεκουράζεστε γιὰ τὴν ἐκκλησία;»
«Εὐλογημένο παιδί», ἀπάντησε ὁ γέροντας ξαφνιασμένος, «κάνω τὸν ἔλεγχο τῆς ἀγάπης».
Ὁ γέροντας ἐξήγησε στὸν δόκιμο τὸ μυστικό του:...«Ἡ νύχτα εἶναι ἡ ὥρα ποὺ ὁ πειρασμὸς χτυπάει τὴν πόρτα τοῦ Μοναχοῦ. Ἄλλος πονάει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κοιμηθεῖ, ἄλλος παλεύει μὲ τὶς ἀναμνήσεις τοῦ κόσμου, ἄλλος ἔχει ἀπελπισία καὶ δὲν βρίσκει δύναμη νὰ σηκωθεῖ γιὰ τὴν προσευχή.
Πηγαίνω ἔξω ἀπὸ κάθε κελλὶ καὶ λέω: "Κύριε, δῶσε δύναμη στὸν ἀδελφό μου ποὺ εἶναι πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν πόρτα. Ἂν εἶναι λυπημένος, παρηγόρησέ τον. Ἂν εἶναι ἄρρωστος, γιάτρεψέ τον. Ἂν βαριέται, ξύπνησε τὸν ἔρωτα τῆς προσευχῆς μέσα του".
Τότε, τὸ δαδὶ ποὺ κρατάω δὲν φωτίζει τὸν δρόμο μου, ἀλλὰ τὴν ψυχή τους».
Λέγεται πὼς πολλοὶ Μοναχοὶ ἐκείνης τῆς Σκήτης ὁμολογοῦσαν πώς, ἐνῷ ἔνιωθαν ἕνα βάρος στὴν καρδιά τους μέσα στὴ νύχτα, ξαφνικὰ ἔνιωθαν μιὰ «αὔρα» νὰ περνάει κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα τους καὶ ἡ διάθεσή τους ἄλλαζε ἀμέσως. Ἔπαιρναν κουράγιο καὶ πετοῦσαν τὰ σκεπάσματα γιὰ νὰ τρέξουν στὸν ναό.
Ὁ παπα-Νικόλας «κοιμήθηκε» (πέθανε) ἕνα χειμωνιάτικο βράδυ. Λένε ὅμως οἱ Μοναχοὶ πώς, ὅταν οἱ συνθῆκες εἶναι δύσκολες ἢ ὅταν ἕνας νέος Μοναχὸς παλεύει μὲ τὴ μοναξιά του, ἀκούγονται ἀκόμα ἐλαφρὰ βήματα ἔξω στοὺς διαδρόμους καὶ μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ καμένο δαδὶ καὶ λιβάνι περνάει μέσα ἀπὸ τὶς χαραμάδες...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου