Ὑπάρχει μιὰ λεπτὴ ἀλλὰ καθοριστικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία ποὺ μαρτυρεῖ τὸν Χριστὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία ποὺ διαχειρίζεται τὴν εἰκόνα της μέσα στὸν κόσμο. Ἡ πρώτη κατεβαίνει πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἀκόμη κι ὅταν αὐτὸ κοστίζει· ἡ δεύτερη παραμένει συχνὰ στὸ ἐπίπεδο τοῦ λόγου, τῆς παρουσίας, τῆς ἐπιρροῆς καὶ τῆς δημόσιας ἀποδοχῆς. Καὶ ἴσως ἐκεῖ νὰ βρίσκεται μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πνευματικὲς δοκιμασίες τῆς ἐποχῆς μας.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶναι θεσμὸς ἱερὸς καὶ ἱστορικὸς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ ἕναν διοικητικὸ ρόλο ἢ γιὰ μιὰ μορφὴ διεθνοῦς ἐκπροσώπησης. Τὸ Φανάρι κουβαλᾶ μνήμη μαρτυρίου, διωγμῶν, ἱστορικῶν ταπεινώσεων καὶ ἀγῶνα ἐπιβίωσης μέσα σὲ ἐξαιρετικὰ δύσκολες συνθῆκες. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ὀρθόδοξος ἄνθρωπος ὀφείλει σεβασμὸ πρὸς τὸν θεσμό, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀσκεῖ κριτικὴ σὲ ἐπιλογές, προτεραιότητες ἢ δημόσιες στάσεις. Στὴν... Ὀρθοδοξία ἡ κριτικὴ δὲν σημαίνει ἀπαξίωση· σημαίνει ἀγωνία μήπως ἡ Ἐκκλησία ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς θυσιαστικῆς διακονίας καὶ ἐγκλωβιστεῖ σταδιακὰ σὲ μιὰ λογικὴ θεσμικῆς αὐτάρκειας.
Διότι ἡ Ὀρθοδοξία ποτὲ δὲν οἰκοδομήθηκε πάνω στὴν ἰδέα μιᾶς ἀπόμακρης ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας ποὺ κινεῖται μέσα σὲ προστατευμένους διαδρόμους κύρους. Δὲν ἔχει Βατικανά, οὔτε παράδοση πνευματικῆς μοναρχίας ἀποκομμένης ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ λαοῦ. Ἡ καρδιά της ἦταν πάντοτε ἀλλοῦ: στὸ κελλὶ τοῦ μοναχοῦ ποὺ προσεύχεται μὲ τὸ τριμμένο κομποσκοίνι του γιὰ τὸν κόσμο, στὸ ἀκριτικὸ χωριὸ ὅπου ὁ ἁπλὸς ἱερέας ξενυχτᾶ δίπλα σὲ μιὰ οἰκογένεια πένθους, στὸ νοσοκομεῖο ὅπου κάποιος κρατᾶ τὸ χέρι ἑνὸς ἑτοιμοθάνατου χωρὶς δημοσιότητα, στὴ σιωπηλὴ φιλανθρωπία ποὺ δὲν ἀναζητᾶ ἀναγνώριση.
Γι’ αὐτὸ καὶ δημιουργεῖται εὔλογη ἀμηχανία ὅταν ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος μοιάζει νὰ κινεῖται μὲ μεγαλύτερη ἄνεση μέσα σὲ διεθνῆ φόρα, πολιτικὲς ἐπαφές, τελετές, βραβεύσεις καὶ δημόσιες σχέσεις, ἐνῷ σπανιότερα συναντᾶ κανεὶς εἰκόνες πραγματικῆς καθόδου πρὸς ἐκείνους ποὺ βιώνουν τὴν ἐγκατάλειψη. Διότι ὁ πόνος δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια. Ἔχει πρόσωπο, μυρωδιά, κόπωση καὶ ἀδιέξοδο. Εἶναι ἡ μάνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πληρώσει θεραπεία γιὰ τὸ παιδί της. Εἶναι ὁ πατέρας ποὺ ἔχασε τὸ παιδί του καὶ περιμένει δικαιοσύνη. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ μέσα στὴν κατάθλιψη, στὴν ἐξάρτηση ἢ στὴν ἀπόλυτη μοναξιά. Εἶναι ὁ κτηνοτρόφος ποὺ βλέπει τὸν κόπο μιᾶς ζωῆς νὰ χάνεται μέσα σὲ λίγες ὧρες. Εἶναι ὁ ἄρρωστος ποὺ φοβᾶται περισσότερο τὴ λησμονιὰ παρὰ τὸν ἴδιο τόν θάνατο.
Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ πραγματικὴ δοκιμασία τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι στὸ ἂν μπορεῖ νὰ διατυπώσει ὑψηλὴ θεολογία περὶ ἀγάπης, εἰρήνης, ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ ἀξιοπρέπειας - ὅλα αὐτὰ εἶναι σημαντικὰ καὶ ἀναγκαία. Ἀλλὰ στὸ ἂν ὁ λόγος αὐτὸς συνοδεύεται ἀπὸ πραγματικὴ παρουσία δίπλα στὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ὡς ἰδέα εἶναι εὔκολα διαχειρίσιμος. Χωρᾶ σὲ συνέδρια, ἀνακοινώσεις καὶ προσεκτικὰ διατυπωμένες ὁμιλίες. Ὁ ἄνθρωπος ὡς πληγή, ὅμως, διαταράσσει. Δὲν ἀφήνει τὴν πίστη νὰ παραμείνει θεωρία.
Ὁ Χριστὸς δὲν κινήθηκε μέσα στὴν ἀσφάλεια τῆς ἀποδεκτῆς εἰκόνας. Δὲν ἐπέλεξε τὴν ἄνεση τῆς θεσμικῆς οὐδετερότητας. Δὲν συνάντησε τοὺς λεπροὺς ἀπὸ ἀπόσταση οὔτε μίλησε γιὰ τὸν πόνο σὰν κοινωνικὴ θεματικὴ πρὸς διαχείριση. Ἄγγιξε τὸν ἀποκλεισμένο ἄνθρωπο καὶ ἐξέθεσε τὸν ἑαυτό του στὴ φθορά, στὴν ἀπόρριψη καὶ τελικὰ στὴ σταύρωση. Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία χάνει κάτι βαθὺ ἀπὸ τὴν ταυτότητά της ὅταν ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἐξουσία γίνεται συχνότερη ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ τὸν πόνο.
Καὶ ἴσως ἡ πιὸ ἀνησυχητικὴ μετατόπιση τῶν τελευταίων ἐτῶν νὰ βρίσκεται ἀλλοῦ: στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἐκκλησιαστικὴ παρουσία ἀρχίζει νὰ υἱοθετεῖ ὁλοένα περισσότερο τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς σύγχρονης ἐπικοινωνίας. Δημιουργεῖται σταδιακὰ ἕνα νέο μοντέλο δημόσιου ἐκκλησιαστικοῦ προσώπου - λιγότερο ἀσκητικό, περισσότερο ἐπικοινωνιακὸ· λιγότερο σιωπηλό, περισσότερο «ὁρατό». Πρόσωπα ποὺ ἐκπαιδεύονται ὄχι μόνο ὡς ποιμένες, ἀλλὰ καὶ ὡς διαχειριστὲς δημόσιας εἰκόνας, συναισθηματικοῦ κλίματος καὶ ψηφιακῆς ἀπήχησης.
Ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει ἔτσι νὰ κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ σὲ προϊὸν κατανάλωσης: σύντομα βίντεο, εὔπεπτα ἀποσπάσματα, συγκίνηση χωρὶς βάθος, πνευματικότητα χωρὶς ἄσκηση, λόγος χωρὶς σταυρό. Ἡ θεολογία παρουσιάζεται πολλὲς φορὲς σὰν ἕνα εἶδος ἤπιας ψυχολογικῆς ἐνθάρρυνσης γιὰ ἀνθρώπους ἐξαντλημένους ἀπὸ τὴν καθημερινότητα - κάτι ἀνάμεσα σὲ motivational περιεχόμενο καὶ θρησκευτικὴ αὐτοβελτίωση. Ὅμως ἡ Ὀρθοδοξία δὲν γεννήθηκε γιὰ νὰ καθησυχάζει διαρκῶς τὸν ἄνθρωπο· γεννήθηκε γιὰ νὰ τὸν μεταμορφώνει, καὶ ἡ μεταμόρφωση περνᾶ πάντοτε μέσα ἀπὸ μετάνοια, νήψη καὶ προσωπικὸ ἀγῶνα.
Ὑπάρχει ἐπίσης ἕνας ἀκόμη κίνδυνος: ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀρχίζει νὰ δίνει ὑπερβολικὸ βάρος στὴ διεθνῆ ἀποδοχή, ὑπάρχει ὁ πειρασμὸς νὰ ἀμβλύνει τὴ ριζοσπαστικότητα τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου ὥστε νὰ παραμένει συμβατὴ μὲ ὅλους. Ὅμως ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ πλήρως «συμβατὸς» μὲ τὸ πνεῦμα κάθε ἐποχῆς. Ἡ Ἐκκλησία δὲν καλεῖται νὰ γίνει πολιτιστικὰ κομψὴ οὔτε ἐπικοινωνιακὰ ἄψογη. Καλεῖται νὰ παραμένει ἀληθινή.
Καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν βρισκόταν ποτὲ στὴ λάμψη τῶν τελετῶν, οὔτε στὴ γοητεία τῶν δημόσιων σχέσεων. Βρισκόταν πάντοτε στὴν ταπείνωση. Στὴν κρυφὴ προσφορά. Στὴν ἄρνηση τῆς αὐτοπροβολῆς. Στὸ "ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, αὐτὸς ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ". Στὴν ἱκανότητα νὰ στέκεται κανεὶς δίπλα στὸν ἄλλο χωρὶς νὰ περιμένει ἀνταπόδοση, ἀναγνώριση ἢ ἐπικοινωνιακὸ ὄφελος.
Σήμερα ἡ φράση ἀπὸ τὴ Β΄ Ἐπιστολὴ πρὸς Τιμόθεον (4,5), «τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον», ἔχει καταντήσει τὸ ἀπόλυτο ἄλλοθι γιὰ ὅσους μπερδεύουν τὸ ράσο μὲ τὸ PR καὶ τὴν πνευματικὴ ἀποστολὴ μὲ τὸ digital marketing. Ἐνῷ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ζητοῦσε τὴν πλήρη καὶ σιωπηλὴ ἐκπλήρωση τοῦ καθήκοντος («πληροφόρησον» = ἐκπλήρωσε πλήρως), ἡ σύγχρονη ματαιοδοξία τὸ μετέφρασε ὡς ἐντολὴ γιὰ ἀκατάσχετη αὐτοπροβολὴ καὶ ἐνημέρωση τῶν «followers». Ἔτσι, ἡ ἐσωτερικὴ ὁλοκλήρωση τῆς διακονίας θυσιάστηκε στὸν βωμὸ τῆς «πληροφορίας», λὲς καὶ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν ποσταριστεῖ ἢ δὲν διαφημιστεῖ δεόντως, κινδυνεύει νὰ θεωρηθεῖ ἀνύπαρκτο.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀγωνία πολλῶν πιστῶν σήμερα δὲν ἀφορᾶ τὸ ἂν ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀκόμη λόγο στὸν σύγχρονο κόσμο. Ἔχει - καὶ συχνὰ λόγο σοβαρότερο ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους θεσμούς. Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα εἶναι διαφορετικό: ἂν ὁ λόγος αὐτὸς συνεχίζει νὰ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θυσίας καὶ τῆς καθόδου ἢ ἄν, σιγά-σιγά, κινδυνεύει νὰ ἐγκλωβιστεῖ στὴ γλῶσσα τῆς εἰκόνας, τῆς διαχείρισης καὶ τῆς δημόσιας ἀποδοχῆς.
Διότι ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετά, ἡ Ἐκκλησία δὲν χάνει τὴν ἀλήθεια της ἐπειδὴ παύει νὰ μιλᾶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὴ χάνει ὅταν ἀρχίζει νὰ μιλᾶ περισσότερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο παρὰ μὲ τὸν ἄνθρωπο.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶναι θεσμὸς ἱερὸς καὶ ἱστορικὸς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ ἕναν διοικητικὸ ρόλο ἢ γιὰ μιὰ μορφὴ διεθνοῦς ἐκπροσώπησης. Τὸ Φανάρι κουβαλᾶ μνήμη μαρτυρίου, διωγμῶν, ἱστορικῶν ταπεινώσεων καὶ ἀγῶνα ἐπιβίωσης μέσα σὲ ἐξαιρετικὰ δύσκολες συνθῆκες. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ὀρθόδοξος ἄνθρωπος ὀφείλει σεβασμὸ πρὸς τὸν θεσμό, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀσκεῖ κριτικὴ σὲ ἐπιλογές, προτεραιότητες ἢ δημόσιες στάσεις. Στὴν... Ὀρθοδοξία ἡ κριτικὴ δὲν σημαίνει ἀπαξίωση· σημαίνει ἀγωνία μήπως ἡ Ἐκκλησία ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς θυσιαστικῆς διακονίας καὶ ἐγκλωβιστεῖ σταδιακὰ σὲ μιὰ λογικὴ θεσμικῆς αὐτάρκειας.
Διότι ἡ Ὀρθοδοξία ποτὲ δὲν οἰκοδομήθηκε πάνω στὴν ἰδέα μιᾶς ἀπόμακρης ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας ποὺ κινεῖται μέσα σὲ προστατευμένους διαδρόμους κύρους. Δὲν ἔχει Βατικανά, οὔτε παράδοση πνευματικῆς μοναρχίας ἀποκομμένης ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ λαοῦ. Ἡ καρδιά της ἦταν πάντοτε ἀλλοῦ: στὸ κελλὶ τοῦ μοναχοῦ ποὺ προσεύχεται μὲ τὸ τριμμένο κομποσκοίνι του γιὰ τὸν κόσμο, στὸ ἀκριτικὸ χωριὸ ὅπου ὁ ἁπλὸς ἱερέας ξενυχτᾶ δίπλα σὲ μιὰ οἰκογένεια πένθους, στὸ νοσοκομεῖο ὅπου κάποιος κρατᾶ τὸ χέρι ἑνὸς ἑτοιμοθάνατου χωρὶς δημοσιότητα, στὴ σιωπηλὴ φιλανθρωπία ποὺ δὲν ἀναζητᾶ ἀναγνώριση.
Γι’ αὐτὸ καὶ δημιουργεῖται εὔλογη ἀμηχανία ὅταν ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος μοιάζει νὰ κινεῖται μὲ μεγαλύτερη ἄνεση μέσα σὲ διεθνῆ φόρα, πολιτικὲς ἐπαφές, τελετές, βραβεύσεις καὶ δημόσιες σχέσεις, ἐνῷ σπανιότερα συναντᾶ κανεὶς εἰκόνες πραγματικῆς καθόδου πρὸς ἐκείνους ποὺ βιώνουν τὴν ἐγκατάλειψη. Διότι ὁ πόνος δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια. Ἔχει πρόσωπο, μυρωδιά, κόπωση καὶ ἀδιέξοδο. Εἶναι ἡ μάνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πληρώσει θεραπεία γιὰ τὸ παιδί της. Εἶναι ὁ πατέρας ποὺ ἔχασε τὸ παιδί του καὶ περιμένει δικαιοσύνη. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ μέσα στὴν κατάθλιψη, στὴν ἐξάρτηση ἢ στὴν ἀπόλυτη μοναξιά. Εἶναι ὁ κτηνοτρόφος ποὺ βλέπει τὸν κόπο μιᾶς ζωῆς νὰ χάνεται μέσα σὲ λίγες ὧρες. Εἶναι ὁ ἄρρωστος ποὺ φοβᾶται περισσότερο τὴ λησμονιὰ παρὰ τὸν ἴδιο τόν θάνατο.
Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ πραγματικὴ δοκιμασία τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι στὸ ἂν μπορεῖ νὰ διατυπώσει ὑψηλὴ θεολογία περὶ ἀγάπης, εἰρήνης, ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ ἀξιοπρέπειας - ὅλα αὐτὰ εἶναι σημαντικὰ καὶ ἀναγκαία. Ἀλλὰ στὸ ἂν ὁ λόγος αὐτὸς συνοδεύεται ἀπὸ πραγματικὴ παρουσία δίπλα στὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ὡς ἰδέα εἶναι εὔκολα διαχειρίσιμος. Χωρᾶ σὲ συνέδρια, ἀνακοινώσεις καὶ προσεκτικὰ διατυπωμένες ὁμιλίες. Ὁ ἄνθρωπος ὡς πληγή, ὅμως, διαταράσσει. Δὲν ἀφήνει τὴν πίστη νὰ παραμείνει θεωρία.
Ὁ Χριστὸς δὲν κινήθηκε μέσα στὴν ἀσφάλεια τῆς ἀποδεκτῆς εἰκόνας. Δὲν ἐπέλεξε τὴν ἄνεση τῆς θεσμικῆς οὐδετερότητας. Δὲν συνάντησε τοὺς λεπροὺς ἀπὸ ἀπόσταση οὔτε μίλησε γιὰ τὸν πόνο σὰν κοινωνικὴ θεματικὴ πρὸς διαχείριση. Ἄγγιξε τὸν ἀποκλεισμένο ἄνθρωπο καὶ ἐξέθεσε τὸν ἑαυτό του στὴ φθορά, στὴν ἀπόρριψη καὶ τελικὰ στὴ σταύρωση. Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία χάνει κάτι βαθὺ ἀπὸ τὴν ταυτότητά της ὅταν ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἐξουσία γίνεται συχνότερη ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ τὸν πόνο.
Καὶ ἴσως ἡ πιὸ ἀνησυχητικὴ μετατόπιση τῶν τελευταίων ἐτῶν νὰ βρίσκεται ἀλλοῦ: στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἐκκλησιαστικὴ παρουσία ἀρχίζει νὰ υἱοθετεῖ ὁλοένα περισσότερο τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς σύγχρονης ἐπικοινωνίας. Δημιουργεῖται σταδιακὰ ἕνα νέο μοντέλο δημόσιου ἐκκλησιαστικοῦ προσώπου - λιγότερο ἀσκητικό, περισσότερο ἐπικοινωνιακὸ· λιγότερο σιωπηλό, περισσότερο «ὁρατό». Πρόσωπα ποὺ ἐκπαιδεύονται ὄχι μόνο ὡς ποιμένες, ἀλλὰ καὶ ὡς διαχειριστὲς δημόσιας εἰκόνας, συναισθηματικοῦ κλίματος καὶ ψηφιακῆς ἀπήχησης.
Ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει ἔτσι νὰ κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ σὲ προϊὸν κατανάλωσης: σύντομα βίντεο, εὔπεπτα ἀποσπάσματα, συγκίνηση χωρὶς βάθος, πνευματικότητα χωρὶς ἄσκηση, λόγος χωρὶς σταυρό. Ἡ θεολογία παρουσιάζεται πολλὲς φορὲς σὰν ἕνα εἶδος ἤπιας ψυχολογικῆς ἐνθάρρυνσης γιὰ ἀνθρώπους ἐξαντλημένους ἀπὸ τὴν καθημερινότητα - κάτι ἀνάμεσα σὲ motivational περιεχόμενο καὶ θρησκευτικὴ αὐτοβελτίωση. Ὅμως ἡ Ὀρθοδοξία δὲν γεννήθηκε γιὰ νὰ καθησυχάζει διαρκῶς τὸν ἄνθρωπο· γεννήθηκε γιὰ νὰ τὸν μεταμορφώνει, καὶ ἡ μεταμόρφωση περνᾶ πάντοτε μέσα ἀπὸ μετάνοια, νήψη καὶ προσωπικὸ ἀγῶνα.
Ὑπάρχει ἐπίσης ἕνας ἀκόμη κίνδυνος: ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀρχίζει νὰ δίνει ὑπερβολικὸ βάρος στὴ διεθνῆ ἀποδοχή, ὑπάρχει ὁ πειρασμὸς νὰ ἀμβλύνει τὴ ριζοσπαστικότητα τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου ὥστε νὰ παραμένει συμβατὴ μὲ ὅλους. Ὅμως ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ πλήρως «συμβατὸς» μὲ τὸ πνεῦμα κάθε ἐποχῆς. Ἡ Ἐκκλησία δὲν καλεῖται νὰ γίνει πολιτιστικὰ κομψὴ οὔτε ἐπικοινωνιακὰ ἄψογη. Καλεῖται νὰ παραμένει ἀληθινή.
Καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν βρισκόταν ποτὲ στὴ λάμψη τῶν τελετῶν, οὔτε στὴ γοητεία τῶν δημόσιων σχέσεων. Βρισκόταν πάντοτε στὴν ταπείνωση. Στὴν κρυφὴ προσφορά. Στὴν ἄρνηση τῆς αὐτοπροβολῆς. Στὸ "ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, αὐτὸς ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ". Στὴν ἱκανότητα νὰ στέκεται κανεὶς δίπλα στὸν ἄλλο χωρὶς νὰ περιμένει ἀνταπόδοση, ἀναγνώριση ἢ ἐπικοινωνιακὸ ὄφελος.
Σήμερα ἡ φράση ἀπὸ τὴ Β΄ Ἐπιστολὴ πρὸς Τιμόθεον (4,5), «τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον», ἔχει καταντήσει τὸ ἀπόλυτο ἄλλοθι γιὰ ὅσους μπερδεύουν τὸ ράσο μὲ τὸ PR καὶ τὴν πνευματικὴ ἀποστολὴ μὲ τὸ digital marketing. Ἐνῷ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ζητοῦσε τὴν πλήρη καὶ σιωπηλὴ ἐκπλήρωση τοῦ καθήκοντος («πληροφόρησον» = ἐκπλήρωσε πλήρως), ἡ σύγχρονη ματαιοδοξία τὸ μετέφρασε ὡς ἐντολὴ γιὰ ἀκατάσχετη αὐτοπροβολὴ καὶ ἐνημέρωση τῶν «followers». Ἔτσι, ἡ ἐσωτερικὴ ὁλοκλήρωση τῆς διακονίας θυσιάστηκε στὸν βωμὸ τῆς «πληροφορίας», λὲς καὶ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν ποσταριστεῖ ἢ δὲν διαφημιστεῖ δεόντως, κινδυνεύει νὰ θεωρηθεῖ ἀνύπαρκτο.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀγωνία πολλῶν πιστῶν σήμερα δὲν ἀφορᾶ τὸ ἂν ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀκόμη λόγο στὸν σύγχρονο κόσμο. Ἔχει - καὶ συχνὰ λόγο σοβαρότερο ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους θεσμούς. Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα εἶναι διαφορετικό: ἂν ὁ λόγος αὐτὸς συνεχίζει νὰ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θυσίας καὶ τῆς καθόδου ἢ ἄν, σιγά-σιγά, κινδυνεύει νὰ ἐγκλωβιστεῖ στὴ γλῶσσα τῆς εἰκόνας, τῆς διαχείρισης καὶ τῆς δημόσιας ἀποδοχῆς.
Διότι ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετά, ἡ Ἐκκλησία δὲν χάνει τὴν ἀλήθεια της ἐπειδὴ παύει νὰ μιλᾶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὴ χάνει ὅταν ἀρχίζει νὰ μιλᾶ περισσότερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο παρὰ μὲ τὸν ἄνθρωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου