Θεολόγου Ε.Κ.Π.Α.
Οἱ Ντρέδες, ὑπῆρξαν οἱ γενναῖοι πολεμιστὲς στὴν βόρειο Μεσσηνία, ποὺ πῆραν τὰ ὅπλα καὶ ἀγωνίσθηκαν γιὰ ἀποτίναξη τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ κατὰ τὰ ἔτη τῆς Ἐθνεγερσίας, ἀπὸ τὸ 1821 καθὼς καὶ στὴ συνέχεια κατὰ τοῦ εἰσβολέα Ἰμπραήμ. Στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἀπέδειξαν ὅτι ὑπῆρξαν ἀπόγονοι γενναίων ἀνδρῶν ἐπιβεβαιώνοντας τὴ σπαρτιατικὴ ρήση: «Ἄμμες δὲ γ’ ἐσσόμεθα πολλῷ κάρρονες».
Σύμφωνα μὲ τὶς ἱστορικὲς πηγές, ἡ ἱστορία των Ντρέδων, φθάνει ἕως τὸν 14ο αἰῶνα στὴν περιοχὴ τῆς Ἠπείρου. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, σαράντα οἰκογένειες ἀναγκάσθηκαν νὰ μετακινηθοῦν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ἠπείρου στὴν Πελοπόννησο καὶ εἰδικότερα στὴν Ἄνω Μεσσηνία, ἔπειτα ἀπὸ πρόσκληση τῶν Βυζαντινῶν Δεσποτῶν τοῦ Μυστρᾶ, Μανουὴλ Καντακουζηνοῦ καὶ Θεοδώρου A’ Παλαιολόγου, γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ πληθυσμὸς τῆς περιοχῆς, ποὺ εἶχε μειωθεῖ ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες.
Ἡ πίστη τους στὸν Τριαδικὸ Θεὸ ἦταν ἀταλάντευτη καθὼς παρέμειναν Ὀρθόδοξοι στὸ δόγμα νιώθοντας παράλληλα βαθιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνική τους ταυτότητα... Ἦταν Ρωμηοὶ σὲ ὅλα τους. Ἐγκαταστάθηκαν καὶ δημιούργησαν δεκατρεῖς νέους οἰκισμοὺς γνωστοὺς ὡς Σουλιμοχώρια [Σουλιμὰ (Ἄνω Δώριο), Ψάρι, Κούβελας, Χαλκιάς, Βλᾶκα (Χρυσοχώρι), Κλέσουρα (Ἀμφιθέα), Κατζούρα (Ἄνω Βασιλικό), Λάπι (Ριζοχώρι), Ρίπεσι (Κεφαλόβρυση), Γκλιάτα (Μάνδρα), Πιτσὰ (Σιτοχώρι) καὶ Ἀγριλιὰ (Νέα Ἀγριλιά)].
Ὀνομάσθηκαν «Ντρέδες» ἀπὸ τὴ λέξη «Ντρὲς» ποὺ στὴν ἀρβανίτικη διάλεκτο σημαίνει «εὐθύς, εἰλικρινής, ντόμπρος, ἴσιος». Τὸ ὄνομα αὐτὸ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἔλαβε τὴν ἔννοια τῆς γενναιότητας καὶ τῆς ἀνδρείας. Μιὰ ἄλλη ἐκδοχὴ ὑποστηρίζει ὅτι τὸ «Ντρὲς» εἶναι παραφθορά του «Δωριεύς», λόγῳ τῆς καταγωγῆς τους ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ φύλλο τῶν Δωριέων.
Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453), κατὰ τοὺς τέσσερις μαύρους αἰῶνες τῆς ὀθωμανικῆς κατοχῆς, ὅπου ὅλα «τὰ ‘σκιαζε ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά», κατὰ τὸν Ἐθνικό μας ποιητὴ Διονύσιο Σολωμό, «Τὰ Σουλιμοχώρια ἦταν, μαζὶ μὲ τὴ Μάνη καὶ τὸ Σούλι, οἱ ἀπάτητες ἐλεύθερες περιοχὲς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας», ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱστορικὸς ἐρευνητὴς κ. Σταῦρος Σταθόπουλος. Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι οἱ Ντρέδες συμμετεῖχαν ἐνεργὰ στὴν ἀτυχῆ προσπάθεια κατὰ τὰ Ὀρλωφικὰ (1770) γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ἐνῷ λίγο πρὶν τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα τοῦ 1821 οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι οἱ Ντρέδες ἀριθμοῦσαν ἕως 7000 ἄνδρες ὑπὸ τὰ ὅπλα.
