Πρὸ ἡμερῶν στὸν πίνακα ἀνακοινώσεων τοῦ Ι. Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν πλατεῖα Πάργης τῆς πόλης τῶν Ἰωαννίνων διάβασα μιὰ ἀνακοίνωση γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῆς προσπάθειας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἰωαννίνων γιὰ ἀποπεράτωση τῶν ἔργων τῆς κατασκευῆς τοῦ νέου Γηροκομείου "Ζωσιμάδες". Ἡ ἀνακοίνωση ἔχει τὸν πηχυαῖο τίτλο "Λαχειοφόρος Ἀγορὰ" καὶ προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀγοράσουν σχετικοὺς λαχνοὺς ἀξίας 10 εὐρὼ τὸν κάθε ἕναν. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἔχει ἀγοράσει τὸν τυχερὸ λαχνὸ θὰ ἀποκτήσει ἕνα αὐτοκίνητο.
Αὐτὴ ἡ μέθοδος συλλογῆς οἰκονομικῶν πόρων μέσῳ λαχειοφόρων ἀγορῶν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ προβλημάτισε σχετικὰ μὲ τὸ ἐὰν ἐναρμονίζεται μὲ τὴν χριστιανικὴ ὀρθοπραξία καὶ ἐρευνῶντας τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἱστορικὰ καὶ νομικὰ καὶ μὲ βάση τὶς χριστιανικὲς ἀρχὲς καὶ ἀξίες ὁδηγήθηκα τὶς ἑξῆς σκέψεις.
Ἀναμφισβήτητα τὸ ἀνωτέρω ἔργο τῆς κατασκευῆς καὶ λειτουργίας Γηροκομείου εἶναι ἔργο ἔμπρακτης χριστιανικῆς ἀγάπης πρὸς τὸν κάθε ἀδύναμο ὑπερήλικα... ἀδελφό μας.
Ὅμως ὀφείλουμε ὡς χριστιανοὶ στὰ συλλογικά μας ἔργα νὰ τηροῦμε καὶ τὸν κανόνα "ὁ σκοπὸς δὲν ἁγιάζει τά μέσα". Ὡς Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε καὶ ὀρθοδοξία ὡς πρὸς τὴν πίστη μας καὶ ὀρθοπραξία ὡς πρὸς τὰ ἔργα μας.
Πρότυπο ὑπόδειγμα ὀρθοπραξίας ἔχουμε τὸν τρόπο ζωῆς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου οἱ πρῶτοι πιστοί, μὲ τὴν καθοδήγηση τῆς αὐθεντίας τῶν Ἀποστόλων, πήρανε τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στὰ χέρια τους καὶ τὸν κάνανε πράξη τῆς ζωῆς τους. (Πράξ. κεφ. Β΄ 44-47 , Κεφ. Δ: 32–35, Κεφ. Ε΄ 32-36, Κεφ. ΣΤ΄ 1- 7, Κεφ. ΙΑ΄ 28-30). Ὅλοι οἱ πιστοὶ ἤτανε τότε σὰν μία οἰκογένεια καὶ κανένας φτωχὸς δὲν ὑπῆρχε ἀνάμεσά τους. Πηγὴ παραγωγῆς τῶν κοινωνικοποιουμένων ἀγαθῶν τους ἦταν ἡ ἐργασία τοῦ κάθε πιστοῦ, ποὺ συνιστᾶ καὶ κοινωνική του ὑποχρέωση, σύμφωνα μὲ τὸ ἀξίωμα "Εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω." (Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Β΄ Κεφ. Γ΄ 10). Πρότυπο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ποὺ ἐργαζόταν ὡς σκηνοποιὸς "αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ’ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὖται" (Πράξ. Κεφ. Κ΄ 34) καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ποὺ ἦταν ἁλιεῖς.
Γιὰ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς ἡ "κοινὴ τράπεζα τῆς ἀγάπης" καὶ ἡ, σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες τοῦ καθενός, διανομὴ τῶν κοινῶν ἀγαθῶν, δὲν ἦταν ἀνεξάρτητα γεγονότα. Συνδέονταν μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία. Θεωροῦνταν ἀντανάκλαση τῆς κοινωνίας στὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ἄρχισαν οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλήμ, τότε ὑλοποιήθηκε ἐνδοεκκλησιαστικὴ ἀλληλεγγύη μὲ συνεισφορὲς "λογίες" μεγάλης κλίμακας, ποὺ διοργάνωσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ τὶς Ἑλλαδικὲς κυρίως Ἐκκλησίες. Συνιστοῦσε σὲ κάθε πιστό, κάθε πρώτη ἡμέρα τῆς Ἑβδομάδος, ὁ καθένας τους νὰ βάζει κάτι στὴν ἄκρη, ἀνάλογα μὲ τὸ εἰσόδημά του, ποὺ θὰ ἀποστέλλονταν στοὺς διωκόμενους Χριστιανοὺς (Πρὸς Κορινθίους Α΄ ἐπιστολή κεφ. ΙΣΤ΄ 1-4).
Σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα λειτούργησαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ καὶ ὅταν εἶχε καθιερωθεῖ ὁ θεσμὸς τῶν Ἐπισκοπῶν τοὺς τρεὶς πρώτους αἰῶνες (ΛΗ΄ Ἀποστολικὸς Κανόνας).
Αὐτὸ βεβαιώνεται καί: 1) Ἀπὸ τὸν Ἅγιο καὶ φιλόσοφο Ἰουστῖνο ποὺ ἔγινε μάρτυρας τῆς χριστιανικῆς του πίστης. Ἀποκεφαλίστηκε τὸ 155 μ.Χ. Στὴν Πρώτη Ἀπολογία του, ἀναφέρει ὅτι: Πρὶν τὴν βάπτισή των οἱ χριστιανοὶ ὡς παγανιστές "...ἀγαπούσαμε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο, τὰ μέσα ἀποκτήσεως χρημάτων καὶ κτημάτων" μετὰ τὴν βάπτισή των ὅμως "ὅσα ἔχουμε φέρνουμε σὲ κοινὸ ταμεῖο καὶ τὰ διαμοιραζόμαστε μὲ καθένα ἔχοντα ἀνάγκη". Καὶ 2) Ἀπὸ τὸν Τερτυλλιανὸ χριστιανὸ πρεσβύτερο, ποὺ ἔζησε τὴν περίοδο 155 - 240 μ.X. Στὴν Ἀπολογία του (Κεφάλαιο 39), περιγράφοντας τὴν ὀργάνωση τῶν χριστιανικῶν συνάξεων στὴν ἐποχή του, ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχει ἐθελοντικὴ οἰκονομικὴ συνεισφορὰ τῶν πιστῶν, λειτουργία κοινοῦ ταμείου, δράση συλλογικὴ γιὰ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς.
Αὐτὴ ἦταν ἡ κοινωνικὴ συμπεριφορὰ καὶ δράση τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν τοὺς τρεὶς πρώτους αἰῶνες, ὅταν οἱ Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες συνιστοῦσαν ὡς κοινωνικὴ πραγματικότητα μιὰ εἰρηνικὴ συλλογικὴ ἐπανάσταση, ἀφοῦ μὲ τὴν συλλογικὴ ὀρθοπραξία τους ἀγνοοῦσαν τὴν τότε ἀτομοκεντρικὴ ἔννομη τάξη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ τότε Χριστιανοὶ "τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόμους" (ἐπιστολὴ Πρὸς Διόγνητον (Ἀνωνύμου) Κεφ. 5ο).
Αὐτὴ ἡ μέθοδος συλλογῆς οἰκονομικῶν πόρων μέσῳ λαχειοφόρων ἀγορῶν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ προβλημάτισε σχετικὰ μὲ τὸ ἐὰν ἐναρμονίζεται μὲ τὴν χριστιανικὴ ὀρθοπραξία καὶ ἐρευνῶντας τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἱστορικὰ καὶ νομικὰ καὶ μὲ βάση τὶς χριστιανικὲς ἀρχὲς καὶ ἀξίες ὁδηγήθηκα τὶς ἑξῆς σκέψεις.
Ἀναμφισβήτητα τὸ ἀνωτέρω ἔργο τῆς κατασκευῆς καὶ λειτουργίας Γηροκομείου εἶναι ἔργο ἔμπρακτης χριστιανικῆς ἀγάπης πρὸς τὸν κάθε ἀδύναμο ὑπερήλικα... ἀδελφό μας.
Ὅμως ὀφείλουμε ὡς χριστιανοὶ στὰ συλλογικά μας ἔργα νὰ τηροῦμε καὶ τὸν κανόνα "ὁ σκοπὸς δὲν ἁγιάζει τά μέσα". Ὡς Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε καὶ ὀρθοδοξία ὡς πρὸς τὴν πίστη μας καὶ ὀρθοπραξία ὡς πρὸς τὰ ἔργα μας.
Πρότυπο ὑπόδειγμα ὀρθοπραξίας ἔχουμε τὸν τρόπο ζωῆς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου οἱ πρῶτοι πιστοί, μὲ τὴν καθοδήγηση τῆς αὐθεντίας τῶν Ἀποστόλων, πήρανε τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στὰ χέρια τους καὶ τὸν κάνανε πράξη τῆς ζωῆς τους. (Πράξ. κεφ. Β΄ 44-47 , Κεφ. Δ: 32–35, Κεφ. Ε΄ 32-36, Κεφ. ΣΤ΄ 1- 7, Κεφ. ΙΑ΄ 28-30). Ὅλοι οἱ πιστοὶ ἤτανε τότε σὰν μία οἰκογένεια καὶ κανένας φτωχὸς δὲν ὑπῆρχε ἀνάμεσά τους. Πηγὴ παραγωγῆς τῶν κοινωνικοποιουμένων ἀγαθῶν τους ἦταν ἡ ἐργασία τοῦ κάθε πιστοῦ, ποὺ συνιστᾶ καὶ κοινωνική του ὑποχρέωση, σύμφωνα μὲ τὸ ἀξίωμα "Εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω." (Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Β΄ Κεφ. Γ΄ 10). Πρότυπο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ποὺ ἐργαζόταν ὡς σκηνοποιὸς "αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ’ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὖται" (Πράξ. Κεφ. Κ΄ 34) καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ποὺ ἦταν ἁλιεῖς.
Γιὰ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς ἡ "κοινὴ τράπεζα τῆς ἀγάπης" καὶ ἡ, σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες τοῦ καθενός, διανομὴ τῶν κοινῶν ἀγαθῶν, δὲν ἦταν ἀνεξάρτητα γεγονότα. Συνδέονταν μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία. Θεωροῦνταν ἀντανάκλαση τῆς κοινωνίας στὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ἄρχισαν οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλήμ, τότε ὑλοποιήθηκε ἐνδοεκκλησιαστικὴ ἀλληλεγγύη μὲ συνεισφορὲς "λογίες" μεγάλης κλίμακας, ποὺ διοργάνωσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ τὶς Ἑλλαδικὲς κυρίως Ἐκκλησίες. Συνιστοῦσε σὲ κάθε πιστό, κάθε πρώτη ἡμέρα τῆς Ἑβδομάδος, ὁ καθένας τους νὰ βάζει κάτι στὴν ἄκρη, ἀνάλογα μὲ τὸ εἰσόδημά του, ποὺ θὰ ἀποστέλλονταν στοὺς διωκόμενους Χριστιανοὺς (Πρὸς Κορινθίους Α΄ ἐπιστολή κεφ. ΙΣΤ΄ 1-4).
Σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα λειτούργησαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ καὶ ὅταν εἶχε καθιερωθεῖ ὁ θεσμὸς τῶν Ἐπισκοπῶν τοὺς τρεὶς πρώτους αἰῶνες (ΛΗ΄ Ἀποστολικὸς Κανόνας).
Αὐτὸ βεβαιώνεται καί: 1) Ἀπὸ τὸν Ἅγιο καὶ φιλόσοφο Ἰουστῖνο ποὺ ἔγινε μάρτυρας τῆς χριστιανικῆς του πίστης. Ἀποκεφαλίστηκε τὸ 155 μ.Χ. Στὴν Πρώτη Ἀπολογία του, ἀναφέρει ὅτι: Πρὶν τὴν βάπτισή των οἱ χριστιανοὶ ὡς παγανιστές "...ἀγαπούσαμε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο, τὰ μέσα ἀποκτήσεως χρημάτων καὶ κτημάτων" μετὰ τὴν βάπτισή των ὅμως "ὅσα ἔχουμε φέρνουμε σὲ κοινὸ ταμεῖο καὶ τὰ διαμοιραζόμαστε μὲ καθένα ἔχοντα ἀνάγκη". Καὶ 2) Ἀπὸ τὸν Τερτυλλιανὸ χριστιανὸ πρεσβύτερο, ποὺ ἔζησε τὴν περίοδο 155 - 240 μ.X. Στὴν Ἀπολογία του (Κεφάλαιο 39), περιγράφοντας τὴν ὀργάνωση τῶν χριστιανικῶν συνάξεων στὴν ἐποχή του, ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχει ἐθελοντικὴ οἰκονομικὴ συνεισφορὰ τῶν πιστῶν, λειτουργία κοινοῦ ταμείου, δράση συλλογικὴ γιὰ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς.
Αὐτὴ ἦταν ἡ κοινωνικὴ συμπεριφορὰ καὶ δράση τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν τοὺς τρεὶς πρώτους αἰῶνες, ὅταν οἱ Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες συνιστοῦσαν ὡς κοινωνικὴ πραγματικότητα μιὰ εἰρηνικὴ συλλογικὴ ἐπανάσταση, ἀφοῦ μὲ τὴν συλλογικὴ ὀρθοπραξία τους ἀγνοοῦσαν τὴν τότε ἀτομοκεντρικὴ ἔννομη τάξη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ τότε Χριστιανοὶ "τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόμους" (ἐπιστολὴ Πρὸς Διόγνητον (Ἀνωνύμου) Κεφ. 5ο).
Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολή Ἰωαννίνων ὀργανώνει λαχειοφόρο ἀγορὰ γιὰ συλλογὴ χρημάτων μὲ σκοπὸ τὴν ὑλοποίηση κοινωφελοῦς ἔργου καὶ προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀγοράσουν τοὺς σχετικοὺς λαχνούς.
Ὅποιος ὅμως εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὸ ἀποφάσισε αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθεῖ ἐὰν ἡ πράξη αὐτή, διενέργειας συλλογῆς χρημάτων μέσῳ πώλησης λαχειοφόρου ἀγορᾶς λαχνῶν, εἶναι συμβατὴ μὲ τὴν χριστιανικὴ ὀρθοπραξία. Ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθεῖ ὅτι μὲ τὴν χρήση ὡς μέσου τοῦ λαχνοῦ ἀπενοχοποιεῖται ὁ τζόγος.
Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει μία μόνο θέση, εἶναι μονοθέσια. Γιὰ νὰ καθίσει σὲ αὐτὴν ὁ Χριστός, πρέπει νὰ φύγει ὁ διάβολος. Ἂν καθίσει ὁ διάβολος, θὰ φύγει ὁ Χριστός. Καὶ οἱ δύο μαζὶ δὲν γίνεται νὰ συνυπάρχουν στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Τὸ κέρδος, ποὺ ἡ τύχη δίδει μὲ τὸν τυχερὸ λαχνό, δὲν διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο κέδρος τζόγου ἀπὸ ἠθικὴ ἄποψη.
Ὁ τζόγος καλλιεργεῖ στὸν ντοπαρισμένο μὲ τὸ παραισθησιογόνο τῆς τύχης ἄνθρωπο, τὴν ἀπληστία, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀπάνθρωπη μετάλλαξή του στὸν homo oeconomicus, ποὺ ἀποδέχεται τὸ δόγμα "ἐπ΄ ἄρτῳ μόνο ζήσεται ἄνθρωπος". Ἕνα πλάσμα, ποὺ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐξισορροπήσει τὸ ἐσωτερικὸ του κενὸ μὲ μιὰ συνεχή κι αὐξανόμενη αὔξηση τῆς κατοχῆς χρήματος καὶ κατανάλωσης ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ὑπηρεσιῶν. Ἕνα πλάσμα, ἐξομοιωμένο πλήρως μὲ τὰ ἄλογα ζῶα, ἀφοῦ στὴν ψυχή του φωλιάζουν δύο μόνο συναισθήματα ὁ φόβος καὶ ἡ ἀπληστία, ὅπως στὰ ζῶα.
Δυστυχῶς γιὰ τὴν χώρα μας τὰ σχετικὰ στατιστικὰ στοιχεῖα εἶναι θλιβερά.
Τὸ 2023 ποὺ τὸ ἀκαθάριστο ἐγχώριο προϊον τῶν Ἑλλήνων ἀνήρχετο σὲ 210 δισεκατομμύρια εὐρὼ οἱ Ἕλληνες τζόγαραν 36 διεκατομμύρια €!!! Ἕνας στοὺς τετρακόσιους ἐνήλικες Ἕλληνες περίπου ἔχουν ἐθισμὸ στὸν τζόγο! Ἐπίσης 36% τῶν ἐφήβων μας ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τυχερὰ παιχνίδια μὲ χρήματα καὶ τὸ 7% εἶναι ἐθισμένοι στὸν τζόγο. Σημειώνουμε ὅτι στὰ 10 καζίνο ποὺ λειτουργοῦν στὴν Ἑλλάδα τὸ 2025 τὰ συνολικὰ πονταρίσματα ἦταν περίπου 1,04 δισ. € !
Ἡ σημερινὴ κοινωνία ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ συνειδητοὺς χριστιανούς, ποὺ πιστεύουν ὅτι, "μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου πρέπει νὰ τρῶς τὸ ψωμί σου" καὶ ποὺ ταυτόχρονα εἶναι δημιουργοὶ ἀνθρωπίνων σχέσεων ἀλληλεγγύης! Ἑπομένως δὲν πρέπει μὲ καμιὰ ἐνέργεια νὰ ἐνθαρρύνεται ἢ νὰ καλλιεργεῖται ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς καὶ πρόσκαιρα ὡς ἐπιδιώξιμος στόχος τοῦ ἀνθρώπου ὁ τυχερὸς λαχνὸς ἀπὸ τοὺς ποιμένοντες τὴν Ἐκκλησία.
Ἔχοντας τὴν ἐκτίμηση, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι πολὺ σοβαρό, θεμελιῶδες, πιστεύω ὅτι ἡ χρηστὴ πηγὴ ἐσόδων γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ προαιρετικὴ ἐνσυνείδητη καὶ ὀργανωμένη συνεισφορὰ τῶν ἐνοριτῶν τῶν Ἐνοριῶν τῆς κάθε Μητροπόλεως.
Μὲ βάση αὐτὲς τὶς ἐκτιμήσεις μου, καταθέσω τὶς σκέψεις μου γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ λειτουργία τῶν ἐνοριῶν, ὥστε αὐτὲς νὰ μποροῦν νὰ ἀνταποκρίνονται στὸ ρόλο ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν στὴν κοινωνία, σύμφωνα μὲ τὴν χριστιανικὴ πίστη.
Τὸ κάνω ἔχοντας τὴν συναίσθηση ὅτι πρέπει εὔλογα νὰ μὴν ὑπερεκτιμῶ τὶς ἱκανότητες μοῦ γιὰ τὴν πληρότητα καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν ὅσων θὰ ἐκθέσω. Ὅμως ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας πιστεύω ὅτι:
1) Χρέος τοῦ κάθενός μας εἶναι νὰ συζητᾶ μὲ τοὺς συνανθρώπους του γιὰ τὰ προβλήματα τῆς κοινωνίας στὴν ὁποία ζεῖ.
2) Γιὰ τὸν χριστιανὸ εἶναι ἀγωνιῶδες ἐρώτημα ἐὰν σήμερα ἐμεῖς, οἱ ὁμολογοῦντες τὴν χριστιανικὴ πίστη μας καὶ οἱ ποιμένοντες τὴν Ἐκκλησία μας, μὲ τὴ συλλογικὴ στάση μας καὶ τὶς ἐνέργειές μας ἀνταποκρινόμαστε στὶς προκλήσεις τῆς Ἐποχῆς μας.
Οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ ἔχουμε χλιαρὴ πίστη (Ἀποκάλυψη Ἰωάννη Κεφ. Γ 15&16). Πρέπει πρῶτα νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ χλιαρή μας πίστη ἀναιρεῖ τὴν χριστιανική μας ταυτότητα. Ἑπομένως πρέπει μὲ αὐτοκριτικὴ καὶ ἐσωτερικό μας ἀγῶνα νὰ ἀποκτήσουμε ζωντανὴ πίστη. Ὕστερα συλλογικὰ πρέπει μὲ βάση τὸ σημερινὸ νομικὸ καὶ πολιτισμικὸ πλαίσιο τῆς χώρας μας νὰ γίνουν τὰ ἑξῆς:
Πῶς λοιπὸν θὰ μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχει τοὺς χρηματικοὺς πόρους γιὰ νὰ ἐκτελεῖ τὸ κοινωφελὲς ἔργο Της σήμερα; Τὸ ὑπόδειγμα τὸ ἔχουμε καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ προσανατολιστοῦμε. Εἶναι ἡ δράση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τὴν ὁποία περιέγραψα παραπάνω
Μπορεῖ αὐτὸ νὰ γίνει καὶ σήμερα; Ἀπαντῶ:
Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 1 παρ. 5 τοῦ κανονισμοῦ ὑπ΄ ἀριθ. 8/1979 (ΦΕΚ Α΄ 1/05-01-1980) τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Περὶ Ἐφημερίων καὶ Διακόνων» μὲ μέριμνα τῶν Ἐφημερίων τοῦ κάθε Ἱεροῦ Ναοῦ πρέπει νὰ συντάσσεται καὶ νὰ διατηρεῖται ὁ κατάλογος τῶν Ἐνοριτῶν τῶν Ἐνοριῶν των. Ἡ τήρηση αὐτοῦ τοῦ καταλόγου πρέπει νὰ γίνεται σύμφωνα μὲ τὰ ὁριζόμενα στὸν Νόμο 2472/1997 (ΦΕΚ 50/10-4-1997 Τ.Α.), ἀφοῦ εἶναι νομικά, εὐαίσθητο δεδομένο οἱ θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν πολιτῶν.
Ἑπομένως ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος ὀφείλει νὰ ἐκδώσει μιὰ γενικὴ ἐγκύκλιο πρὸς τὶς Μητροπόλεις ἢ ἐὰν νομικὰ ἀπαιτεῖται νὰ ἐκδώσει συμπληρωματικὸ κανονισμὸ ποὺ νὰ καθορίζει τὰ ἑξῆς:
Τὸν τύπο τοῦ καταλόγου, τὰ στοιχεῖα ποὺ πρέπει νὰ περιλαμβάνει, ποιός θεωρεῖται ἐνορίτης, τὸν τύπο τῆς αἴτησης ἐγγραφῆς, τὴ διαδικασία ἐγγραφῆς ἢ διαγραφῆς, ποιός ἀποφασίζει σὲ περίπτωση ἀμφισβήτησης ἐγγραφῆς ἢ διαγραφῆς καὶ τὸν τρόπο ἐνημέρωσής του καταλόγου.
Γνωρίζοντας οἱ Ἱερεῖς μας, μὲ βάση τὸν ἀνωτέρω κατάλογο, τοὺς πιστοὺς τῆς ἐνορίας των, μποροῦν νὰ τοὺς καλοῦν σὲ συνελεύσεις ὅπου, τὸ πρῶτο ποὺ θὰ ἐπιτευχθεῖ, θὰ εἶναι ἡ ἀλληλογνωριμία τῶν πιστῶν καὶ ἡ δημιουργία σχέσεων. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Α’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ (Κέφ. ΙΑ’, 20) μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «ἐπὶ τὸ αὐτὸ» σύναξη τῶν Χριστιανῶν. Ἐκεῖ οἱ ἐνορῖτες θὰ ἀντιληφθοῦν καὶ θὰ βιώσουν ὅτι ἡ πίστη τους δὲν εἶναι μιὰ ἀτομική τους ὑπόθεση καὶ οἱ ὑποχρεώσεις των δὲν ἐξαντλοῦνται στὴν συμμετοχή των στὴν θεία Λειτουργία τὶς Κυριακὲς καὶ Ἑορτές.
Ἐκεῖ στὴν Ἐνορία θὰ βιώσει ὁ Χριστιανὸς σὰν μέλος εὐρύτερης πνευματικῆς οἰκογένειας, τοὺς ἄλλους ἐνορῖτες ὡς πνευματικούς του ἀδελφούς. Ἐκεῖ μπορεῖ τότε νὰ συζητήσει μαζί τους, νὰ προσδιορίσουν μαζὶ μὲ ποιά ἔργα ἡ πίστη τους θὰ διατηρεῖτε ζωντανή. Θὰ θυμηθοῦν καὶ τὶς ἀρχαῖες κοινὲς συνεστιάσεις (τὶς ἀγάπες) καὶ θὰ σκεφθοῦν πὼς σταδιακὰ θὰ μπορέσουν νὰ τὶς ξαναφέρουν στὴν σημερινὴ κοινωνία. Θὰ σκεφθοῦν πὼς γεγονότα ὅπως ἡ βάπτιση νέων μελῶν θὰ πρέπει νὰ πάψει νὰ εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση τῶν συγγενῶν τοῦ βαπτιζομένου, ἀλλὰ νὰ γίνει γεγονὸς κατ’ ἐξοχὴν ἐκκλησιολογικὸ γεγονός. Τὸ μυστήριο τοῦ γάμου ἐπίσης. Ὅλα τὰ μυστήρια, ἡ λατρεία καὶ οἱ πράξεις καὶ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔχουν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτῆρα πὼς θὰ ἀναζωογονηθοῦν.
Σ’ αὐτὲς τὶς ἐνορίες ὁ Ἱερέας, ὡς πνευματικὸς πατέρας τῶν ἐνοριτῶν του, θὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴ λατρευτικὴ καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή των καὶ γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὴν πνευματική, τὴν προνοιακὴ καὶ τὴν ὑλικὴ ζωὴ τῆς Ἐνορίας. Ἐκεῖ ὁ πιστός, μὲ τὴν βοήθεια τῆς διακονίας τοῦ λόγου, θὰ ἐμπεδώσει τὸ χρέος του, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεῖται στὴν αὐτάρκεια ὡς πρὸς τὴν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν του καὶ ὅτι τὸ εἰσόδημά του πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τίμια ἐργασία καὶ τὸ χρηματικὰ ἢ μὲ ὑπηρεσίες του ὀφείλει νὰ εἰσφέρει στὴν Ἐνορία του καὶ ἔτσι συλλογικὰ νὰ καλυφθοῦν οἱ ἀνάγκες ἐκείνων ποὺ στεροῦνται τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρησή των.
Σκεφθεῖτε: Ἐὰν ἡ διακονία τοῦ λόγου γίνει ὅπως πρέπει, ὀρθοτομῶντας τὴν ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μας, μὲ πίστη βαθειὰ καὶ θάρρος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ κάνουν θαύματα οἱ Ἐνορίες μας.
Ἔτσι π.χ. μποροῦμε νὰ δοῦμε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς τζογαδόρους νὰ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὸν ἐθισμὸ τοῦ τζόγου καὶ ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ 36 δισεκατομμύρια εὐρὼ ποὺ τζογάρονται κάθε χρόνο στὴν χώρα μας, νὰ γίνουν εἰσφορὲς πρὸς τὶς Ἐνορίες γιὰ κοινωφελῆ ἔργα.
Πρέπει οἱ Ἐπίσκοποι μας, μιμούμενοι τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς διαθήκης, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ γενικὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τὴν διακονία τοῦ λόγου τὴν κάνουν σωστά, ὀρθοτομῶντας τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Χωρὶς στρογγυλεμένο λόγο, ἐλέγχοντας μὲ παρρησία τὰ δημοσίως λεγόμενα καὶ πραττόμενα στὸν δημόσιο βίο καὶ στὴν κοινωνία χωρὶς συμβιβασμοὺς ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀναφέρουν ὀνομαστικὰ τὰ ἐνεργοῦντα τὶς πράξεις πρόσωπα. Ἐὰν ἔτσι λειτουργήσουν οἱ κληρικοί μας καὶ ἐὰν ἡ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι τὸ πρότυπο γιὰ τοὺς λαϊκούς, τότε θὰ ἀναδειχθοῦν σὲ δρομοδεῖκτες (Ματθ. Κεφ. Ε΄ 13-15) ποὺ μὲ τὸ φώς τους θὰ φωτίζει τὴν πορεία τῆς ζωῆς ὅλων μας πρὸς τὸ πρότυπο, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ τὴ δράση τῶν πιστῶν τῶν πρώτων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν. Βέβαια αὐτὸ φαίνεται ὡς οὐτοπία. Ὅμως, χωρὶς οὐτοπικὰ ὁράματα ὡς στόχους, ἡ ἀνθρωπότητα δὲν θὰ εἶχε κάνει κανένα βῆμα πρὸς τὴν πρόοδο.
Μὲ βάση τὸν 39ο Ἀποστολικὸ Κανόνα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 9 τοῦ Κανονισμοῦ 8/1979 (ΦΕΚ Α΄ 1/05-01-1980) τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οἱ Πρεσβύτεροι καὶ οἱ Διάκονοι δὲν πρέπει νὰ ἐνεργοῦν στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα χωρὶς τὴ γνώμη καὶ τὴν ἔγκριση τοῦ Ἐπισκόπου. Ἑπομένως ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν τήρηση ὀρθοπραξίας στὴ διοίκηση τῶν Ἐνοριῶν τῆς Ἐπισκοπῆς του.
Οἱ ἐνορῖτες πρέπει νὰ μετέχουν στὴν διοίκηση τῆς ἐνορίας τους. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῶν ἐνοριτῶν, μᾶς τὸ ὑποδεικνύει γιὰ θέσπισή του στὶς ἐνορίες μας, ἡ πράξη τῶν Ἀποστόλων ποὺ κάλεσαν τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκλέξουν τοὺς ἑπτὰ διακόνους στὴν πρώτη ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὴν παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. 590/1977 οἱ Ἐνορίες μαζὶ μὲ τοὺς Ἐνοριακούς των Ναοὺς λειτουργοῦν μὲ βάση κανονισμοὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (σήμερα εἶναι σὲ ἰσχὺ οἱ ὑπ΄αριθ. 8/1979 καὶ 58/1975), θὰ πρέπει ἡ Ἱερὰ Συνόδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐπιφέρει τροποποιήσεις στὶς διατάξεις τῶν ἀνωτέρω κανονισμῶν ὥστε: Τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Συμβούλιο νὰ ἐκλέγεται ὁμοθυμαδὸν ἀπὸ τὴν γενικὴ συνέλευση τοῦ καταλόγου τῶν ἐνοριτῶν μὲ ψηφοφορία σὲ ἑνιαῖο ψηφοδέλτιο. Στὶς συνελεύσεις τῶν ἐνοριτῶν βέβαια πάντοτε θὰ προεδρεύει ὁ ἐφημέριος τῆς Ἐνορίας.
Πιστεύω ὅτι μόνο μιὰ τέτοια ὀργάνωση τῆς Ἐνορίας εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου μας.
Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ πολιτεία τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖνοι μαζὶ μὲ ὅλους τους συμπαριστάμενους ἐξέλεξαν δημοκρατικὰ τὸν ἀντικαταστάτη τοῦ Ἰούδα. Δημοκρατικὰ ἐπίσης ἔγινε ἡ ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων καὶ ἡ λήψη ἀποφάσεων στὶς Ἐπισκοπικὲς συνόδους κλπ.
Ἡ Δημοκρατία στὴν Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ εἶναι τῶν τύπων καὶ τῶν λόγων ὅπως εἶναι στὶς κοσμικὲς "δημοκρατίες", ὅπου «ὀς μὲν πεινᾶ, ὀς δὲ μεθύει»(Α΄ Κορινθίους: ΙΑ:21), ἀλλὰ οὐσιαστική. Νὰ διαχέεται δηλαδὴ σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ κοινωνικοῦ βίου τῶν χριστιανῶν. (Πράξεις Ἀποστόλων Κεφ. Δ 32, κλπ).
Γι΄αυτό ὀφείλει ἡ Ἱεραρχία τῶν Ἐπισκόπων νὰ λάβει τὴν πρωτοβουλία, ὥστε ὅλα τὰ παραπάνω μεθοδικὰ καὶ σταδιακὰ νὰ γίνουν ἐφικτά.
Ἔτσι λειτουργῶντας θὰ πάψει νὰ ὑφίσταται ἡ σημερινὴ τραγικὴ ἀντίφαση τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων, ὅπως ἡ εἴσπραξη πόρων γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τόκους, μερίσματα ἀπὸ κέρδη μετοχῶν , μισθώματα δημοπρασιῶν ἀκινήτων, προκειμένου νὰ στηρίζεται τὸ φιλανθρωπικό της ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ θυμόμαστε ἀντλεῖ τὴ δύναμή της ἀπὸ τὴν ὑπόστασή της ὡς θεοϊδρυτη, ἀπὸ τὸ κῦρος τοῦ μηνύματός της καὶ ἀπὸ τὴ ζωντάνια τῶν μελῶν της. Τὴν ζωντάνια αὐτὴ πρέπει νὰ τὴν μεγιστοποιήσουμε.
Εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ κατεστημένο τῆς χώρας ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ περιορίσει τὴν δράση τῆς Ἐκκλησίας μόνο στὴν λατρεία ποὺ γίνεται στοὺς Ἱεροὺς Ναούς. Ἀπόδειξη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι τὸ περιεχόμενο τῶν ρυθμίσεων τοῦ Νόμου 590 τοῦ 1977 «Περὶ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Στὸν νόμο αὐτόν, ποὺ ἔχει 75 ἄρθρα οἱ διατάξεις ποὺ ἀναφέρονται στὸ κύτταρο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ Ἐνορία εἶναι στοχευμένες στὸ νὰ ὑποβαθμισθεῖ ὁ ρόλος της καὶ εἶναι οἱ ἑξῆς μόνο.
α) Στὴν παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 11 ὁρίζεται ὅτι ἀποτελοῦν σὲ κάθε Μητρόπολη ὑποδιαίρεσή της καὶ ὅτι κέντρον της εἶναι ὁ ἀντίστοιχος ἐνοριακὸς ναός.
β) Στὸ ἄρθρο 30 ρυθμίζεται τὸ θέμα τῆς διαχείρισης τῶν εἰσφορῶν τῶν Ἱερῶν Ναῶν πρὸς συντήρηση τῶν Μητροπολιτικῶν Γραφείων ἢ ὡς πρόσοδοι τῆς Μητροπόλεως γιὰ ἐξυπηρέτηση ἄλλων σκοπῶν ποὺ αὐτὴ προκαθορίζει.
γ) Στὸ ἄρθρο 36 ἀναφέρεται ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Ἐνορίας ὡς ΝΠΔΔ, καὶ προσδιορίζονται οἱ ὅροι ἵδρυσης, συγχωνεύσεως ἢ καταργήσεως της.
Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι τὰ νομικὰ πρόσωπα δημασίου δικαίου ὑπόκεινται στὴν τήρηση κανόνων δημοσιονομικοῦ δικαίου (κοσμικοῦ) καὶ τὴν ὑλοποίηση ἐξουσίας ποὺ διὰ νόμου μεταβιβάζονται σὲ αὐτά.
Ὁ λαός μας ἀπέδειξε καὶ παλαιὰ καὶ σήμερα ἔχει ἰσχυρὴ παράδοση ἀνθρωπισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας ὀρθοτομοῦν «τὸν λόγο τῆς Ἀληθείας» τοῦ Κυρίου μας, ἔχουν ὡς στόχο γιὰ τὶς οἰκονομικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων τὸ πρότυπο τῆς πρώτης χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ἔστω καὶ ἐὰν αὐτὸ ρεαλιστικὰ φαίνεται σήμερα οὐτοπικό, ἐὰν ΤO ΔΙΑΚΥΡΡΗΣΣΟΥΝ μὲ παρρησία καὶ ὅση δύναμη ἔχουν, τότε ἔχοντας πίστη καὶ στὴν Θεία Πρόνοια κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ τὸ τί μπορεῖ νὰ γίνει κατορθωτὸ στὴ λειτουργία τῆς κάθε Ἐνορίας!
Τότε θὰ δικαιώσουμε μὲ τὰ ἔργα μας ὡς Ἐκκλησία τὴν ρήση τοῦ Κυρίου μᾶς «Ὕμεις ἐστέ το φῶς τοῦ κόσμού» (Ματθ. Κεφ. Ε΄, 14).
Τὸ κάνω ἔχοντας τὴν συναίσθηση ὅτι πρέπει εὔλογα νὰ μὴν ὑπερεκτιμῶ τὶς ἱκανότητες μοῦ γιὰ τὴν πληρότητα καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν ὅσων θὰ ἐκθέσω. Ὅμως ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας πιστεύω ὅτι:
1) Χρέος τοῦ κάθενός μας εἶναι νὰ συζητᾶ μὲ τοὺς συνανθρώπους του γιὰ τὰ προβλήματα τῆς κοινωνίας στὴν ὁποία ζεῖ.
2) Γιὰ τὸν χριστιανὸ εἶναι ἀγωνιῶδες ἐρώτημα ἐὰν σήμερα ἐμεῖς, οἱ ὁμολογοῦντες τὴν χριστιανικὴ πίστη μας καὶ οἱ ποιμένοντες τὴν Ἐκκλησία μας, μὲ τὴ συλλογικὴ στάση μας καὶ τὶς ἐνέργειές μας ἀνταποκρινόμαστε στὶς προκλήσεις τῆς Ἐποχῆς μας.
Οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ ἔχουμε χλιαρὴ πίστη (Ἀποκάλυψη Ἰωάννη Κεφ. Γ 15&16). Πρέπει πρῶτα νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ χλιαρή μας πίστη ἀναιρεῖ τὴν χριστιανική μας ταυτότητα. Ἑπομένως πρέπει μὲ αὐτοκριτικὴ καὶ ἐσωτερικό μας ἀγῶνα νὰ ἀποκτήσουμε ζωντανὴ πίστη. Ὕστερα συλλογικὰ πρέπει μὲ βάση τὸ σημερινὸ νομικὸ καὶ πολιτισμικὸ πλαίσιο τῆς χώρας μας νὰ γίνουν τὰ ἑξῆς:
Πῶς λοιπὸν θὰ μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχει τοὺς χρηματικοὺς πόρους γιὰ νὰ ἐκτελεῖ τὸ κοινωφελὲς ἔργο Της σήμερα; Τὸ ὑπόδειγμα τὸ ἔχουμε καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ προσανατολιστοῦμε. Εἶναι ἡ δράση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τὴν ὁποία περιέγραψα παραπάνω
Μπορεῖ αὐτὸ νὰ γίνει καὶ σήμερα; Ἀπαντῶ:
Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 1 παρ. 5 τοῦ κανονισμοῦ ὑπ΄ ἀριθ. 8/1979 (ΦΕΚ Α΄ 1/05-01-1980) τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Περὶ Ἐφημερίων καὶ Διακόνων» μὲ μέριμνα τῶν Ἐφημερίων τοῦ κάθε Ἱεροῦ Ναοῦ πρέπει νὰ συντάσσεται καὶ νὰ διατηρεῖται ὁ κατάλογος τῶν Ἐνοριτῶν τῶν Ἐνοριῶν των. Ἡ τήρηση αὐτοῦ τοῦ καταλόγου πρέπει νὰ γίνεται σύμφωνα μὲ τὰ ὁριζόμενα στὸν Νόμο 2472/1997 (ΦΕΚ 50/10-4-1997 Τ.Α.), ἀφοῦ εἶναι νομικά, εὐαίσθητο δεδομένο οἱ θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν πολιτῶν.
Ἑπομένως ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος ὀφείλει νὰ ἐκδώσει μιὰ γενικὴ ἐγκύκλιο πρὸς τὶς Μητροπόλεις ἢ ἐὰν νομικὰ ἀπαιτεῖται νὰ ἐκδώσει συμπληρωματικὸ κανονισμὸ ποὺ νὰ καθορίζει τὰ ἑξῆς:
Τὸν τύπο τοῦ καταλόγου, τὰ στοιχεῖα ποὺ πρέπει νὰ περιλαμβάνει, ποιός θεωρεῖται ἐνορίτης, τὸν τύπο τῆς αἴτησης ἐγγραφῆς, τὴ διαδικασία ἐγγραφῆς ἢ διαγραφῆς, ποιός ἀποφασίζει σὲ περίπτωση ἀμφισβήτησης ἐγγραφῆς ἢ διαγραφῆς καὶ τὸν τρόπο ἐνημέρωσής του καταλόγου.
Γνωρίζοντας οἱ Ἱερεῖς μας, μὲ βάση τὸν ἀνωτέρω κατάλογο, τοὺς πιστοὺς τῆς ἐνορίας των, μποροῦν νὰ τοὺς καλοῦν σὲ συνελεύσεις ὅπου, τὸ πρῶτο ποὺ θὰ ἐπιτευχθεῖ, θὰ εἶναι ἡ ἀλληλογνωριμία τῶν πιστῶν καὶ ἡ δημιουργία σχέσεων. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Α’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ (Κέφ. ΙΑ’, 20) μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «ἐπὶ τὸ αὐτὸ» σύναξη τῶν Χριστιανῶν. Ἐκεῖ οἱ ἐνορῖτες θὰ ἀντιληφθοῦν καὶ θὰ βιώσουν ὅτι ἡ πίστη τους δὲν εἶναι μιὰ ἀτομική τους ὑπόθεση καὶ οἱ ὑποχρεώσεις των δὲν ἐξαντλοῦνται στὴν συμμετοχή των στὴν θεία Λειτουργία τὶς Κυριακὲς καὶ Ἑορτές.
Ἐκεῖ στὴν Ἐνορία θὰ βιώσει ὁ Χριστιανὸς σὰν μέλος εὐρύτερης πνευματικῆς οἰκογένειας, τοὺς ἄλλους ἐνορῖτες ὡς πνευματικούς του ἀδελφούς. Ἐκεῖ μπορεῖ τότε νὰ συζητήσει μαζί τους, νὰ προσδιορίσουν μαζὶ μὲ ποιά ἔργα ἡ πίστη τους θὰ διατηρεῖτε ζωντανή. Θὰ θυμηθοῦν καὶ τὶς ἀρχαῖες κοινὲς συνεστιάσεις (τὶς ἀγάπες) καὶ θὰ σκεφθοῦν πὼς σταδιακὰ θὰ μπορέσουν νὰ τὶς ξαναφέρουν στὴν σημερινὴ κοινωνία. Θὰ σκεφθοῦν πὼς γεγονότα ὅπως ἡ βάπτιση νέων μελῶν θὰ πρέπει νὰ πάψει νὰ εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση τῶν συγγενῶν τοῦ βαπτιζομένου, ἀλλὰ νὰ γίνει γεγονὸς κατ’ ἐξοχὴν ἐκκλησιολογικὸ γεγονός. Τὸ μυστήριο τοῦ γάμου ἐπίσης. Ὅλα τὰ μυστήρια, ἡ λατρεία καὶ οἱ πράξεις καὶ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔχουν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτῆρα πὼς θὰ ἀναζωογονηθοῦν.
Σ’ αὐτὲς τὶς ἐνορίες ὁ Ἱερέας, ὡς πνευματικὸς πατέρας τῶν ἐνοριτῶν του, θὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴ λατρευτικὴ καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή των καὶ γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὴν πνευματική, τὴν προνοιακὴ καὶ τὴν ὑλικὴ ζωὴ τῆς Ἐνορίας. Ἐκεῖ ὁ πιστός, μὲ τὴν βοήθεια τῆς διακονίας τοῦ λόγου, θὰ ἐμπεδώσει τὸ χρέος του, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεῖται στὴν αὐτάρκεια ὡς πρὸς τὴν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν του καὶ ὅτι τὸ εἰσόδημά του πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τίμια ἐργασία καὶ τὸ χρηματικὰ ἢ μὲ ὑπηρεσίες του ὀφείλει νὰ εἰσφέρει στὴν Ἐνορία του καὶ ἔτσι συλλογικὰ νὰ καλυφθοῦν οἱ ἀνάγκες ἐκείνων ποὺ στεροῦνται τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρησή των.
Σκεφθεῖτε: Ἐὰν ἡ διακονία τοῦ λόγου γίνει ὅπως πρέπει, ὀρθοτομῶντας τὴν ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μας, μὲ πίστη βαθειὰ καὶ θάρρος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ κάνουν θαύματα οἱ Ἐνορίες μας.
Ἔτσι π.χ. μποροῦμε νὰ δοῦμε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς τζογαδόρους νὰ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὸν ἐθισμὸ τοῦ τζόγου καὶ ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ 36 δισεκατομμύρια εὐρὼ ποὺ τζογάρονται κάθε χρόνο στὴν χώρα μας, νὰ γίνουν εἰσφορὲς πρὸς τὶς Ἐνορίες γιὰ κοινωφελῆ ἔργα.
Πρέπει οἱ Ἐπίσκοποι μας, μιμούμενοι τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς διαθήκης, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ γενικὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τὴν διακονία τοῦ λόγου τὴν κάνουν σωστά, ὀρθοτομῶντας τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Χωρὶς στρογγυλεμένο λόγο, ἐλέγχοντας μὲ παρρησία τὰ δημοσίως λεγόμενα καὶ πραττόμενα στὸν δημόσιο βίο καὶ στὴν κοινωνία χωρὶς συμβιβασμοὺς ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀναφέρουν ὀνομαστικὰ τὰ ἐνεργοῦντα τὶς πράξεις πρόσωπα. Ἐὰν ἔτσι λειτουργήσουν οἱ κληρικοί μας καὶ ἐὰν ἡ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι τὸ πρότυπο γιὰ τοὺς λαϊκούς, τότε θὰ ἀναδειχθοῦν σὲ δρομοδεῖκτες (Ματθ. Κεφ. Ε΄ 13-15) ποὺ μὲ τὸ φώς τους θὰ φωτίζει τὴν πορεία τῆς ζωῆς ὅλων μας πρὸς τὸ πρότυπο, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ τὴ δράση τῶν πιστῶν τῶν πρώτων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν. Βέβαια αὐτὸ φαίνεται ὡς οὐτοπία. Ὅμως, χωρὶς οὐτοπικὰ ὁράματα ὡς στόχους, ἡ ἀνθρωπότητα δὲν θὰ εἶχε κάνει κανένα βῆμα πρὸς τὴν πρόοδο.
Μὲ βάση τὸν 39ο Ἀποστολικὸ Κανόνα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 9 τοῦ Κανονισμοῦ 8/1979 (ΦΕΚ Α΄ 1/05-01-1980) τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οἱ Πρεσβύτεροι καὶ οἱ Διάκονοι δὲν πρέπει νὰ ἐνεργοῦν στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα χωρὶς τὴ γνώμη καὶ τὴν ἔγκριση τοῦ Ἐπισκόπου. Ἑπομένως ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν τήρηση ὀρθοπραξίας στὴ διοίκηση τῶν Ἐνοριῶν τῆς Ἐπισκοπῆς του.
Οἱ ἐνορῖτες πρέπει νὰ μετέχουν στὴν διοίκηση τῆς ἐνορίας τους. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῶν ἐνοριτῶν, μᾶς τὸ ὑποδεικνύει γιὰ θέσπισή του στὶς ἐνορίες μας, ἡ πράξη τῶν Ἀποστόλων ποὺ κάλεσαν τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκλέξουν τοὺς ἑπτὰ διακόνους στὴν πρώτη ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὴν παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. 590/1977 οἱ Ἐνορίες μαζὶ μὲ τοὺς Ἐνοριακούς των Ναοὺς λειτουργοῦν μὲ βάση κανονισμοὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (σήμερα εἶναι σὲ ἰσχὺ οἱ ὑπ΄αριθ. 8/1979 καὶ 58/1975), θὰ πρέπει ἡ Ἱερὰ Συνόδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐπιφέρει τροποποιήσεις στὶς διατάξεις τῶν ἀνωτέρω κανονισμῶν ὥστε: Τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Συμβούλιο νὰ ἐκλέγεται ὁμοθυμαδὸν ἀπὸ τὴν γενικὴ συνέλευση τοῦ καταλόγου τῶν ἐνοριτῶν μὲ ψηφοφορία σὲ ἑνιαῖο ψηφοδέλτιο. Στὶς συνελεύσεις τῶν ἐνοριτῶν βέβαια πάντοτε θὰ προεδρεύει ὁ ἐφημέριος τῆς Ἐνορίας.
Πιστεύω ὅτι μόνο μιὰ τέτοια ὀργάνωση τῆς Ἐνορίας εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου μας.
Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ πολιτεία τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖνοι μαζὶ μὲ ὅλους τους συμπαριστάμενους ἐξέλεξαν δημοκρατικὰ τὸν ἀντικαταστάτη τοῦ Ἰούδα. Δημοκρατικὰ ἐπίσης ἔγινε ἡ ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων καὶ ἡ λήψη ἀποφάσεων στὶς Ἐπισκοπικὲς συνόδους κλπ.
Ἡ Δημοκρατία στὴν Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ εἶναι τῶν τύπων καὶ τῶν λόγων ὅπως εἶναι στὶς κοσμικὲς "δημοκρατίες", ὅπου «ὀς μὲν πεινᾶ, ὀς δὲ μεθύει»(Α΄ Κορινθίους: ΙΑ:21), ἀλλὰ οὐσιαστική. Νὰ διαχέεται δηλαδὴ σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ κοινωνικοῦ βίου τῶν χριστιανῶν. (Πράξεις Ἀποστόλων Κεφ. Δ 32, κλπ).
Γι΄αυτό ὀφείλει ἡ Ἱεραρχία τῶν Ἐπισκόπων νὰ λάβει τὴν πρωτοβουλία, ὥστε ὅλα τὰ παραπάνω μεθοδικὰ καὶ σταδιακὰ νὰ γίνουν ἐφικτά.
Ἔτσι λειτουργῶντας θὰ πάψει νὰ ὑφίσταται ἡ σημερινὴ τραγικὴ ἀντίφαση τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων, ὅπως ἡ εἴσπραξη πόρων γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τόκους, μερίσματα ἀπὸ κέρδη μετοχῶν , μισθώματα δημοπρασιῶν ἀκινήτων, προκειμένου νὰ στηρίζεται τὸ φιλανθρωπικό της ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ θυμόμαστε ἀντλεῖ τὴ δύναμή της ἀπὸ τὴν ὑπόστασή της ὡς θεοϊδρυτη, ἀπὸ τὸ κῦρος τοῦ μηνύματός της καὶ ἀπὸ τὴ ζωντάνια τῶν μελῶν της. Τὴν ζωντάνια αὐτὴ πρέπει νὰ τὴν μεγιστοποιήσουμε.
Εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ κατεστημένο τῆς χώρας ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ περιορίσει τὴν δράση τῆς Ἐκκλησίας μόνο στὴν λατρεία ποὺ γίνεται στοὺς Ἱεροὺς Ναούς. Ἀπόδειξη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι τὸ περιεχόμενο τῶν ρυθμίσεων τοῦ Νόμου 590 τοῦ 1977 «Περὶ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Στὸν νόμο αὐτόν, ποὺ ἔχει 75 ἄρθρα οἱ διατάξεις ποὺ ἀναφέρονται στὸ κύτταρο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ Ἐνορία εἶναι στοχευμένες στὸ νὰ ὑποβαθμισθεῖ ὁ ρόλος της καὶ εἶναι οἱ ἑξῆς μόνο.
α) Στὴν παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 11 ὁρίζεται ὅτι ἀποτελοῦν σὲ κάθε Μητρόπολη ὑποδιαίρεσή της καὶ ὅτι κέντρον της εἶναι ὁ ἀντίστοιχος ἐνοριακὸς ναός.
β) Στὸ ἄρθρο 30 ρυθμίζεται τὸ θέμα τῆς διαχείρισης τῶν εἰσφορῶν τῶν Ἱερῶν Ναῶν πρὸς συντήρηση τῶν Μητροπολιτικῶν Γραφείων ἢ ὡς πρόσοδοι τῆς Μητροπόλεως γιὰ ἐξυπηρέτηση ἄλλων σκοπῶν ποὺ αὐτὴ προκαθορίζει.
γ) Στὸ ἄρθρο 36 ἀναφέρεται ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Ἐνορίας ὡς ΝΠΔΔ, καὶ προσδιορίζονται οἱ ὅροι ἵδρυσης, συγχωνεύσεως ἢ καταργήσεως της.
Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι τὰ νομικὰ πρόσωπα δημασίου δικαίου ὑπόκεινται στὴν τήρηση κανόνων δημοσιονομικοῦ δικαίου (κοσμικοῦ) καὶ τὴν ὑλοποίηση ἐξουσίας ποὺ διὰ νόμου μεταβιβάζονται σὲ αὐτά.
Ὁ λαός μας ἀπέδειξε καὶ παλαιὰ καὶ σήμερα ἔχει ἰσχυρὴ παράδοση ἀνθρωπισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας ὀρθοτομοῦν «τὸν λόγο τῆς Ἀληθείας» τοῦ Κυρίου μας, ἔχουν ὡς στόχο γιὰ τὶς οἰκονομικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων τὸ πρότυπο τῆς πρώτης χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ἔστω καὶ ἐὰν αὐτὸ ρεαλιστικὰ φαίνεται σήμερα οὐτοπικό, ἐὰν ΤO ΔΙΑΚΥΡΡΗΣΣΟΥΝ μὲ παρρησία καὶ ὅση δύναμη ἔχουν, τότε ἔχοντας πίστη καὶ στὴν Θεία Πρόνοια κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ τὸ τί μπορεῖ νὰ γίνει κατορθωτὸ στὴ λειτουργία τῆς κάθε Ἐνορίας!
Τότε θὰ δικαιώσουμε μὲ τὰ ἔργα μας ὡς Ἐκκλησία τὴν ρήση τοῦ Κυρίου μᾶς «Ὕμεις ἐστέ το φῶς τοῦ κόσμού» (Ματθ. Κεφ. Ε΄, 14).

Μεγάλο κείμενο, δεν το διάβασα. Θέλω να δω πόσα θα δώσουν οι κεφαλές της Εκκλησίας μας. Με ηρεμία ρωτάω.
ΑπάντησηΔιαγραφή