Ἡ πίστη τῶν ἡρώων ἦταν ἡ ὑπογραφὴ τῆς λευτεριᾶς - Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα, ἂν δὲν εἶχε μπροστάρη τὸν Χριστό.
Γράφει ὁ Ἐλευθέριος Ἀνδρώνης
Πόσο σοφά μᾶς μιλοῦν οἱ οἰωνοὶ τῆς ἔνδοξης ἱστορίας μας, ὅταν ἔχουμε προαίρεση γιὰ νὰ τοὺς θωροῦμε; Τὸ ἑλληνικὸ Γένος δοξάστηκε ἀπὸ ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ ἀναστήθηκε ἀπὸ ἕναν Εὐαγγελισμό. Τὸ ἔχουμε ἀναλογιστεῖ καλὰ αὐτό; Ἔχουμε συλλογιστεῖ μὲ τί εὐλογία ἀλλὰ καὶ τί εὐθύνη μᾶς συνοδεύει;
Ἡ ἀπαράμιλλη ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀποτύπωσε τὰ ἱερὰ γράμματα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὰ ἐξακτίνωσε στὰ πέρατα τῆς τότε οἰκουμένης. Τὰ πρωτοχριστιανικὰ ποίμνια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίζοντες ἅγιοι καὶ μάρτυρες, τὸ ἀποστολικὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ περιούσιου λαοῦ ἔγινε ἡ μικρὴ σφεντόνα τοῦ νέου Δαυὶδ ποὺ τελικὰ σώριασε τόν «Γολιὰθ» τῆς εἰδωλολατρίας ποὺ κατέτρωγε τὰ ἔθνη. Ἡ χιλιόχρονη Ρωμιοσύνη μὲ τοὺς στιλπνοὺς βυζαντινοὺς τρούλους της, σκέπασε εὐλαβικὰ τὸ τίμιο αἷμα ποὺ ἄφησαν πίσω τους οἱ κατακόμβες, οἱ ἀρένες... καὶ τὰ μαρτύρια.
Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες τοῦ ὀθωμανικοῦ σκότους ποὺ ἄχρι καιροῦ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ἦρθε ἡ στιγμὴ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο ὑψώθηκε ξανὰ γιὰ νὰ ἀποτινάξει τὰ δεσμὰ τῶν ἀπίστων. Ἦταν ἡ ἱερὴ μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἡ 25η Μαρτίου 1821, ὅταν ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς ὕψωσε τὸ λάβαρο τῆς Ἐπανάστασης, σὰν μιὰ ἀναστάσιμη ἀναλαμπή τοῦ «Ἐν τούτῳ νίκα», ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν γράφτηκε στὸν οὐρανό, ἀλλὰ χαράχτηκε στὶς φλογισμένες καρδιὲς τῶν ἀγωνιστῶν μας ποὺ φώναξαν «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος».
«Γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία», οἱ Ἕλληνες διάλεξαν τὴ χαρμόσυνη εἴδηση ποὺ ἔλαβε ἡ Παναγία γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, νὰ τὴ φορέσουν φυλαχτὸ γιὰ τὴ δική τους χαρμόσυνη εἴδηση, τὴ σωτηρία τοῦ ἑλληνικοῦ Γένους. Ἡ Παναγία μας κυοφοροῦσε τὸν Λυτρωτή, καὶ ἡ Ρωμιοσύνη κυοφοροῦσε γιὰ τέσσερεις αἰῶνες τὸν ἱερὸ πόθο τῆς λευτεριᾶς. Αὐτὸ τὸ «μὴ φοβοῦ Μαριὰμ» ποὺ ὁ Ἄγγελος εἶπε στὴν Παρθένο, σὰν νὰ ἐμφύσησε πνεῦμα ἀφοβίας καὶ στοὺς ἀγωνιστὲς ποὺ μὲ μιὰ χούφτα στρατὸ ὁρμοῦσαν σὲ ὅλα τὰ σμάρια τῆς Τουρκιᾶς.
Ἀλλὰ καὶ τὸ «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ὅταν πῆγαν νὰ τὸν δοῦν Ἕλληνες, σὰν νά ‘ταν ἐκείνη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀντρείεψε τὸν Κολοκοτρώνη. Μάρτυρας τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐγγυητὴς ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. Μελάνι τῆς ὑπογραφῆς, ἡ ἀνεξίτηλη πίστη τῶν ἡρώων. Καὶ χαρτὶ λευκὸ ἡ μετάνοια τοῦ λαοῦ. Ὅλα ἦταν ἕτοιμα γιὰ νὰ γραφτεῖ τὸ Ἔπος. Ἔτσι γράφεται μόνο ἕνα Ἔπος.
«Ὁ Θεὸς ὑπέγραψε τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας καὶ δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφή του», βεβαίωνε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ. Ἕνα εὐσπλαχνικὸ γραμμάτιο στὸ ἑλληνικὸ Γένος ποὺ ἔμελλε ἐξοφληθεῖ. Ἕνας δρόμος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο στρωνόταν ἀνηφορικός, ἀλλὰ στὴν κορφὴ εὐλογοῦσε ἡ Παναγιά μας. Δρόμος σταυρικός, γεμᾶτος θυσίες, φωτιά, μπαρούτι καὶ προδοσίες, ἀλλὰ μὲ βλέμμα προσηλωμένο στὸ μέλλον πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ Ἑλλάδας.
Πόσοι ἅγιοι, πόσοι μάρτυρες, πόσα θαύματα, πόσες ἐκκλησίες, πόσα μοναστήρια, πόσες ἱεραποστολές, πόσες λειτουργιές, πόση παρηγοριά, πόσες εὐεργεσίες τῆς ἱστορίας δὲν θὰ εἶχαν ὑπάρξει ποτέ, ἂν δὲν ἀντάμωνε τὸ Εὐαγγέλιο μὲ ἐκεῖνον τὸν Εὐαγγελισμὸ τὴ μέρα ποὺ σάλπισε ἡ Ἐπανάσταση;
Νὰ γιατί τούτη ἡ μέρα πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα ἀτελείωτο θαῦμα. Κόντρα σὲ ὅλα τὰ προγνωστικὰ καὶ τὶς ἐπίβουλες δυνάμεις καὶ τὶς ἐμφύλιες πληγές, ὁ ποδοπατημένος σπόρος τοῦ Γένους ξύπνησε καὶ βλάστησε καὶ ἄνθισε, γιατί ὁ Καλὸς Σπορέας εἶναι ἕτοιμος νὰ παραμερίσει κάθε ζιζάνιο, ὅταν ὁ λαὸς ἔχει φρόνημα σὰν τοῦ 21.
Ἐμεῖς βαφτίζουμε ὡς καλὲς εἰδήσεις ἕνα σωρὸ ἐπουσιώδη πράγματα. Ἡ πραγματικὴ καλὴ εἴδηση εἶναι μόνο μιά. Ἡ ἀπελευθέρωση μας ἀπὸ τὴ φθορά. Ἡ ἀνάσταση μας ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τοῦ Ἅδη. Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα, ἂν δὲν εἶχε γίνει μὲ μπροστάρη τὸν Χριστό, μὲ ὁδηγὸ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ λάβαρο τὸν Σταυρό. Ἐλευθερία χωρὶς Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἐλευθερία, εἶναι ἐφήμερος προαυλισμὸς στὸ νεκροταφεῖο.
Ὁ Θεός μας ἀπελευθέρωσε γιατί βρῆκε καλὴ μαγιὰ ποὺ θὰ πλήθυνε τὸ ἔργο Του. Τούτη ἡ μαγιὰ πρέπει νὰ τρέμουμε μήπως χαθεῖ ἐντελῶς τώρα, ἔτσι ὅπως ἔχουμε καταντήσει. Ὅσο ὅμως ἀφουγκραζόμαστε τοὺς ἡρωικοὺς προγόνους μας, τὸ ἀγαθὸ φύραμα θὰ ἀντέχει, μέχρι νὰ γίνει ξανὰ γλυκὸ ψωμὶ λευτεριᾶς...
Ζήτω ἡ 25η Μαρτίου 1821. Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Χρόνια πολλὰ Ἑλλάδα!
Ἡ ἀπαράμιλλη ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀποτύπωσε τὰ ἱερὰ γράμματα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὰ ἐξακτίνωσε στὰ πέρατα τῆς τότε οἰκουμένης. Τὰ πρωτοχριστιανικὰ ποίμνια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίζοντες ἅγιοι καὶ μάρτυρες, τὸ ἀποστολικὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ περιούσιου λαοῦ ἔγινε ἡ μικρὴ σφεντόνα τοῦ νέου Δαυὶδ ποὺ τελικὰ σώριασε τόν «Γολιὰθ» τῆς εἰδωλολατρίας ποὺ κατέτρωγε τὰ ἔθνη. Ἡ χιλιόχρονη Ρωμιοσύνη μὲ τοὺς στιλπνοὺς βυζαντινοὺς τρούλους της, σκέπασε εὐλαβικὰ τὸ τίμιο αἷμα ποὺ ἄφησαν πίσω τους οἱ κατακόμβες, οἱ ἀρένες... καὶ τὰ μαρτύρια.
Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες τοῦ ὀθωμανικοῦ σκότους ποὺ ἄχρι καιροῦ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ἦρθε ἡ στιγμὴ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο ὑψώθηκε ξανὰ γιὰ νὰ ἀποτινάξει τὰ δεσμὰ τῶν ἀπίστων. Ἦταν ἡ ἱερὴ μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἡ 25η Μαρτίου 1821, ὅταν ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς ὕψωσε τὸ λάβαρο τῆς Ἐπανάστασης, σὰν μιὰ ἀναστάσιμη ἀναλαμπή τοῦ «Ἐν τούτῳ νίκα», ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν γράφτηκε στὸν οὐρανό, ἀλλὰ χαράχτηκε στὶς φλογισμένες καρδιὲς τῶν ἀγωνιστῶν μας ποὺ φώναξαν «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος».
«Γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία», οἱ Ἕλληνες διάλεξαν τὴ χαρμόσυνη εἴδηση ποὺ ἔλαβε ἡ Παναγία γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, νὰ τὴ φορέσουν φυλαχτὸ γιὰ τὴ δική τους χαρμόσυνη εἴδηση, τὴ σωτηρία τοῦ ἑλληνικοῦ Γένους. Ἡ Παναγία μας κυοφοροῦσε τὸν Λυτρωτή, καὶ ἡ Ρωμιοσύνη κυοφοροῦσε γιὰ τέσσερεις αἰῶνες τὸν ἱερὸ πόθο τῆς λευτεριᾶς. Αὐτὸ τὸ «μὴ φοβοῦ Μαριὰμ» ποὺ ὁ Ἄγγελος εἶπε στὴν Παρθένο, σὰν νὰ ἐμφύσησε πνεῦμα ἀφοβίας καὶ στοὺς ἀγωνιστὲς ποὺ μὲ μιὰ χούφτα στρατὸ ὁρμοῦσαν σὲ ὅλα τὰ σμάρια τῆς Τουρκιᾶς.
Ἀλλὰ καὶ τὸ «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ὅταν πῆγαν νὰ τὸν δοῦν Ἕλληνες, σὰν νά ‘ταν ἐκείνη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀντρείεψε τὸν Κολοκοτρώνη. Μάρτυρας τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐγγυητὴς ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. Μελάνι τῆς ὑπογραφῆς, ἡ ἀνεξίτηλη πίστη τῶν ἡρώων. Καὶ χαρτὶ λευκὸ ἡ μετάνοια τοῦ λαοῦ. Ὅλα ἦταν ἕτοιμα γιὰ νὰ γραφτεῖ τὸ Ἔπος. Ἔτσι γράφεται μόνο ἕνα Ἔπος.