Ὡς γνωστόν, τὴν 17η Μαρτίου 1821 στὴν Ἀρεόπολη οἱ Μανιάτες ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ὕψωσαν τὸ λάβαρο τῆς ἐθνεγερσίας, μία λευκὴ σημαία μὲ ἕναν γαλάζιο σταυρὸ στὴ μέση μὲ τὸ σύνθημα «ΝΙΚΗ Ἡ’ ΘΑΝΑΤΟΣ», κηρύσσοντας τὴν ἔναρξη τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν τυράννων. Μαζὶ μὲ τοὺς Μανιάτες καὶ οἱ Ντρέδες πῆραν τὰ ὅπλα τὴ μεγάλη ἐκείνη στιγμή. Οἱ ἱστορικοὶ ἀναφέρουν ὅτι μία ὁμάδα ἀπὸ διακόσιους ἔνοπλους Ντρέδες ὑπὸ τὸν Γιαννάκη Μέλλιο συμμετεῖχαν στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Καλαμάτας τὴν 23η Μαρτίου 1821. Ἀκολούθως, τὴν 24η Μαρτίου 1821 στὸ χωριὸ Ἄνω Δώριο (Σουλιμὰ) στὸν Ι.Ν Ἁγίου Δημητρίου ἐνώπιον τοῦ ἱερέα Δημητρίου Παπατζώρτζη καὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, οἱ ἀγωνιστὲς Ντρέδες ὁρκίσθηκαν νὰ θυσιάσουν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας. Τὰ λόγια τους ἦταν λιτά, δωρικά, γεμᾶτα γενναῖο φρόνημα:
«Ὁρκιζόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, Ὁρκιζόμεθα εἰς τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἀθλίας πατρίδος μας. Ὁρκιζόμεθα εἰς τὰ ἱερὰ κόκκαλα τῶν πατέρων μας. Ὁρκιζόμεθα εἰς τὰ πολυχρόνια βάσανά μας. Ὁρκιζόμεθα εἰς τοὺς ποταμοὺς τῶν πικρῶν δακρύων. Καὶ παίρνομεν τὴν γενναίαν ἀπόφασιν ἢ νὰ ἀποθάνωμεν μὲ τὸ σύνθημα: ‘’Τοῦρκος μὴ μείνει στὸ Μοριᾶ, οὔτε στὸν κόσμο ὅλο’’. Ζήτω ἡ ἔνδοξη πατρίδα μας. Θάνατος στοὺς τυράννους».
Ὁ ἀγῶνας καὶ ἡ θυσία τῶν θρυλικῶν Ντρέδων γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς ὑπῆρξε μεγάλος καὶ σπουδαῖος, καθὼς συμμετεῖχαν σὲ τριάντα ἕξι (36) μάχες ἀπὸ τὸ 1821 (μάχη Λιγούδιστας- σημερινῆς Χώρας Τριφυλίας) ἕως τὸ 1828 (μάχη στὰ Γουβαλάρια Σουλιμοχωρίων).
Δυστυχῶς ἡ προσφορά τους δὲν ἔχει τονιστεῖ, ὅπως τοὺς ἀξίζει. Σὲ συνέχεια τῶν ἀνωτέρω συμπεραίνουμε ὅτι οἱ νεότερες γενιὲς τῶν Ἑλλήνων ὀφείλουμε νὰ θυμόμαστε τὴν Ἱστορία μας, ἀλλὰ καὶ νὰ τιμοῦμε αὐτοὺς τοὺς ἡρωικοὺς πολεμιστές. Ἡ ἡρωικὴ γενιὰ τοῦ 1821 μὲ τὸν πολύχρονο αἱματηρὸ ἀγῶνα στὰ πεδία τῶν μαχῶν ἄφησε παρακαταθήκη στὸν νεότερο Ἑλληνισμὸ νὰ διαφυλάττει τὴν ἐθνικὴ μνήμη, τὴν ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, τὰ ἐθνικὰ δίκαια καὶ τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία ἀπὸ κάθε ἐπίβουλο κατακτητὴ καὶ ἐχθρό.
Σύμφωνα μὲ τὶς ἱστορικὲς πηγές, ἡ ἱστορία των Ντρέδων, φθάνει ἕως τὸν 14ο αἰῶνα στὴν περιοχὴ τῆς Ἠπείρου. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, σαράντα οἰκογένειες ἀναγκάσθηκαν νὰ μετακινηθοῦν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ἠπείρου στὴν Πελοπόννησο καὶ εἰδικότερα στὴν Ἄνω Μεσσηνία, ἔπειτα ἀπὸ πρόσκληση τῶν Βυζαντινῶν Δεσποτῶν τοῦ Μυστρᾶ, Μανουὴλ Καντακουζηνοῦ καὶ Θεοδώρου A’ Παλαιολόγου, γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ πληθυσμὸς τῆς περιοχῆς, ποὺ εἶχε μειωθεῖ ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες.
Ἡ πίστη τους στὸν Τριαδικὸ Θεὸ ἦταν ἀταλάντευτη καθὼς παρέμειναν Ὀρθόδοξοι στὸ δόγμα νιώθοντας παράλληλα βαθιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνική τους ταυτότητα... Ἦταν Ρωμηοὶ σὲ ὅλα τους. Ἐγκαταστάθηκαν καὶ δημιούργησαν δεκατρεῖς νέους οἰκισμοὺς γνωστοὺς ὡς Σουλιμοχώρια [Σουλιμὰ (Ἄνω Δώριο), Ψάρι, Κούβελας, Χαλκιάς, Βλᾶκα (Χρυσοχώρι), Κλέσουρα (Ἀμφιθέα), Κατζούρα (Ἄνω Βασιλικό), Λάπι (Ριζοχώρι), Ρίπεσι (Κεφαλόβρυση), Γκλιάτα (Μάνδρα), Πιτσὰ (Σιτοχώρι) καὶ Ἀγριλιὰ (Νέα Ἀγριλιά)].
Ὀνομάσθηκαν «Ντρέδες» ἀπὸ τὴ λέξη «Ντρὲς» ποὺ στὴν ἀρβανίτικη διάλεκτο σημαίνει «εὐθύς, εἰλικρινής, ντόμπρος, ἴσιος». Τὸ ὄνομα αὐτὸ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἔλαβε τὴν ἔννοια τῆς γενναιότητας καὶ τῆς ἀνδρείας. Μιὰ ἄλλη ἐκδοχὴ ὑποστηρίζει ὅτι τὸ «Ντρὲς» εἶναι παραφθορά του «Δωριεύς», λόγῳ τῆς καταγωγῆς τους ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ φύλλο τῶν Δωριέων.
Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453), κατὰ τοὺς τέσσερις μαύρους αἰῶνες τῆς ὀθωμανικῆς κατοχῆς, ὅπου ὅλα «τὰ ‘σκιαζε ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά», κατὰ τὸν Ἐθνικό μας ποιητὴ Διονύσιο Σολωμό, «Τὰ Σουλιμοχώρια ἦταν, μαζὶ μὲ τὴ Μάνη καὶ τὸ Σούλι, οἱ ἀπάτητες ἐλεύθερες περιοχὲς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας», ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱστορικὸς ἐρευνητὴς κ. Σταῦρος Σταθόπουλος. Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι οἱ Ντρέδες συμμετεῖχαν ἐνεργὰ στὴν ἀτυχῆ προσπάθεια κατὰ τὰ Ὀρλωφικὰ (1770) γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ἐνῷ λίγο πρὶν τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα τοῦ 1821 οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι οἱ Ντρέδες ἀριθμοῦσαν ἕως 7000 ἄνδρες ὑπὸ τὰ ὅπλα.
Ὡς γνωστόν, τὴν 17η Μαρτίου 1821 στὴν Ἀρεόπολη οἱ Μανιάτες ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ὕψωσαν τὸ λάβαρο τῆς ἐθνεγερσίας, μία λευκὴ σημαία μὲ ἕναν γαλάζιο σταυρὸ στὴ μέση μὲ τὸ σύνθημα «ΝΙΚΗ Ἡ’ ΘΑΝΑΤΟΣ», κηρύσσοντας τὴν ἔναρξη τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν τυράννων. Μαζὶ μὲ τοὺς Μανιάτες καὶ οἱ Ντρέδες πῆραν τὰ ὅπλα τὴ μεγάλη ἐκείνη στιγμή. Οἱ ἱστορικοὶ ἀναφέρουν ὅτι μία ὁμάδα ἀπὸ διακόσιους ἔνοπλους Ντρέδες ὑπὸ τὸν Γιαννάκη Μέλλιο συμμετεῖχαν στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Καλαμάτας τὴν 23η Μαρτίου 1821. Ἀκολούθως, τὴν 24η Μαρτίου 1821 στὸ χωριὸ Ἄνω Δώριο (Σουλιμὰ) στὸν Ι.Ν Ἁγίου Δημητρίου ἐνώπιον τοῦ ἱερέα Δημητρίου Παπατζώρτζη καὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, οἱ ἀγωνιστὲς Ντρέδες ὁρκίσθηκαν νὰ θυσιάσουν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας. Τὰ λόγια τους ἦταν λιτά, δωρικά, γεμᾶτα γενναῖο φρόνημα:
«Ὁρκιζόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, Ὁρκιζόμεθα εἰς τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἀθλίας πατρίδος μας. Ὁρκιζόμεθα εἰς τὰ ἱερὰ κόκκαλα τῶν πατέρων μας. Ὁρκιζόμεθα εἰς τὰ πολυχρόνια βάσανά μας. Ὁρκιζόμεθα εἰς τοὺς ποταμοὺς τῶν πικρῶν δακρύων. Καὶ παίρνομεν τὴν γενναίαν ἀπόφασιν ἢ νὰ ἀποθάνωμεν μὲ τὸ σύνθημα: ‘’Τοῦρκος μὴ μείνει στὸ Μοριᾶ, οὔτε στὸν κόσμο ὅλο’’. Ζήτω ἡ ἔνδοξη πατρίδα μας. Θάνατος στοὺς τυράννους».
Ὁ ἀγῶνας καὶ ἡ θυσία τῶν θρυλικῶν Ντρέδων γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς ὑπῆρξε μεγάλος καὶ σπουδαῖος, καθὼς συμμετεῖχαν σὲ τριάντα ἕξι (36) μάχες ἀπὸ τὸ 1821 (μάχη Λιγούδιστας- σημερινῆς Χώρας Τριφυλίας) ἕως τὸ 1828 (μάχη στὰ Γουβαλάρια Σουλιμοχωρίων).
Δυστυχῶς ἡ προσφορά τους δὲν ἔχει τονιστεῖ, ὅπως τοὺς ἀξίζει. Σὲ συνέχεια τῶν ἀνωτέρω συμπεραίνουμε ὅτι οἱ νεότερες γενιὲς τῶν Ἑλλήνων ὀφείλουμε νὰ θυμόμαστε τὴν Ἱστορία μας, ἀλλὰ καὶ νὰ τιμοῦμε αὐτοὺς τοὺς ἡρωικοὺς πολεμιστές. Ἡ ἡρωικὴ γενιὰ τοῦ 1821 μὲ τὸν πολύχρονο αἱματηρὸ ἀγῶνα στὰ πεδία τῶν μαχῶν ἄφησε παρακαταθήκη στὸν νεότερο Ἑλληνισμὸ νὰ διαφυλάττει τὴν ἐθνικὴ μνήμη, τὴν ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, τὰ ἐθνικὰ δίκαια καὶ τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία ἀπὸ κάθε ἐπίβουλο κατακτητὴ καὶ ἐχθρό.
Προτομὴ τοῦ Πολέμαρχου τῶν Ντρέδων Γιαννάκη Μέλλιου (1770-1821)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου