19 Φεβ 2026

Νύχτα Ἀποκριῶν ....! Μιὰ διδακτικὴ ἱστορία...

«Μὴ παροργίζουμε τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ»

Πὼς ἀγριεύουν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι; Πὼς μεμις ἀφήνονται ἕρμαια στὶς ροπὲς καὶ στὶς τάσεις τῆς φθαρτῆς ἀνθρώπινής τους φύσης; Πὼς κατάντησε ἀπόψε αὐτὴ ἡ ἥσυχη ἐπαρχιακὴ πόλη; Θαρρεῖς καὶ δὲν τὴν κατοικοῦν ἄνθρωποι ἀλλὰ ἀνθρωπόμορφα τέρατα ποὺ ἄλλος μὲ κεφάλι γαιδάρου, ἄλλος λιονταριοῦ, ἄλλος πιθήκου τρέχουν νὰ προλάβουν νὰ γλεντήσουν, νὰ μεθύσουν, νὰ ἁμαρτήσουν ὅσο γίνεται περισσότερο. Γιατί ἀπόψε εἶναι πόκριες καὶ γέμισε ἡ πόλη μασκαρᾶδες. Ἀπόψε κάθε λογικὸς ἄνθρωπος δὲν ξεμυτίζει ἀπὸ τὸ σπίτι του». Αυτά σκεφτότανε ὁ παπα-Θανάσης, καθὼς ἔμπαινε ἀτὸ σπίτι του γυρνῶντας ἀπὸ τὸ ναό.
’Ἄ, παπαδιά μου, τὸ κακὸ παράγινε! Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρέσει, εἶπε στὴ γυναῖκα του, μόλις μπῆκε μέσα. Ἐκείνη τὸν κοίταξε μὲ κατανόηση. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φυλάει, εἶπε καὶ ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζει τὸ βραδινὸ φαγητό.
Στὸ σπίτι τοῦ παπα-Θανάση, περασμένα πιὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐπικρατεῖ ἡσυχία. Τὰ παιδιὰ καὶ ἡ παπαδιὰ εἶχαν ἤδη κοιμηθεῖ κι ὁ παπα-Θανάσης ἑτοιμαζότανε καὶ 'κεῖνος νὰ πάει γιὰ ὕπνο, ὅταν ἀκούστηκε τὸ κουδούνι τῆς πόρτας. Τινάχτηκε μέσα στὸν ὕπνο της ἡ παπαδιὰ καὶ βρέθηκε δίπλα στὸν παπα-Θανάση.
Μὴν ἀνοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τὸν παρακάλεσε φοβισμένη.
Γιατί φοβᾶσαι; τὴν καθησύχασε ἐκεῖνος. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μᾶς κτυπον τέτοια ὥρα τὴν πόρτα; Ἀφοῦ τὸ ξέρεις τὸ σπίτι τοῦ Ἱερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.
Ναί, μὰ ἀπόψε...
Τῆς χαμογέλασε ὁ παπα-Θανάσης καὶ ἄνοιξε τὴν πόρτα.
Πάτερ μου, μὲ συγχωρεῖτε ποὺ ἦρθα τέτοια ὥρα, ὅμως ἡ μάνα μου πεθαίνει... καὶ ζητᾶ νὰ ξομολογηθεῖ καὶ νὰ κοινωνήσει.
‘Ὁ ἄνθρωπος ποὺ στεκόταν μπροστά του, παρ' ὅλο ποὺ ἦταν ἄντρας, ἔτρεμε ὁλόκληρος κι ἄφηνε τὰ δάκρυά του δίχως ντροπὴ νὰ τρέχουν.
Πήγαινε ἐσὺ κοντά της, παιδί μου, καὶ 'γὼ πάω ὡς τὴν ἐκκλησία νὰ πάρω τὴ Θεία Κοινωνία καὶ ἔρχομαι ἀμέσως.
’Ἔφυγε ὁ ἄντρας ἀφήνοντας στὸν παπα-Θανάση τὴ διεύθυνσή του.
Ποὺ θὰ πᾶς, πάτερ μου, μόνος σου τέτοια ὥρα, μιὰ τέτοια νύχτα; Δὲ φοβᾶσαι; Γιατὶ δὲν τὸν κρατοῦσες νὰ πᾶτε συντροφιά;»
Ἡ παπαδιὰ μιλοῦσε καὶ κεῖνος τὴν κοίταζε αὐστηρά.
Μόνος εἶπες, παπαδιά, μόνος; Κι ὁ Κύριος ποὺ θὰ κουβαλάω στὰ χέρια μου; Α, παπαδιά μου, κάτι σ’ ἔχει πιάσει ἀπόψε καὶ δὲ μιλᾶς γνωστικά.
Ντύθηκε ὁ παπα-Θανάσης καὶ βγῆκε στὸ δρόμο. Ξέχασε πὼς ἦταν νύχτα Τσικνοπέμπτης. Δὲν τὸν πασχολούσαν καθόλου οἱ μασκαρᾶδες ποὺ ἔβλεπε γύρω του. Ένα μόνο τὸν ἀπασχολοῦσε, νὰ προλάβει νὰ δώσει τὸ «φάρμακο τῆς ἀθανασίας» στὴν ἑτοιμοθάνατη.
Πῆρε μὲ δέος στὰ χέρια του τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ξαναβγῆκε στὸ δρόμο. Δὲν κοιτοῦσε οὔτε δεξιὰ οὔτε ἀριστερά. Μόνο ἔτρεχε νὰ προλάβει. Σέ μιὰ στροφὴ τοῦ δρόμου ἄκουσε γέλια καὶ φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά: «Τὴν εὐχή σου Δέσποτα!», μὰ δὲν γύρισε νὰ κοιτάξει. Καὶ τότε, δὲν κατάλαβε πώς, βρέθηκε κυκλωμένος ἀπὸ μιὰ παρέα μασκαράδων, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν σταματήσουν.
Συνάδελφε, ποὺ πᾶμε;
Ἕνας νεαρὸς μασκαρεμένος σὲ παπᾶ, μὲ χνῶτο ποὺ μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατῶντας στὸ χέρι ἕνα σταυρό. Τὰ ’χασε ὁ παπα-Θανάσης καὶ πρὶν προλάβει νὰ πεῖ τίποτα, δέχτηκε τὴν ἐπίθεση ὅλου τοῦ τσούρμου. Ἄλλος τὸν τραβοῦσε ἄπό τα ράσα κι ἄλλος τοῦ ἔβγαζε τὸ καλυμμαύχι.  
Ὁ πάπα-Θανάσης ἔσφιξε στὸ στῆθος του τ’ ἄχραντα Μυστήρια καὶ προσπάθησε νὰ τοὺς μιλήσει, μὰ κανένας δὲν ἄκουγε. Κάποιος τότε τοῦ τράβηξε τὴ γενειάδα καί -σὰν νὰ τὸν κτύπησε ἠλεκτρικὸ ρεμα- ἄρχισε νὰ φωνάζει;
Εἶναι ἀληθινός, ρέ, εἶναι ἀληθινός!
Ἡ παρέα κοκκάλωσε στὴ θέση της κι ὁ παπα-Θανάσης, μὲ τὸ πρόσωπο μουσκεμένο ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τῆς ἀγωνίας καὶ τὰ δάκρυά του, τοὺς κοίταξε χωρὶς νὰ μιλᾶ.
Συγγνώμη, πάτερ! εἶπε ἐκεῖνος ποὺ τοῦ τράβηξε τὴ γενειάδα. Νομίζαμε πὼς ἤσασταν ψεύτικος σὰν κι αὖτον καί...
Σᾶς εἴδαμε καὶ τέτοια ὥρα ἔξω καὶ ἤμασταν σίγουροι πὼς ἤσασταν μασκαρεμένος. Συγχωρέστε μας! εἶπε ἕνας ἄλλος.
Πάω νὰ κοινωνήσω μιὰ ἑτοιμοθάνατη, παιδιά μου. Ὁ θάνατος δὲν ἔχει ὧρες κατάλληλες καὶ ἀκατάλληλες κι ἐγὼ τρέχω νὰ τὸν προλάβω. Καὶ σύ, παιδί μου, βγάλε τὰ ράσα τά τιμημένα. Μὴν ἁμαρτάνεις ἄλλο ρεζιλεύοντάς τα. Εἶναι πολὺ ἱερὸ τὸ ράσο, γιὰ νὰ μασκαρεύεσαι μ’ αὐτό. Τραβᾶτε στὰ σπίτια σας, παιδιά μου, κι ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρέσει.
Ἄνοιξε τὸ βῆμα του ὁ πάπα-Θανάσης, γιὰ νὰ κερδίσει τὸ χαμένο χρόνο. Ἦταν πικραμένος ὡς τὰ κατάβαθά του. Τόσο πολύ, λοιπόν, χάλασαν σὶ ἄνθρωποι, ὥστε μασκαρεύονται καὶ Ἱερεῖς;
Πάτερ, Πάτερ! Ἡ φωνὴ ποὺ ἔφτασε στὰ αὐτιά του ἦταν γεμάτη ἀγωνία. Σταμάτησε καὶ περίμενε. Ἕνας νεαρὸς κατακόκκινος ἀπὸ τὴν τρεχάλα καὶ τὴν ντροπὴ ἔφτασε κοντά του λαχανιασμένος.
Πάτερ! Εἶμαι κεῖνος ποὺ ντύθηκε παπᾶς. Τὸ ἔκανα ἐντελῶς ἀπερίσκεπτα, πάτερ καί... καὶ θέλω νά ’ρθῶ μαζί σας στὸ σπίτι της ἔτοιμοθανατης. Δέν... δὲν θέλω νὰ σᾶς πάρουν κι ἄλλοι γιὰ ψεύτικο...
Ὁ παπα-Θανάσης το ἔκανε νόημα νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Στὰ χέρια του ὁ νεαρὸς κρατοῦσε τὸ σταυρὸ ποὺ εἶχε μαζί του. Μπῆκαν στὸ σπίτι τῆς ἑτοιμοθάνατης σιωπηλοί.
Χαίρομαι, πάτερ, ποὺ βρήκατε καὶ παπαδάκι καὶ δὲν ἤρθατε μόνος, εἶπε ὁ ἄντρας ποὺ τὸν εἶχε καλέσει.
Ὁ νεαρὸς ξανακοκκίνησε καὶ κοίταξε μὲ ἀγωνία τὸν παπα-Θανάση.
Ναί, ὁ Θεός μο τὸν ἔστειλε, εἶπε ἐκεῖνος καὶ τὰ λόγια του καρφώθηκαν στὴν καρδιὰ τοῦ νεαροῦ.
Πάτερ, δὲν θὰ σᾶς ἐγκαταλείψω ποτέ, ἔλεγε ὁ νεαρὸς λίγη ὥρα ἀργότερα, ὅταν ὁ παπα-Θανάσης κλείδωνε τὸ ναό, ἀφήνοντας ξανὰ μέσα τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, θὰ γίνω ὁ βοηθός σας, τὸ παπαδάκι σας. Ἴσως ἔτσι μὲ συγχωρήσει ὁ θεὸς γιὰ τὴν ἱεροσυλία ποὺ ἔκανα.
-Ἄμποτε, παιδί μου, νὰ τὸ φορέσεις τὸ ράσο κι ἀληθινά, εἶπε ὁ παπα-Θανάσης καὶ τὸν εὐλόγησε μὲ τὰ δυό του χέρια, ἐκεῖνα ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο κρατοῦσαν τὸν Ἴδιο τὸν Κύριο. Καὶ παράξενο ὁ παπα-Θανάσης εἶχε τὴ σιγουριὰ πὼς αὖτο θὰ γινόταν κάποια μέρα! Καὶ ἀκόμα πιὸ παράξενο τὴν ἴδια σιγουριὰ ἔνιωθε μέσα του κι ὁ νεαρός...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.