«Ὁ Θεὸς ὑπέγραψε τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας καὶ δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφή του», βεβαίωνε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ. Ἕνα εὐσπλαχνικὸ γραμμάτιο στὸ ἑλληνικὸ Γένος ποὺ ἔμελλε ἐξοφληθεῖ. Ἕνας δρόμος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο στρωνόταν ἀνηφορικός, ἀλλὰ στὴν κορφὴ εὐλογοῦσε ἡ Παναγιά μας. Δρόμος σταυρικός, γεμᾶτος θυσίες, φωτιά, μπαρούτι καὶ προδοσίες, ἀλλὰ μὲ βλέμμα προσηλωμένο στὸ μέλλον πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ Ἑλλάδας.
Πόσοι ἅγιοι, πόσοι μάρτυρες, πόσα θαύματα, πόσες ἐκκλησίες, πόσα μοναστήρια, πόσες ἱεραποστολές, πόσες λειτουργιές, πόση παρηγοριά, πόσες εὐεργεσίες τῆς ἱστορίας δὲν θὰ εἶχαν ὑπάρξει ποτέ, ἂν δὲν ἀντάμωνε τὸ Εὐαγγέλιο μὲ ἐκεῖνον τὸν Εὐαγγελισμὸ τὴ μέρα ποὺ σάλπισε ἡ Ἐπανάσταση;
Νὰ γιατί τούτη ἡ μέρα πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα ἀτελείωτο θαῦμα. Κόντρα σὲ ὅλα τὰ προγνωστικὰ καὶ τὶς ἐπίβουλες δυνάμεις καὶ τὶς ἐμφύλιες πληγές, ὁ ποδοπατημένος σπόρος τοῦ Γένους ξύπνησε καὶ βλάστησε καὶ ἄνθισε, γιατί ὁ Καλὸς Σπορέας εἶναι ἕτοιμος νὰ παραμερίσει κάθε ζιζάνιο, ὅταν ὁ λαὸς ἔχει φρόνημα σὰν τοῦ 21.
Ἐμεῖς βαφτίζουμε ὡς καλὲς εἰδήσεις ἕνα σωρὸ ἐπουσιώδη πράγματα. Ἡ πραγματικὴ καλὴ εἴδηση εἶναι μόνο μιά. Ἡ ἀπελευθέρωση μας ἀπὸ τὴ φθορά. Ἡ ἀνάσταση μας ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τοῦ Ἅδη. Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα, ἂν δὲν εἶχε γίνει μὲ μπροστάρη τὸν Χριστό, μὲ ὁδηγὸ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ λάβαρο τὸν Σταυρό. Ἐλευθερία χωρὶς Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἐλευθερία, εἶναι ἐφήμερος προαυλισμὸς στὸ νεκροταφεῖο.
Ὁ Θεός μας ἀπελευθέρωσε γιατί βρῆκε καλὴ μαγιὰ ποὺ θὰ πλήθυνε τὸ ἔργο Του. Τούτη ἡ μαγιὰ πρέπει νὰ τρέμουμε μήπως χαθεῖ ἐντελῶς τώρα, ἔτσι ὅπως ἔχουμε καταντήσει. Ὅσο ὅμως ἀφουγκραζόμαστε τοὺς ἡρωικοὺς προγόνους μας, τὸ ἀγαθὸ φύραμα θὰ ἀντέχει, μέχρι νὰ γίνει ξανὰ γλυκὸ ψωμὶ λευτεριᾶς...
Ζήτω ἡ 25η Μαρτίου 1821. Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Χρόνια πολλὰ Ἑλλάδα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου