Ὅταν κάνεις λέει ὁ Μέγας Ἀντώνιος, τὰ θρησκευτικά σου καθήκοντα, μὴν ὑψώνεις τὸν ἑαυτό σου. Θρησκευτικὰ καθήκοντα εἶναι κυρίως ἡ λατρεία, ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ἡ προσωπικὴ ζωή, δηλαδὴ ὁ κανόνας, ἡ νηστεία, ἡ ἄσκησις ἐν γένει ὅλων τῶν ἀρετῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν προσευχή, πρέπει νὰ τὴν κάνουμε μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ μὲ τὴ συνείδηση ὅτι εἴμεθα ἁμαρτωλοί. Ὄχι ἐπιδεικτικὰ ὥστε νὰ μᾶς βλέπουν οἱ ἄλλοι. Ἐὰν κάποιος ἔχει δάκρυα δὲν πρέπει νὰ ἀκούγεται στὸ πλαϊνὸ κελί. Διαφορετικά, σημαίνει ὅτι κάτι συμβαίνει στὴν ψυχή του. Πρέπει νὰ προσέχουμε τὴ σχέση μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, διότι στὶς δημόσιες σχέσεις μας δὲν κρινόμεθα τόσο ἀπὸ τὰ ἐλατήριά μας, ὅσο ἀπὸ τὴ στάση μας καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅταν λοιπὸν λέγει μὴ ἔπαιρε σεαυτὸν κατὰ τὴ λατρεία τοῦ μοναστηριοῦ καὶ κατὰ τὰ κοινὰ τῆς σκήτης, ἐννοεῖ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος ἰσορροπημένος. Ὅταν κάποιος στὴν ἐκκλησία σκύβει τὸ κεφάλι του δῆθεν ἀπὸ ταπείνωση, ἐνῷ κανεὶς ἄλλος δὲν τὸ σκύβει, αὐτὸ δὲν εἶναι ταπείνωσις, ἀλλὰ ὁ μεγαλύτερος ἐγωισμός. Ἡ δημόσια λατρεία ἔχει ἐκδηλώσεις καὶ λόγια ὅμοια. Μὲ τὶς ἴδιες λέξεις καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο... λατρεύουμε τὸν Θεόν. Ἄν, λόγου χάρη, θέλεις νὰ κάνεις βαθιὰ μετάνοια, ὅταν πᾶς στὸ κελλάκι σου κάνε 1000 μετάνοιες, κανεὶς δὲν σὲ ἐμποδίζει. Ἡ λατρεία ὅμως δὲν εἶναι τόπος γιὰ νὰ ἐκδηλώσεις τὴ δική σου εὐσέβεια ̇ εἶναι τόπος στὸν ὁποῖο ζεῖ ἡ κοινότητα, ὄχι τὸ ἐγώ σου. Γενικῶς πρέπει νὰ εἴμαστε προσεκτικοὶ στὶς δημόσιες σχέσεις μας καὶ μάλιστα στὸ ναό. Ἡ ψαλμωδία μας, ἡ συμμετοχή μας, οἱ μετάνοιές μας, οἱ κινήσεις μας, ὅλα θὰ εἶναι δημόσια, δηλαδὴ ὅπως τὰ κάνει ὅλος ὁ δῆμος, ὅλη ἡ λατρευτικὴ μας σύναξις. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι, ἐὰν οἱ ἄλλοι μιλοῦν στὴν ἐκκλησία πρέπει νὰ μιλήσω καὶ ἐγώ. Τὸ νὰ μὴ μιλῶ εἶναι κανὼν τῆς ἐκκλησίας. Ὅποιος μιλάει εἶναι παραβάτης, ὑπεραίρει τὸν ἑαυτό του, ἢ τὸ συνηθέστερο εἶναι ἀνισόρροπος ἢ μειονεκτικός, πονεμένος ἄνθρωπος. Στὴν δημόσια ζωὴ φαίνεται ἡ ψυχικὴ ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἂς ἀναφέρουμε ἀκόμα ἕνα παράδειγμα. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς λατρείας τὸ φυσικὸ εἶναι νὰ στεκόμαστε ὄρθιοι. Ἐὰν οἱ ἄλλοι κάθονται, δὲν θὰ καθίσω καὶ ἐγώ. Πιθανὸν κάποιος νὰ εἶναι ἄρρωστος, ἢ τὸ πιθανότερο, οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ράθυμες ψυχές, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ λατρεία εἶναι σύντομη. Ὅταν ὁ ἑσπερινὸς εἶναι 45 λεπτὰ καὶ ἡ πρωινὴ ἀκολουθία δυόμισι ὧρες, δὲν μποροῦμε νὰ σταθοῦμε ὄρθιοι; Πρέπει ἢ τὰ μυαλά μας νὰ μὴν λειτουργοῦν σωστά, ἢ νὰ εἴμαστε ξεβιδωμένοι ἀπὸ τὴ διάχυση τῆς προσωπικότητάς μας. Διότι ἡ κούρασης ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι θέμα ἐργασίας ἀλλὰ ψυχικῆς ἀτονίας. Ὅποιοι κάθονται συνήθως εἶναι ψυχικὰ ἄρρωστοι. Ἐλάχιστοι εἶναι οἱ σωματικοὶ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους χρειάζεται κανεὶς νὰ καθίσει. Ἀλλὰ τὸν ψυχικὰ ἄρρωστο ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ κάνεις, καὶ γλυκὰ νὰ τοῦ δίνεις, καὶ μὲ τὸ φτερὸ νὰ τοῦ κάνεις ἀέρα, δὲν θὰ τὸν ἀνακουφίσεις. Δὲν θὰ καθίσω λοιπὸν καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ οἱ ἀδελφοί μου εἶναι ἀνισόρροποι. Ἀντιθέτως, μὲ τὴν ὀρθοστασία μου πρέπει νὰ ὑπενθυμίζω στοὺς ἄλλους ὅτι εἴμαστε ἄγγελοι καὶ συμπροσευχόμεθα ὡς ἄγγελοι. Ὅταν ὅλοι οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι ἵστανται μὲ τρόμο καὶ φόβο ἐπάνω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, εἶναι ἀκατανόητο ἐμεῖς νὰ καθόμαστε. Βέβαια, στὸ μοναστήρι ἔχουμε τὴ μακροθυμία, τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἐπιείκεια νὰ μὴν προσβάλλουμε τὸν ἄλλον. Θέλει νὰ καθίσει; ἂς καθίσει. Θέλει νὰ μιλήσει; δὲν τὸν βγάζουμε ἔξω. Θέλει νὰ φάει λάδι; τοῦ τὸ δίνουμε δὲν θὰ τοῦ θυμίζουμε κάθε μέρα ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι ἁμαρτία, διότι θὰ ἀντιδράσει χειρότερα. Γενικῶς εἴμεθα συγκαταβατικοί. Ἀλλά, ὅποιος θέλει νὰ ἐκτελεῖ ἐν ἐλευθερίᾳ τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα, δὲν θὰ ἐπαίρει τὸν ἑαυτό του. Ὁ ἅγιος δὲν λέγει νὰ μὴν ἁμαρτάνει ̇ αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε. Ὅποιος ὅμως καθίσει ἐπειδὴ κάθονται οἱ ἄλλοι, τότε ἁμαρτάνει στὸν Θεόν, ἔστω καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του.
Γενικότερα, θρησκευτικὰ καθήκοντα εἶναι οἱ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν μοναχῶν, κυρίως στὸ διακόνημα. Ἡ ἔπαρσις τοῦ ἑαυτοῦ μας φαίνεται στὴ συμφωνία ἢ διαφωνία μας μὲ τὸν ἄλλον, ὅταν θέλουμε νὰ ἐκφράζουμε τὸν ἑαυτό μας. Στὸ διακόνημα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις, ὅποιος ἐπιμένει στὴ γνώμη του, καὶ σωστὴ νὰ εἶναι, ἐπαίρει ἑαυτόν, ὑψώνει τὴ δική του μύτη. Ποτὲ ἄνθρωπος ὁμαλὸς ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ δὲν ἐπιμένει στὴ γνώμη του. Θὰ τὴν ἐκφράσει μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μὴ φανεῖ κἄν, ὅτι εἶναι γνώμη. Μέσα στὴ συζήτηση, παραδείγματος χάριν, θὰ πλέξει καὶ τὸ δικό του σωστὸ̇ καὶ ἂν τὸ καταλάβει ὁ ἄλλος, καλῶς̇ ἂν δὲν τὸ καταλάβει, δὲν πειράζει. Στὸ διακόνημα λοιπὸν καὶ στὶς συζητήσεις, ποὺ συνιστοῦν θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ βίωση, πρέπει νὰ μὴν ἐπαίρνουμε τὸν ἑαυτό μας. Ἐκεῖ χρειάζεται πολὺ περισσότερο νὰ ἐλέγχουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως, ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ θέλουμε ἐμεῖς, ὅταν δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ σωστό, ἐμεῖς πληγωνόμαστε, στεναχωριόμαστε, μᾶς κοστίζει. Συμβαίνει, λόγου χάριν, κάτι ποὺ πραγματικὰ δὲν θὰ τιμήσει τὸ μοναστήρι, ἀλλὰ ἔτσι τὸ θέλουν οἱ ἀδελφοί μου. Τότε θὰ ὑποχωρήσω, διότι τὸ μοναστήρι δὲν εἶναι ὁ κόσμος τοῦ χωριοῦ μου ἢ τῆς πόλεώς μου, ἀλλὰ οἱ ἀδελφοί μου. Ἀφοῦ οἱ ἀδελφοί μου θέλουν ἔτσι, ἔτσι θὰ τὸ κάνουμε. Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τὸ ποῦμε στὸ γέροντα, καὶ ὁ γέροντας, ἂν θέλει ἂς προλάβει τὸ κακό. Λέγοντας τὴ γνώμη μας ἢ ὑποφέροντας διότι δὲν γίνεται σωστό, δὲν κάνουμε τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπαίρουμε τὸν ἑαυτό μας. Καὶ τότε τὸ διακόνημά μας ἢ οἱ μετάνοιες στὴν ἐκκλησία ἢ τὸ σκύψιμο τοῦ κεφαλιοῦ δὲν φθάνουν στὸν οὐρανό. Αὐτὰ εἶναι φαρισαϊκὲς ἐκδηλώσεις̇ καὶ ἐμεῖς εἴμεθα κάθε στιγμὴ μέσα στὸ ναό, γιατί ναὸς δὲν εἶναι μόνο ὁ συγκεκριμένος ναός, ἀλλὰ ὅλο τὸ μοναστήρι.
Ἂς ἀναφέρουμε ἀκόμα ἕνα παράδειγμα. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς λατρείας τὸ φυσικὸ εἶναι νὰ στεκόμαστε ὄρθιοι. Ἐὰν οἱ ἄλλοι κάθονται, δὲν θὰ καθίσω καὶ ἐγώ. Πιθανὸν κάποιος νὰ εἶναι ἄρρωστος, ἢ τὸ πιθανότερο, οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ράθυμες ψυχές, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ λατρεία εἶναι σύντομη. Ὅταν ὁ ἑσπερινὸς εἶναι 45 λεπτὰ καὶ ἡ πρωινὴ ἀκολουθία δυόμισι ὧρες, δὲν μποροῦμε νὰ σταθοῦμε ὄρθιοι; Πρέπει ἢ τὰ μυαλά μας νὰ μὴν λειτουργοῦν σωστά, ἢ νὰ εἴμαστε ξεβιδωμένοι ἀπὸ τὴ διάχυση τῆς προσωπικότητάς μας. Διότι ἡ κούρασης ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι θέμα ἐργασίας ἀλλὰ ψυχικῆς ἀτονίας. Ὅποιοι κάθονται συνήθως εἶναι ψυχικὰ ἄρρωστοι. Ἐλάχιστοι εἶναι οἱ σωματικοὶ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους χρειάζεται κανεὶς νὰ καθίσει. Ἀλλὰ τὸν ψυχικὰ ἄρρωστο ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ κάνεις, καὶ γλυκὰ νὰ τοῦ δίνεις, καὶ μὲ τὸ φτερὸ νὰ τοῦ κάνεις ἀέρα, δὲν θὰ τὸν ἀνακουφίσεις. Δὲν θὰ καθίσω λοιπὸν καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ οἱ ἀδελφοί μου εἶναι ἀνισόρροποι. Ἀντιθέτως, μὲ τὴν ὀρθοστασία μου πρέπει νὰ ὑπενθυμίζω στοὺς ἄλλους ὅτι εἴμαστε ἄγγελοι καὶ συμπροσευχόμεθα ὡς ἄγγελοι. Ὅταν ὅλοι οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι ἵστανται μὲ τρόμο καὶ φόβο ἐπάνω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, εἶναι ἀκατανόητο ἐμεῖς νὰ καθόμαστε. Βέβαια, στὸ μοναστήρι ἔχουμε τὴ μακροθυμία, τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἐπιείκεια νὰ μὴν προσβάλλουμε τὸν ἄλλον. Θέλει νὰ καθίσει; ἂς καθίσει. Θέλει νὰ μιλήσει; δὲν τὸν βγάζουμε ἔξω. Θέλει νὰ φάει λάδι; τοῦ τὸ δίνουμε δὲν θὰ τοῦ θυμίζουμε κάθε μέρα ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι ἁμαρτία, διότι θὰ ἀντιδράσει χειρότερα. Γενικῶς εἴμεθα συγκαταβατικοί. Ἀλλά, ὅποιος θέλει νὰ ἐκτελεῖ ἐν ἐλευθερίᾳ τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα, δὲν θὰ ἐπαίρει τὸν ἑαυτό του. Ὁ ἅγιος δὲν λέγει νὰ μὴν ἁμαρτάνει ̇ αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε. Ὅποιος ὅμως καθίσει ἐπειδὴ κάθονται οἱ ἄλλοι, τότε ἁμαρτάνει στὸν Θεόν, ἔστω καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του.
Γενικότερα, θρησκευτικὰ καθήκοντα εἶναι οἱ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν μοναχῶν, κυρίως στὸ διακόνημα. Ἡ ἔπαρσις τοῦ ἑαυτοῦ μας φαίνεται στὴ συμφωνία ἢ διαφωνία μας μὲ τὸν ἄλλον, ὅταν θέλουμε νὰ ἐκφράζουμε τὸν ἑαυτό μας. Στὸ διακόνημα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις, ὅποιος ἐπιμένει στὴ γνώμη του, καὶ σωστὴ νὰ εἶναι, ἐπαίρει ἑαυτόν, ὑψώνει τὴ δική του μύτη. Ποτὲ ἄνθρωπος ὁμαλὸς ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ δὲν ἐπιμένει στὴ γνώμη του. Θὰ τὴν ἐκφράσει μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μὴ φανεῖ κἄν, ὅτι εἶναι γνώμη. Μέσα στὴ συζήτηση, παραδείγματος χάριν, θὰ πλέξει καὶ τὸ δικό του σωστὸ̇ καὶ ἂν τὸ καταλάβει ὁ ἄλλος, καλῶς̇ ἂν δὲν τὸ καταλάβει, δὲν πειράζει. Στὸ διακόνημα λοιπὸν καὶ στὶς συζητήσεις, ποὺ συνιστοῦν θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ βίωση, πρέπει νὰ μὴν ἐπαίρνουμε τὸν ἑαυτό μας. Ἐκεῖ χρειάζεται πολὺ περισσότερο νὰ ἐλέγχουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως, ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ θέλουμε ἐμεῖς, ὅταν δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ σωστό, ἐμεῖς πληγωνόμαστε, στεναχωριόμαστε, μᾶς κοστίζει. Συμβαίνει, λόγου χάριν, κάτι ποὺ πραγματικὰ δὲν θὰ τιμήσει τὸ μοναστήρι, ἀλλὰ ἔτσι τὸ θέλουν οἱ ἀδελφοί μου. Τότε θὰ ὑποχωρήσω, διότι τὸ μοναστήρι δὲν εἶναι ὁ κόσμος τοῦ χωριοῦ μου ἢ τῆς πόλεώς μου, ἀλλὰ οἱ ἀδελφοί μου. Ἀφοῦ οἱ ἀδελφοί μου θέλουν ἔτσι, ἔτσι θὰ τὸ κάνουμε. Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τὸ ποῦμε στὸ γέροντα, καὶ ὁ γέροντας, ἂν θέλει ἂς προλάβει τὸ κακό. Λέγοντας τὴ γνώμη μας ἢ ὑποφέροντας διότι δὲν γίνεται σωστό, δὲν κάνουμε τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπαίρουμε τὸν ἑαυτό μας. Καὶ τότε τὸ διακόνημά μας ἢ οἱ μετάνοιες στὴν ἐκκλησία ἢ τὸ σκύψιμο τοῦ κεφαλιοῦ δὲν φθάνουν στὸν οὐρανό. Αὐτὰ εἶναι φαρισαϊκὲς ἐκδηλώσεις̇ καὶ ἐμεῖς εἴμεθα κάθε στιγμὴ μέσα στὸ ναό, γιατί ναὸς δὲν εἶναι μόνο ὁ συγκεκριμένος ναός, ἀλλὰ ὅλο τὸ μοναστήρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου