Ἡ πρεμιέρα τῆς νέας σειρᾶς τοῦ MEGA, «Οἱ Ἀθῶοι», ἔφερε στὸ προσκήνιο ἕνα ζήτημα ποὺ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τῆς καλλιτεχνικῆς διασκευῆς, ἀγγίζοντας τὸν εὐαίσθητο πυρῆνα τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας. Ἡ ἔντονη ἀντίδραση τῆς κοινότητας τῶν Βορειοηπειρωτῶν καὶ ἰδιαίτερα τῶν Χιμαραίων δὲν εἶναι προϊὸν ὑπερβολῆς, ἀλλὰ μιὰ αὐτονόητη ἄμυνα ἀπέναντι σὲ μιὰ κατάφωρη διαστρέβλωση. Ἡ ἐπιλογὴ τῆς παραγωγῆς νὰ παρουσιάσει τὴ μητέρα τοῦ Γιάννου ὡς «ἀλβανόφωνη Τουρκάλα ἀπὸ τὴ Χιμάρα», ἀποτελεῖ μιὰ ἱστορικὴ ἀνακρίβεια ποὺ ἀλλοιώνει τὴ φυσιογνωμία ἑνὸς τόπου μὲ ἀδιαμφισβήτητο καὶ διαχρονικὸ ἑλληνικὸ πρόσημο.
Ἡ Χιμάρα τοῦ 19ου αἰῶνα, τὴν ἐποχὴ δηλαδὴ ποὺ διαδραματίζεται τὸ ἔργο, ὑπῆρξε ἕνα ἀπὸ τὰ ἰσχυρότερα προπύργια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ χρήση τοῦ ὅρου «Τουρκάλα» στὸ σενάριο εἶναι ἱστορικὰ ἀνυπόστατη, καθὼς ἐκείνη τὴν περίοδο ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιοῦνταν ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ... περιγράψει τὸ μουσουλμανικὸ στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο ἦταν ξένο πρὸς τὴν ταυτότητα τῆς περιοχῆς. Στὴν πραγματικότητα, ἡ Χιμάρα ἦταν ἕνα κέντρο ὅπου ἡ ἑλληνικὴ παιδεία κυριαρχοῦσε στὰ σχολεῖα, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦταν τὸ ὄργανο τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν συναλλαγῶν, καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδηση τῶν κατοίκων ἦταν τόσο ἰσχυρή, ποὺ λίγα χρόνια ἀργότερα θὰ πρωτοστατοῦσαν στὸν Αὐτονομιακὸ Ἀγῶνα τῆς Βορείου Ἠπείρου.
Ἀκόμα καὶ ἡ ἀναφορὰ στὸν Κωνσταντῖνο Θεοτόκη λειτουργεῖ ὡς ἀδιάψευστο πειστήριο αὐτῆς τῆς διαστρέβλωσης. Ὁ συγγραφέας, γνωρίζοντας σὲ βάθος την ἀνθρωπογεωγραφία τῆς ἐποχῆς του, περιγράφει τὴν ἡρωίδα ὡς Χριστιανὴ Ἀρβανίτισσα, μιὰ ταυτότητα ποὺ τὴν καθιστᾶ ὀργανικὸ καὶ ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ μετατροπή της σὲ «ἀλβανόφωνη μουσουλμάνα» ἀπὸ τοὺς σεναριογράφους τῆς σειρᾶς, ὄχι μόνο ἀκυρώνει τὸ κοινωνικὸ πλαίσιο τοῦ πρωτότυπου ἔργου, ἀλλὰ ἔρχεται νὰ δικαιώσει σύγχρονα, ἀνιστόρητα ἀφηγήματα ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ ἀποκόψουν τὴ Χιμάρα ἀπὸ τὶς ἑλληνικές της ρίζες.
Τὸ πρόβλημα παίρνει διαστάσεις καθὼς ἡ τηλεοπτικὴ μυθοπλασία ἔχει τὴ δύναμη νὰ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἱστορικὴ γνώση στὴ συλλογικὴ μνήμη. Ὅταν μιὰ παραγωγὴ μεγάλης ἐμβέλειας προβάλλει μιὰ παραχαραγμένη ἐκδοχὴ τοῦ παρελθόντος, ὁ μέσος θεατὴς κινδυνεύει νὰ ἀποδεχθεῖ παθητικὰ μιὰ εἰκόνα ποὺ προσβάλλει τὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴ γλῶσσα καὶ τὴν πίστη τους. Ἡ καλλιτεχνικὴ ἐλευθερία δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ ὡς «πλυντήριο» ἱστορικῶν ἀλλοιώσεων. Ἡ Χιμάρα δὲν εἶναι ἕνα τυχαῖο, οὐδέτερο σκηνικό, ἀλλὰ ἕνας τόπος μὲ βαριὰ ἱστορικὴ κληρονομιὰ ποὺ δὲν ἐπιδέχεται «διορθώσεις» πρὸς χάριν τῆς τηλεθέασης.
Ἡ Χιμάρα τοῦ 19ου αἰῶνα, τὴν ἐποχὴ δηλαδὴ ποὺ διαδραματίζεται τὸ ἔργο, ὑπῆρξε ἕνα ἀπὸ τὰ ἰσχυρότερα προπύργια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ χρήση τοῦ ὅρου «Τουρκάλα» στὸ σενάριο εἶναι ἱστορικὰ ἀνυπόστατη, καθὼς ἐκείνη τὴν περίοδο ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιοῦνταν ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ... περιγράψει τὸ μουσουλμανικὸ στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο ἦταν ξένο πρὸς τὴν ταυτότητα τῆς περιοχῆς. Στὴν πραγματικότητα, ἡ Χιμάρα ἦταν ἕνα κέντρο ὅπου ἡ ἑλληνικὴ παιδεία κυριαρχοῦσε στὰ σχολεῖα, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦταν τὸ ὄργανο τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν συναλλαγῶν, καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδηση τῶν κατοίκων ἦταν τόσο ἰσχυρή, ποὺ λίγα χρόνια ἀργότερα θὰ πρωτοστατοῦσαν στὸν Αὐτονομιακὸ Ἀγῶνα τῆς Βορείου Ἠπείρου.
Ἀκόμα καὶ ἡ ἀναφορὰ στὸν Κωνσταντῖνο Θεοτόκη λειτουργεῖ ὡς ἀδιάψευστο πειστήριο αὐτῆς τῆς διαστρέβλωσης. Ὁ συγγραφέας, γνωρίζοντας σὲ βάθος την ἀνθρωπογεωγραφία τῆς ἐποχῆς του, περιγράφει τὴν ἡρωίδα ὡς Χριστιανὴ Ἀρβανίτισσα, μιὰ ταυτότητα ποὺ τὴν καθιστᾶ ὀργανικὸ καὶ ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ μετατροπή της σὲ «ἀλβανόφωνη μουσουλμάνα» ἀπὸ τοὺς σεναριογράφους τῆς σειρᾶς, ὄχι μόνο ἀκυρώνει τὸ κοινωνικὸ πλαίσιο τοῦ πρωτότυπου ἔργου, ἀλλὰ ἔρχεται νὰ δικαιώσει σύγχρονα, ἀνιστόρητα ἀφηγήματα ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ ἀποκόψουν τὴ Χιμάρα ἀπὸ τὶς ἑλληνικές της ρίζες.
Τὸ πρόβλημα παίρνει διαστάσεις καθὼς ἡ τηλεοπτικὴ μυθοπλασία ἔχει τὴ δύναμη νὰ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἱστορικὴ γνώση στὴ συλλογικὴ μνήμη. Ὅταν μιὰ παραγωγὴ μεγάλης ἐμβέλειας προβάλλει μιὰ παραχαραγμένη ἐκδοχὴ τοῦ παρελθόντος, ὁ μέσος θεατὴς κινδυνεύει νὰ ἀποδεχθεῖ παθητικὰ μιὰ εἰκόνα ποὺ προσβάλλει τὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴ γλῶσσα καὶ τὴν πίστη τους. Ἡ καλλιτεχνικὴ ἐλευθερία δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ ὡς «πλυντήριο» ἱστορικῶν ἀλλοιώσεων. Ἡ Χιμάρα δὲν εἶναι ἕνα τυχαῖο, οὐδέτερο σκηνικό, ἀλλὰ ἕνας τόπος μὲ βαριὰ ἱστορικὴ κληρονομιὰ ποὺ δὲν ἐπιδέχεται «διορθώσεις» πρὸς χάριν τῆς τηλεθέασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου