11 Μαρ 2020

Τυποποιημένη ζωή

 
Φώτης Κόντογλου
Αὐτὰ τὰ γράφει ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ δὲν μπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ γίνει τυποποιημένος, δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος ξένος μὲ τὴ σημερινὴ ζωὴ καὶ τοὺς πόθους της. Γιατί ἡ τυποποίηση εἶναι τὸ «νέον ἰδεῶδες» της ἐποχῆς μας. Καὶ εἶναι πολὺ παράξενο, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι κανένας βρουκόλακας, ποὺ περπατᾶ μοναχός του μακριὰ ἀπὸ ὅ,τι παραδέχουνται ὅλοι γιὰ ζωντανό, ἀλλὰ πολὺ ζωντανός, ὅπως λένε μάλιστα οἱ ἴδιοι ποὺ πιστεύουνε, πὼς ὅποιος δὲν εἶναι συγχρονισμένος εἶναι σίγουρα πεθαμένος.
Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ λεγόμενοι ζωντανοί, ἔχουνε γιὰ ἰδεῶδες τὴν τυποποίηση ποὺ εἴπαμε. Ποῦ γιὰ μένα αὐτὴ ἡ τυποποίηση ποὺ «προάγει καὶ ἐξελίσσει» τὴ ζωὴ εἶναι ἴσα ἴσα ἡ νέκρωση κάθε παλμοῦ ποὺ ἔχει ἡ ζωή. Ὅλα πιὰ πρέπει νὰ μπαίνουνε σὲ
ρετσέτες, σὲ κουτιά. Τί μεγαλειώδης λεωφόρος ποὺ ἀνοίγεται στὴν ἀνθρωπότητα. Χαῖρε ἄνθρωπε, χαῖρε κι ἐσὺ Ἕλληνα τυποκήρυκα καὶ τυποποιημένε! Τὰ ὄνειρά σου δὲ χωρᾶνε πιὰ στὸ σύμπαν, ὅπως δὲ χωροῦσε ὁ Μεγ’ Ἀλέξαντρος στὴ Μακεδονία. Ἐμεῖς οἱ λιγοστοὶ ποὺ δὲν ἔχουνε τὴ δική σου δύναμη, γιὰ νὰ πιστέψουμε στὶς φοβερὲς παγκοσμιότητες ποὺ κηρύττεις, καθόμαστε ζαρωμένοι, ζαλισμένοι, ἀπὸ τὸν ἴλιγγο τῆς προόδου σου. Κοντεύεις νὰ ξεπεράσεις τὸν....

Ὑπεράνθρωπο, ἐκείνη τὴν μεγαλοπρεπέστατη ἀρλουμπολογία τοῦ μεγαλοφυοῦς καθηγητῆ, ποὺ φοβότανε μὴ δὲ φορᾶ καλὰ τὸ κολάρο του καὶ τὴ ρεντιγκότα του, μὰ ποὺ ἔκανε τὸν λέοντα μέσα ἀπὸ τὰ βιβλία του καὶ φώναζε «Γίνετε σκληροί».

Ὁ Ὑπεράνθρωπος βγῆκε ἀπὸ ἕνα τρελὸ κεφάλι, ἡ τυποποίηση βγῆκε ἀπὸ τὰ τρελὰ κεφάλια καὶ ἀπὸ τὴ αἰσθηματολογία ποὺ ὑπάρχει μπόλικη πάντα μέσα στὴ βλακεία. Ὅλη ἡ ζωὴ νὰ βρίσκεται κλεισμένη μέσα σὲ ἕνα κουτί. Σ΄ ἕνα κουτὶ μέσα βρίσκεται ἡ ὁμιλία, ἡ λογοτεχνία, ἡ ρητορική, τὰ ἀστεία (παγόβουνα), οἱ ξένες γλῶσσες κλπ. Σ’ ἕνα ἄλλο κουτὶ βρίσκεται ἡ μουσική. Σ΄ ἕνα ἄλλο ἡ ζωγραφική. Ὁ κάθε ζωγράφος ἀγοράζει μουσαμὰ ἕτοιμον, εὐρωπαϊκόν, χρώματα ἕτοιμα μέσα σὲ σωλῆνες, σὰ μουστάρδες. Παίρνει καὶ τὸ θέμα τῆς ζωγραφιᾶς ἀπὸ κάποιο περιοδικὸ εὐρωπαϊκὸ κι ἔτσι ὅλα τὰ παίρνει ἕτοιμα. Τώρα χρειάζεται μοναχά, γιὰ νὰ τυποποιηθεῖ ὅλως διόλου ἡ τέχνη, νὰ βρεθεῖ κι ἕνα μηχάνημα νὰ κάνει τὴ ζωγραφικὴ κι ὁ ζωγράφος νὰ βάζει μόνο τὴν ὑπογραφή του. Ὅ,τι κατέβει στὸ κεφάλι σου κᾶνε τὸ γιατί ὅλα τὰ μυαλὰ δουλεύουνε μὲ τὸν ἴδιο μηχανικὸ ρυθμό.

Η λογοτεχνία το ίδιο. Σ΄ όλον τον κόσμο γράφουνε κάποια πράγματα που μοιάζουνε μεταξύ τους, όλα πάνω στον ίδιο καμβά. «Κάτω τα σύνορα των φυλών» μου έλεγε ένας μεγαλοφάνταστος τυποκήρυκας. Ένας άλλος κουτομόγιας μου ‘λεγε μια μέρα πως πρέπει να γίνει μια γλώσσα για όλον τον κόσμο, ένα Εσπεράντο. Να συμφωνήσουνε όλοι οι άνθρωποι να λένε π.χ. «Μπου θα πει ουρανός, Κα θα πει βουνό» και ούτω καθεξής. Πόσο εύκολα είναι όλα για έναν άνθρωπο που δεν έχει μέσα του τίποτα άλλο παρά αυθαιρεσία και ανοησία!

Με το δρόμο που πήραμε θα λείψει από τη Ελλάδα κάθε αληθινός παλμός της ζωής.

Το θέατρο κι η σκηνοθεσία γινήκανε μοντέλο για τη ζωή, δηλαδή η ζωή θέλει να μοιάσει με τη ψεύτικη παράσταση της ζωής. Γι αυτό όλα μας σιγά σιγά γίνουνται τυποποιημένα, κουρντισμένα, το περπάτημά μας, η κουβέντα μας, οι ιδέες μας, οι συναναστροφές μας , η χαρά μας, η λύπη μας. Χάνεται πια κάθε πρωτοτυπία, που έχει ο δροσερός και απροσπάθητος ρυθμός της ζωής. Όλα είναι ορισμένα από πριν. Από πριν ξέρεις τι θα ακούσεις από κάθε στόμα, τι θα δεις στα μάτια του κάθε ανθρώπου και στα κινήματά του. Φαντάσου το παιδί, που ακούει στη πλατεία του χωριού του τα τυποποιημένα αυτά και ανούσια τραγούδια τι ανακάτωμα θα έχει μέσα στη ψυχή του, μεθαύριο σα μεγαλώσει. Ακούει κάποια τραγούδια με ξενική μουσική κι ακατανόητα λόγια και κοιτάζει το γέρο πλάτανο κι αγναντεύει τα βουνά, που θαρρείς πως περπατά ακόμη απάνω τους ο Κατσαντώνης κι ο Ανδρούτσος. Ποιος να πάρει το θάρρος να πει, πως αυτές οι φωνές που βγάζει εκείνη η τυποποιημένη μηχανή είναι ψευτιά, όπως θα ‘τανε «Του Κίτσου η μάνα» τραγουδισμένη στα δάση του Καναδά;
Απάνω στη δροσερή πρασινάδα της αγνής ελληνικής ζωής αρχίζει να απλώνεται σιγά σιγά η μονότονη έρημος της Ομοιομορφίας. Δε φτιάνουνε πια τραγούδια λογής λογής όσοι ζούνε στα βουνά, στους κάμπους, στα νησιά, κατά το μέρος που κατοικούνε. Τραγούδια που σε κάνουνε να νιώθεις τον αγέρα που φυσά, το πέλαγο που μυρίζει αρμύρα, τα πουλιά που πετάνε, τις μπρατσέρες που αρμενίζουνε ανάμεσα στα ήμερα νησιά μας. Η «Παγά η λαλέουσα» στερεύει, το «λάλον ύδωρ» σβήνει σιγά σιγά. Το ίδιο γίνεται με όλα, με τα φερσίματα, με τα λόγια, με τις ιστορίες που θρέφεται ο λαός. Τα παιδιά και τις μανάδες τις «διδάσκει» μια γκουβερνάντα. Όλα τα Ελληνόπουλα θα γίνουν φωνόγραφα, κουρντισμένα με κάποιο ελατήριο που έρχεται από το εξωτερικό «Τα-τα-τα, τα-τα-τα».

Το τι θ’ ακούσω γι αυτά που γράφω από ένα σωρό υμνητάς της τυποποιημένης ελληνικής ζωής το ξέρω. Θα με πούνε σκουριασμένη άγκουρα, φουνταρισμένη και γαντζωμένη απάνου στη ξέρα της παράδοσης και ποιος ξέρει και τι άλλο.

Μ’ όλα που είπα, η τυποποίηση στην Ελλάδα είναι ακόμα στη αρχή. Υπάρχει κάμποση ατυποποίητη ζωή και μ’ αυτή παρηγοριόμαστε λίγο εμείς οι «καθυστερημένοι» και οι «ασυγχρόνιστοι». Μα σαν συλλογισθώ τι θα γίνει ύστερα από τριάντα, σαράντα χρόνια λέγω : «Πάλι καλά μπροστά σε άλλες χώρες. Βαστά ακόμα η ευλογημένη φύτρα». Θυμάμαι τούτη την Ανατολίτικη ιστορία. :

Μα φορά ήτανε ένας σουλτάνος αιμοβόρος και τον καταριότανε όλος ο κόσμος. Τη νύχτα γινότανε «τεπτίλι», δηλ. έβαζε ξένα ρούχα και γύριζε μέσα στα σοκάκια και στα μαγαζιά για να δει τι έλεγε ο κόσμος γι αυτόν. Από παντού άκουγε κατάρες και βλαστήμιες. Μα δεν απελπιζότανε. Δυο τρία χρόνια έβγαινε στη βόλτα, μα δεν άκουσε μηδέ έναν άνθρωπο να πει καλόν λόγο για το σουλτάνο. Απάνω στα τρία χρόνια εκεί που περπατούσε ένα βράδυ σ’ έναν δρόμο μια γριά, πολύ γριά, τον γνώρισε κι είπε : «Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε μέρες να κόβει ο Αλλάχ από εμένα, χρόνια να σου τις δίνει».

Ο σουλτάνος παραξενεύτηκε που βρέθηκε άνθρωπος να τον ευχηθεί και ρώτησε τη γριά τι καλό είχε δει απ’ αυτόν και τον ευχιότανε. Κι η γριά του είπε : «Εγώ θα σου πω την αλήθεια και δε με μέλλει αν με σκοτώσεις γιατί είμαι γριά. Εγώ έφταξα τρεις σουλτάνους, τον παππού σου, τον πατέρα σου κι εσένα». «Λοιπόν» της λέγει ο σουλτάνος «τι άνθρωπος ήτανε ο παππούς μου»; «Ο παππούς σου» λέγει η γριά «ήτανε κακός άνθρωπος, παλούκωνε, έσφαζε». «Κι ο πατέρας μου»; «Ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου» λέγει η γριά. «Κι εγώ»; τη ρωτά ο σουλτάνος.


«Εσύ είσαι πιο παλιάνθρωπος από τον πατέρα σου». «Και τότε γιατί με πολυχρονίζεις»; τη ρωτά πάλι ο σουλτάνος. «Σε πολυχρονίζω επειδή ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου κι εσύ χειρότερος από τον πατέρα σου. Γι αυτό παρακαλώ το Θεό να σε πολυχρονίζει, γιατί αυτός που θα ’ρθει ύστερα από σένα θα είναι ακόμη χειρότερος».

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 3 Φεβρουαρίου 1952

1 σχόλιο:

  1. Παναγία Μαρμαρά11 Μαρτίου 2020 - 11:46 π.μ.

    Απολαυστικός, και διορατικός, όπως πάντα. Μιλάει στην ψυχή μας, που πνίγεται από την φρικτή τυποποίηση, χωρίς την οποία κάθε επιβολή εξουσίας και ισοπέδωσης θα ήταν αδύνατη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.