ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

16 Μαρ 2017

Τὸ ἀνακοινωθὲν «Πρὸς τὸ Λαὸ» τῆς Δ.Ι.Σ. καὶ ὁ σχολιασμός του ἀπὸ τὸν καθηγητὴ κ. Γ. Λαρεντζάκη

Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Πρ. Ἱεροῦ Ναοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρό, (17.1.2017), ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐξέδωσε Ἀνακοινωθὲν μὲ τίτλο: «Πρὸς τὸν Λαὸ γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης». Σύμφωνα μὲ τὸ Ἀνακοινωθέν: «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τούς πιστοὺς προκειμένου νὰ τοὺς ἐνημερώσει γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016 στὴν Κρήτη». Ἡ ἐνημέρωση αὐτὴ γίνεται, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ συντάκτης, «μὲ βάση τὰ συμπεράσματα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» σὲ δέκα παραγράφους, κατακλείεται δὲ μὲ ἕναν ἐπίλογο, στὸν ὁποῖο διακηρύσσεται ἡ προσήλωση...
τῶν ἐπισκόπων τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στὴν ὀρθόδοξη πίστη.

Ὡστόσο τὸ Ἀνακοινωθὲν ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς δημοσιεύσεώς του κατέστη «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἔγινε ἀντικείμενο σφοδρῆς κριτικῆς ὄχι μόνον ἀπὸ καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν, ἀπὸ πολλοὺς παραδοσιακοὺς θεολόγους καὶ ἀπὸ μέλη τῆς Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ θεολόγους ποὺ ἀνήκουν στὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπὸ ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ θεωροῦν τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης ὡς ἀληθινὴ καὶ γνήσια Ὀρθόδοξη Σύνοδο. 

Ἕνας ἐξ’ αὐτῶν ὁ Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο: «ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ ΜΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ Ι. ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;» ἀσκεῖ σκληρὴ κριτικὴ στὸ παρὰ πάνω Ἀνακοινωθέν. Τὸ Γραφεῖο Αἱρέσεων τῆς Ἱ. Μητροπόλεώς μας εἶχε ἀσχοληθεῖ καὶ παλαιότερα μὲ τὸν καθηγητὴ κ. Γ. Λαρεντζάκη, ἀπαντώντας μὲ ἐκτενῆ μελέτη μας σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Τὸ παπικὸ πρωτεῖο καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας», (Νοέμβριος 2012), στὴν ὁποία ἀνατρέψαμε πολλὲς ἀντορθόδοξες θέσεις καὶ ἀπόψεις του. Ὡστόσο στὴν προκειμένη περίπτωση, πιστεύουμε ὅτι μέχρις ἑνὸς σημείου δὲν ἔχει ἄδικο στὴν κριτικὴ τὴν ὁποία ἀσκεῖ στὸ Ἀνακοινωθέν.

Ὁ καθηγητὴς ἐκφράζει τὴν πικρία καὶ τὴν λύπη του, ἀλλὰ καὶ τὴν μεγάλη ἀπογοήτευσή του, διότι τὸ Ἀνακοινωθὲν «δὲν ἀναφέρει πλήρως» τὶς κατὰ τὴν ἄποψή του «πολὺ σημαντικὲς ἀποφάσεις» τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Ἐπὶ πλέον  «κάνει μὴ ἀκριβῆ ἀπόδοση τοῦ Μηνύματος τῆς Συνόδου. Σχολιάζει καὶ παραποιεῖ… μᾶλλον διαστρεβλώνει, ἀποφάσεις καὶ συμπεράσματα τῆς Συνόδου, ἢ ἀναφέρει μόνο ἐπιλεκτικὰ καὶ ἀποσπασματικὰ τμήματα μόνο τῶν συμπερασμάτων τοῦ Μηνύματος, χωρὶς νὰ λαμβάνει ὅλα τὰ συγκεκριμένα Κείμενα ὑπ’ ὄψη του. 

Τὸ Ἀνακοινωθὲν ἀναφέρει ἀπόψεις τῶν Ἀρνητῶν τῆς Συνόδου καὶ τὶς ἐμφανίζει ὡς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης, ἐνῶ ἐκείνη δὲν τὶς ἔκανε ἀποδεκτές», διαψεύδοντας ἔτσι τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι εἶναι «νὰ πληροφορήσει τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀκριβῶς γιὰ τὶς ἀποφάσεις καὶ τὰ συμπεράσματα τῆς Συνόδου ἐκείνης». Κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη ὄντως τὸ συνοδικὸ Ἀνακοινωθὲν δὲν ἀποδίδει μὲ πιστότητα καὶ ἀκρίβεια τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἐπὶ πλέον παρουσιάζει δογματικὰ λάθη καὶ ἐμφανίζει πολλὰ κενὰ καὶ ἀντιφάσεις. 

Ἂς τὰ πάρουμε ὅμως τὰ πράγματα μὲ τὴν σειρά:
Κατ’ ἀρχὴν ἡ πρώτη φράση τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ Ἀνακοινωθέντος πάσχει σοβαρὰ ἀπὸ δογματικῆς ἀπόψεως. Γράφει: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν ἑνότητα καὶ τὴν καθολικότητά Της διὰ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων». Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν ἑνότητα καὶ τὴν καθολικότητά Της πρωτίστως καὶ κυρίως διὰ τῆς κοινῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ στὴ συνέχεια, καὶ σὰν συνέπεια αὐτῆς, διὰ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων. Προηγεῖται ἡ πίστις καὶ ἕπονται τὰ μυστήρια. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει: «Ὅταν δὲ πάντες ὁμοίως πιστεύομεν, τότε ἑνότης ἐστίν», (Ἑρμηνεία στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολήν, PG 62,83). 

Ἐπίσης στὴ Θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ὁ ἱερεὺς σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ αἰτήματα ζητάει ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως: «Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πάσαν τὴν ζωὴν ἠμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτὸ ποὺ ζητάει ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τὸν Κύριο δὲν εἶναι ἡ ἑνότης τῶν μυστηρίων, ἀλλὰ ἡ ἑνότης τῆς πίστεως, διότι αὐτὴ ἡ ἑνότης  εἶναι ἡ ἀναγκαιότερη καὶ βασικότερη, ἡ ὁποία, ὅταν ὑπάρχει, τότε ὁπωσδήποτε ὑπάρχει καὶ ἡ ἑνότης στὰ μυστήρια. Βέβαια ἡ Ἐκκλησία ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις», θεμελιώνεται ὅμως διὰ τῆς κοινῆς ὀρθῆς πίστεως. Ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἑνότης στὴν πίστη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἑνότης στὰ μυστήρια. Ἔπρεπε λοιπὸν τὸ Ἀνακοινωθὲν νὰ κάνει ὁπωσδήποτε λόγο γιὰ τὴν ἑνότητα πάνω στὴ βάση τῆς κοινῆς ὀρθῆς πίστεως, διότι ἐπὶ τὴ βάσει αὐτῆς ἐπιδιώκεται ἡ ἐπανένταξις τῶν ἑτεροδόξων στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μέσω τῶν διεξαγομένων Διαχριστιανικῶν Διαλόγων καὶ ὄχι ἐπὶ τὴ βάσει τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων.

Παρὰ κάτω τὸ Ἀνακοινωθὲν ἀναφέρει: «Ἡ Συνοδικότητα ὑπηρετεῖ τὴν ἑνότητα καὶ διαπνέει τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας, τὸν τρόπο ποὺ λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις Της καὶ καθορίζει τὴν πορεία Της». Ἡ παρὰ πάνω φράση εἶναι μὲν ὀρθή, ἀλλὰ ἀπὸ μόνη της δὲν λέει τίποτε. Διότι ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως θέλει νὰ μάθει ὁ λαὸς δὲν εἶναι τὸ νὰ πληροφορηθεῖ, τί εἶναι Συνοδικότης καὶ πῶς αὐτὴ ὑπηρετεῖ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ μάθει, ἂν αὐτὴ ἡ Συνοδικότης ἐκφράσθηκε στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης σύμφωνα μὲ τὴν Συνοδικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔχουμε ἤδη ἀναφερθεῖ σὲ παλαιότερα ἐκτενῆ ἄρθρα μας στὸν τρόπο ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῆς ἐν λόγω Συνόδου καὶ καταδείξαμε σ’ αὐτά, ὅτι αὐτὴ σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν ἀκολουθεῖ τὴν Συνοδικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση.

Ὅπως ὀρθότατα διεπίστωσε ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεος: «Ἡ ‘Σύνοδος’ τῆς Κρήτης ἦταν μία Σύνοδος προκαθημένων  μὲ τὶς Συνοδεῖες τους», τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι ἡ «Σύνοδος» αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν ὑπηρέτησε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀντίθετα τὴν τορπίλισε. Δημιούργησε σχίσματα καὶ ἀποτειχίσεις, ποὺ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὅλο καὶ περισσότερο αὐξάνουν. Τὸ Ἀνακοινωθὲν δυστυχῶς τηρεῖ σιγὴν ἰχθύος, πάνω σ’ αὐτὸ τὸ σοβαρότατο ἔλλειμμα συνοδικότητος καὶ ἔτσι δίδει τὴν ψευδῆ ἐντύπωση στὸν λαὸ ὅτι ὅλη ἡ διαδικασία συγκροτήσεως καὶ ὁ τρόπος λήψεως τῶν ἀποφάσεων ἦταν σύμφωνες μὲ τὴν Συνοδικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.   

Παρὰ κάτω ὁ κ. καθηγητὴς γράφει: «Ἐπίσης δὲν θὰ παρασιωποῦσε τὸ Ἀνακοινωθὲν αὐτό, μὲ ἀπαράδεκτο τρόπο, ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος χρησιμοποιεῖ καὶ ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴ ὀνομασία Ἐκκλησία καὶ γιὰ τὶς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες…. Ὅλα τὰ ἐπίσημα σχετικὰ Κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅλων τῶν τελευταίων δεκαετιῶν καὶ οἱ σοβαροὶ ἐπιστήμονες Θεολόγοι καὶ Καθηγητὲς Πανεπιστημίων, οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὰ θέματα αὐτά, ἀναφέρουν τὶς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες, Ἐκκλησίες». 

Ἐδῶ ἀναφέρεται στὸ νέο κακόδοξο ἐκκλησιολογικὸ δόγμα ποὺ υἱοθέτησε καὶ συνοδικῶς ἐπεκύρωσε ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, δηλαδὴ στὴν ἀναγνώριση τῶν ἑτεροδόξων ὡς Ἐκκλησιῶν. Πράγματι, εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ Ἀνακοινωθὲν παρασιωπᾶ μὲ ἀπαράδεκτο τρόπο, ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴ ὀνομασία «Ἐκκλησία» γιὰ τὶς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες. Καὶ ὄχι μόνον παρασιωπᾶ, ἀλλὰ παρουσιάζει ψευδῶς τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης νὰ ἔχει πάρει ὀρθόδοξες ἀποφάσεις σχετικὰ μὲ τὸ ἐκκλησιολογικὸ αὐτὸ ζήτημα, ὀνομάζοντας τοὺς ἑτεροδόξους «ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες – αἱρέσεις».

Ὡστόσο πουθενὰ στὰ συνοδικὰ κείμενα δὲν ὀνομάζονται οἱ ἑτερόδοξοι «ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες – αἱρέσεις», ἀλλὰ Ἐκκλησίες. Κατ’ ἀκρίβεια ἡ λέξη αἵρεση εἶναι ἄγνωστη στὰ κείμενά της. Στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸ Ἀνακοινωθὲν παραπλανᾶ τὸν λαὸ καὶ σὲ τελικὴ ἀνάλυση παρουσιάζει τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης ὡς γνήσια Ὀρθόδοξη Σύνοδο. Καὶ φυσικὰ αὐτὴ ἡ διαστρέβλωση ἐξοργίζει ὄχι μόνον τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνέχεται νὰ παραποιοῦνται οἱ κακόδοξες ἀποφάσεις τῆς Κρήτης καὶ νὰ παρουσιάζονται ὡς Ὀρθόδοξες, ἀλλὰ καὶ τοὺς οἰκουμενιστὲς οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνέχονται νὰ παραποιοῦνται οἱ κατ’ αὐτοὺς «Ὀρθόδοξες» ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ νὰ παρουσιάζονται ἀλλοιωμένες.

Παρὰ κάτω γράφει: «Οὔτε θὰ διαστρέβλωνε τὸ Κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἀναφέροντας  ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία κάνει «διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους χριστιανοὺς (ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες - αἱρέσεις).... Πουθενὰ τὸ Κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου δὲν ὁμιλεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία κάνει Θεολογικοὺς Διαλόγους μὲ αἱρέσεις!». Καὶ ἐδῶ ἔχει δίκαιο ὁ κ. καθηγητής, διότι ὄντως ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Καὶ ἐδῶ διαστρεβλώνεται ἡ πραγματικότητα. Ὄντως πουθενὰ στὸ 6ο Κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τοὺς Διαχριστιανικοὺς Διαλόγους, δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία κάνει Θεολογικοὺς Διαλόγους μὲ αἱρέσεις. Βέβαια στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ κ. καθηγητὴς φαίνεται νὰ ἀγνοεῖ μία μεγάλη ἀλήθεια, ποὺ δὲν δικαιολογεῖται γιὰ ἕνα καθηγητή. Ὅτι δηλαδὴ κατ’ ἀρχὴν οἱ Διάλογοι ἔγιναν καὶ συνεχίζουν νὰ γίνονται ἐπειδὴ ὑπάρχουν δογματικὲς διαφορὲς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν αὐτὲς οἱ διαφορὲς δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ γίνονται διάλογοι. Ὅπου ὅμως ὑπάρχουν δογματικὲς διαφορές, ἐκεῖ σίγουρα ὑπάρχει καὶ ἡ αἵρεση, διότι καὶ ἡ ἐλάχιστη ἀκόμη δογματικὴ παρέκκλιση ὁδηγεῖ στὴν αἵρεση. 

Ἑπομένως μία ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς τῶν διαλεγομένων, (καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση οἱ ἑτερόδοξοι),  βρίσκεται στὴν αἵρεση. Ἐφ’ ὅσον ὅμως βρίσκεται στὴν αἵρεση, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας», (Α΄ Τιμ.3,15). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς «παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνες» καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ πλανηθεῖ, ἀφοῦ Αὐτὸς εἶναι «ἡ Ἀλήθεια», κατ’ ἐπέκταση καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον νὰ πλανηθεῖ καὶ νὰ πέσει στὴν αἵρεση.

Ἐπὶ πλέον εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τοὺς Διαχριστιανικοὺς Διαλόγους, τὸ Ἀνακοινωθὲν ἀναφέρει  στὴν 2η παράγραφο τῆς τρίτης σελίδος ὅτι: «Οἱ Διάλογοι δὲν σημαίνουν οὔτε θὰ σημαίνουν ποτὲ ὁποιονδήποτε συμβιβασμὸ σὲ ζητήματα πίστεως». Ἐδῶ ὁ συντάκτης παρασιωπᾶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῶ θεωρητικὰ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης διεκήρυξε τὴν παραπάνω πρόταση, στὴν πράξη οἱ Διάλογοι ἀπέδειξαν τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο. Κατέληξαν δυστυχῶς σὲ «συμβιβασμοὺς σὲ ζητήματα πίστεως». Οἱ συμβιβασμοὶ φαίνονται ξεκάθαρα στὶς θεολογικὲς συμφωνίες ποὺ ὑπεγράφησαν ἀπὸ Ὀρθοδόξους καὶ ἑτεροδόξους στὰ κείμενα ἐπὶ τῆς Χριστολογίας τῶν Ἀντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτῶν, τοῦ Μπαλαμάντ, τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, τοῦ Πουσᾶν, κ.α.

Σχολιάζει ἐπίσης τὴ φράση: «Ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀγρυπνοῦμε καὶ παραμένουμε ἀμετακίνητοι στὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἀφοσιωμένοι στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία» καὶ ἐρωτᾶ: «Μὰ αὐτὸ δὲν εἶναι αὐτονόητο; Ἀμφιβάλλει κανείς;». Ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παραμένουν «ἀμετακίνητοι στὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἀφοσιωμένοι στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Γιὰ τὴν ἀκρίβεια σήμερα ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν ἐπισκόπων δὲν παραμένουν «ἀμετακίνητοι στὴν ὀρθόδοξη πίστη…», ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀκολουθοῦν τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία μάλιστα πανηγυρικὰ ἐπικυρώθηκε, ἀντὶ νὰ καταδικαστεῖ, στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης. 

Μία πλειάδα πατριαρχῶν, ἐπίσκοπων, κληρικῶν, μοναχῶν, καὶ καθηγητῶν, θεολόγων καὶ θεολογούντων, διδάσκουν «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία μας δὲν μπορεῖ νὰ διεκδικήσει τὴν ἀποκλειστικότητα, ὅτι δηλαδὴ μόνον Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Πρῶτος ἀπ’ ὅλους ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ τὸν αἱρετικὸ Παπισμὸ ὡς «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» καὶ τὸν αἱρεσιάρχη τοῦ Βατικανοῦ «ἐπίσκοπο τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης». Τὸ ἴδιο ἐπίσης θεωρεῖ ὡς «ἀδελφὲς Ἐκκλησίες» τοὺς Προτεστάντες καὶ τοὺς Μονοφυσίτες.

Ἰσχυρίζεται ἐπίσης ὅτι ἡ παρουσία τῶν ἑτεροδόξων ὡς παρατηρητῶν στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης εἶναι κατὰ πάντα νόμιμη καὶ ἔγκυρη, ἀφοῦ «ὑπεγράφη ἀπὸ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, κατὰ τὴν Ἱερὰ Σύναξη τῶν τὴν 27η Ἰανουαρίου 2016 στὸ Σαμπεζὺ τῆς Ἐλβετίας». Καὶ ὅτι τὸ «ἐπίσημο αὐτὸ πανορθόδοξο Κείμενο …χαρακτηρίζει τοὺς Παρατηρητὲς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ἐκπροσώπους Ἐκκλησιῶν, ἢ Οἰκουμενικῶν Ὀργανισμῶν Ἐκκλησιῶν χωρὶς κανένα περιοριστικό,ἢ ἐπιφυλακτικὸ σχόλιο». 

Στὴν προκειμένη περίπτωση, κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμη, οἱ προκαθήμενοι ἔκαναν δύο σοβαρότατα ὀλισθήματα: Ὄχι μόνον ἀγνόησαν τὸ γεγονός, ὅτι οὐδέποτε στὸ συνοδικὸ παρελθὸν τῆς Ἐκκλησίας προσκλήθηκαν αἱρετικοὶ ὡς παρατηρητὲς καὶ ὡς τιμώμενα πρόσωπα, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον χαρακτήρισαν «τοὺς Παρατηρητὲς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ἐκπροσώπους Ἐκκλησιῶν», προτοῦ ἀκόμη ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀποφανθεῖ ἐπίσημα καὶ συνοδικά, ἂν αὐτοὶ οἱ ἑτερόδοξοι παρατηρητὲς μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς «ἐκπρόσωποι Ἐκκλησιῶν», ἢ ἂν θὰ πρέπει νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς ἐκπρόσωποι χριστιανικῶν ὁμολογιῶν. Τόσο τὸ χειρότερο λοιπὸν γιὰ τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης! Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα ἀκόμη τεκμήριο, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι οὔτε Ἁγία, οὔτε Μεγάλη, ἀλλὰ ψευδοσύνοδος! Αὐτὸ βεβαίως τὸ σοβαρότατο ὀλίσθημα θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχε ἐπισημάνει τὸ Ἀνακοινωθὲν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου!

Παρὰ κάτω προσθέτει: «Μερικοὶ μάλιστα ψάχνουν νὰ βροῦν κάπου αἱρετικὲς διατυπώσεις καὶ σὲ ὀρθοδόξους Θεολόγους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, χαρακτηρίζουν μὴ ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αἱρετικὲς καὶ τοὺς Πατριάρχες των αἱρετικοὺς καὶ ἂν ἀκόμα δὲν ὑπάρχει καταδίκη ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπως κάνει μεταξὺ ἄλλων ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ γιὰ πολλοὺς καὶ τελευταία γιὰ τὸν νῦν πατριάρχη τῆς κοπτικῆς Ἐκκλησίας Θεόδωρο…». Ἐν τέλει συμπεραίνει ὅτι οἱ μονοφυσίτες δὲν εἶναι αἱρετικοὶ ἐπειδὴ ὁ Διόσκορος «δὲν πῆγε στὴ Σύνοδο ἐκείνη, ἄρα δὲν ἔχει καταδικαστεῖ ὡς αἱρετικός». 

Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ κ. Γ. Λαρεντζάκης καταλογίζει σφάλμα στὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία κακῶς ἔπραξε ποὺ τὸν καταδίκασε ἐρήμην τὸν Διόσκορο. Μόνο ἂν ἦταν παρὼν ὁ Διόσκορος στὴ Δ΄ Οἰκουμενική, θὰ ἦταν ἔγκυρη ἡ καταδίκη του. Ὡστόσο, ἂν ἔπεσαν ἔξω οἱ ἅγιοι πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς, τότε ἡ Σύνοδος αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὄντως Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μὲ κύρος θεοπνευστίας καὶ διαχρονικότητος, διότι ὅπου ὑπάρχει σφάλμα, ἐκεῖ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει θεοπνευστία. Οὔτε ἐπίσης οἱ ἑπόμενες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι θὰ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν θεόπνευστες καὶ ἀλάθητες, ἐπειδὴ κακῶς ἀνανέωσαν τὴν καταδίκη τοῦ Διοσκόρου. Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅμως, ὅτι μ’ αὐτὰ ποὺ γράφει, γκρεμίζει τὴν θεοπνευστία καὶ τὸ ἀλάθητο τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων;

Παρὰ κάτω κάνει λόγο γιὰ τὴν 8η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἄποψή του θὰ πρέπει «νὰ χαρακτηριστεῖ καὶ ὡς ἑνωτική, ὁπωσδήποτε δὲ ὄχι ὡς ‘ἀντιπαπικὴ’ ὡς ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι ὑπερθόδοξοι». Ἀλλὰ γιατί δὲν εἶναι ἀντιπαπική, ἀφοῦ στὴ Σύνοδο αὐτὴ καταδικάστηκε ἡ παπικὴ κακοδοξία τοῦ Φιλιόκβε, τὴν ὁποία ἀπὸ κοινοῦ καταδίκασαν οἱ ὀρθόδοξοι καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ πάπα, ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως, μετὰ τὸ 1014, ἡ κακοδοξία αὐτὴ υἱοθετήθηκε ἐπίσημα ἀπὸ τοὺς παπικοὺς καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νὰ ἀποτελεῖ ἐπίσημο δόγμα τῶν παπικῶν;

Διαμαρτύρεται ἐπίσης ὁ κ. καθηγητὴς διότι «τὸ κείμενο, [Σχέσεις τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικόν κόσμον], δὲν ὁμιλεῖ πουθενὰ περὶ ‘ἐπιστροφῆς τῶν ἑτεροδόξων καὶ ἀλλοδόξων εἰς αὐτῆν’, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Καὶ ἐδῶ ἔχει δίκαιο ὁ κ. καθηγητής, διότι ὄντως πουθενὰ δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ φράση στὰ συνοδικὰ κείμενα, οὔτε ἐκφράζεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἡ ἀντίληψη, ὅτι οἱ διάλογοι γίνονται μὲ τὴν προοπτική τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἑτεροδόξων καὶ ἀλλοδόξων. Καὶ ἐδῶ ἔχουμε ἄλλη μία προσπάθεια τοῦ Ἀνακοινωθέντος νὰ ἐμφανίσει τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης ὡς Ὀρθόδοξη Σύνοδο.  

Τέλος καταλήγει: «Μετὰ λύπης μου πρέπει νὰ διαπιστώσω γενικά, ὅτι τὸ Ἀνακοινωθὲν αὐτὸ δὲν ἀποδίδει οὔτε τὸ γράμμα οὔτε τὸ φρόνημα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς δὲν ἀποτελεῖ πληροφόρηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ παραπληροφόρηση καὶ δημιουργεῖ τεράστια σύγχυση καὶ διασπάσεις στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εὐθύνη εἶναι μεγάλη». Συμφωνοῦμε καὶ ἐμεῖς μαζί του, ὄχι βέβαια ὅπως ἀντιλαμβάνεται ὁ ἴδιος τὴ διαφωνία του. Τὴν ἴδια γνώμη μὲ μᾶς ἔχουν κορυφαῖοι καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν ἐγνωσμένου καὶ παγκοσμίου κύρους, ὅπως ὁ πρωτ. π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁμ. Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. καὶ ὁ πρωτ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, ὁμ. Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τὸ Ἀνακοινωθὲν καὶ τὸ χαρακτηρίζουν ὁ μὲν πρῶτος ὡς «ψευδέστατο», ὁ δεύτερος ὡς «ἀηδιαστικό». 

Ἐπίσης τὸ ἀπορρίπτουν πολλὰ μέλη τῆς Συνάξεως Κληρικῶν καὶ μοναχῶν καὶ μία πλειάδα ὀρθοδόξων θεολόγων, κληρικῶν καὶ μοναχῶν, ἁγιορειτῶν καὶ μή. Κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη τὸ Ἀνακοινωθὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συνταχθεῖ ὄχι ἀπὸ ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ ἀπὸ ὁμάδα προσώπων, ποὺ νὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀρχιερεῖς, καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν, κληρικούς, μοναχοὺς καὶ λαϊκοὺς θεολόγους μὲ γνήσιο ὀρθόδοξο φρόνημα. Θὰ μποροῦσε δὲ νὰ ἔχει τὴν ἑξῆς δομὴ καὶ περιεχόμενο: Στὸ πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου νὰ παρατίθενται μὲ πιστότητα καὶ ἀκρίβεια ὅλες οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, χωρὶς καμία παραποίηση καὶ διαστρέβλωση. Καὶ στὸ δεύτερο νὰ γίνεται ἀνατροπὴ ὅλων τῶν κακοδόξων ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης μὲ ἀδιάσειστα ἐπιχειρήματα ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρες.  

Περαίνοντας τὸν σχολιασμὸ μας ἐκφράζουμε τὴ λύπη καὶ τὴν ἀπογοήτευσή μας, διότι ὄντως τὸ Ἀνακοινωθὲν αὐτὸ δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολή του. Εἶναι ἕνα παραπλανητικὸ καὶ διπλωματικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο προσπαθεῖ νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, νὰ συμβιβάσει τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα, προφανῶς γιὰ νὰ μὴν ἔρθει σὲ σύγκρουση μὲ τὸ Φανάρι καὶ παράλληλα νὰ ἀμβλύνει τὶς ἀντιδράσεις τοῦ πιστοῦ λαοῦ, νὰ προλάβει ἀποτειχίσεις καὶ νὰ ἐπιφέρει τὴν εἰρήνη. Κατάφερε ὅμως δυστυχῶς τὸ ἀντίθετο. Νὰ δημιουργήσει νέες ἐντάσεις, ὀργὴ καὶ ἀγανάκτηση. Δὲν μπόρεσε δυστυχῶς ὁ συντάκτης, νὰ συνειδητοποιήσει, ὅτι σὲ θέματα πίστεως δὲν χωροῦν διπλωματίες! Ὅτι πάνω ἀπὸ τὸ Φανάρι εἶναι ἡ πίστη καὶ ὄχι πάνω ἀπὸ τὴν πίστη τὸ Φανάρι! 

Ὅταν τὸ Φανάρι δὲν ὀρθοτομεῖ, τότε δὲν διστάζουμε νὰ ἔρθουμε σὲ σύγκρουση μ’ αὐτό, διότι διαφορετικά, μοιραῖα θὰ ἔρθουμε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Χριστό. Καὶ τότε ἀλλοίμονο, ἂν ἔρθουμε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Χριστό. Οἱ ἅγιοι πατέρες δὲν ἤξεραν νὰ κάνουν διπλωματίες σὲ θέματα πίστεως; Ἤξεραν, ἀλλὰ δὲν ἔκαναν. Προτίμησαν νὰ ὑπομένουν θλίψεις, διωγμούς, ἐξορίες, θανάτους. Ἐμεῖς δυστυχῶς σήμερα θέλουμε νὰ χαράξουμε ἄλλη γραμμή, τὴ γραμμὴ τῆς διπλωματίας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἁγίους πατέρες μας, παρ’ ὅλο ποὺ διακηρύσσουμε θεωρητικά, ὅτι τοὺς ἀκολουθοῦμε καὶ ὅτι «ἀγρυπνοῦμε καὶ παραμένουμε ἀμετακίνητοι στὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἀφοσιωμένοι στὴν Μία, Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία».Δυστυχῶς!  

Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος

2 σχόλια:

  1. " Ἑις τα της Πίστεως ου χωρεί συγκατάβασις",Ιωσήφ Βρυέννιος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝ ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ! ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΗΝ Γ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΔΕΝ ΕΙΣΗΓΑΓΕ ΤΟ FILIOQUE! KAI ΗΣΑΝ ΤΟΣΟ ΕΞΥΠΝΟΙ ΟΙ ΠΟΛΥ ΚΑΤΟΠΙΝΟΙ ΠΑΠΕΣ ΠΟΥ ΔΕΧΤΗΚΑΝ ΤΟ FILIOQUE KAI O ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝ ΗΤΑΝ ΚΟΥΤΟΣ;




    ΠΕΘΑΝΕ ΤΟ 460 ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εάν χρησιμοποιείτε συσκευές με λειτουργικό σύστημα Android και δεν αναγνωρίζει το πολυτονικό σύστημα (δεν φαίνονται δηλαδή όλα τα γράμματα στις αναρτήσεις), κατεβάστε από το google store το Mozilla Firefox Browser ώστε να μπαίνετε από αυτόν τον Browser και να επιλυθεί το πρόβλημά σας. Κατεβάστε το από ΕΔΩ.

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.