Στὰ μισὰ τοῦ δρόμου ἀπὸ τὸ Πάσχα ὡς τὴν Πεντηκοστή, ἂς ἀναρωτηθοῦμε μήπως βολευόμαστε στὴν πνευματικὴ μετριότητα, στερῶντας τον χορτασμὸ τῆς ψυχῆς μας
Γράφει ὁ Ἐλευθέριος Ἀνδρώνης
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τὴν ψυχὴν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτὴρ ἐβόησας· ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω. Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι».
Αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπέροχο ἀπολυτίκιο τῆς μεγάλης δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, ὁ μέσος σταθμὸς ἡμερῶν μεταξὺ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Πεντηκοστῆς. «Εὑρισκόμενοι στὸ μέσο τῆς ἑορτῆς, πότισε τὴ διψασμένη μου ψυχὴ μὲ τὰ νάματα τῆς εὐσέβειας. Διότι Ἐσὺ Σωτῆρα διαλάλησες πρὸς ὅλους: "Ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρχεται σὲ ἐμένα καὶ ἂς πίνει". Χριστὲ ὁ Θεός, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, δόξα σὲ Ἐσένα».
Ἡ δίψα γιὰ τὸν Χριστὸ εἶναι κάτι ποὺ ἀτονεῖ μέσα μας, ὅσο περιπλανιόμαστε ἀπρόσεκτοι στὴν ἔρημο τοῦ κόσμου. Πολλὲς φορὲς θυμόμαστε τὴ δίψα γιὰ τὴν παρηγοριὰ τοῦ Χριστοῦ μόνο στὶς συμφορὲς καὶ τὶς ξαφνικὲς δοκιμασίες... Ὁ Θεός μᾶς ἔχει οἰκονομήσει τόσες γάργαρες πηγὲς γιὰ νὰ σβήνουμε τὴ δίψα μας, κι ὅμως ἐμεῖς συχνὰ βλέπουμε τὴ δροσιὰ ὡς πάρεργο καὶ ἀγγαρεία. Ἡ ψυχὴ ἀδημονεῖ γιὰ τὴν πόση χάριτος, κι ἐμεῖς ἀρκούμαστε σὲ λίγες σταγόνες ἴσα νὰ μὴν πάθουμε ἀφυδάτωση.
Δὲν διψᾶμε γιὰ τὴν ἐξομολόγηση καὶ πολλὲς φορές μας φαίνεται «βουνό». Δὲν διψᾶμε γιὰ προσευχή, ἀλλὰ βιάζουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν νὰ πρόκειται γιὰ κάτι τυπικό. Δὲν διψᾶμε νὰ μελετήσουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ προτιμοῦμε νὰ βομβαρδιζόμαστε μὲ χιλιάδες βλαβερὲς πληροφορίες. Δὲν διψᾶμε νὰ πᾶμε νωρὶς στὴ Θεία Λειτουργία, ἀλλὰ προτιμοῦμε νὰ ἐκκλησιαστοῦμε ἴσα – ἴσα γιὰ λίγη ὥρα, σὰν νὰ χτυπᾶμε «κάρτα» σὲ κάποια πεζὴ ὑποχρέωση.
Μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸν κόσμο καὶ τὸ ἄλλο στὴν ἐκκλησία, πατᾶμε σὲ δύο ἀσύμφωνες βάρκες περιμένοντας νὰ τραβήξουν ἴσια ρότα. Θέλουμε νὰ ἔχουμε «λίγο ἀπ’ ὅλα» στὶς ζωές μας, νὰ κερδίσουμε παράδεισο μὲ βῆμα σημειωτόν, μὲ τὸν ἐλάχιστο κόπο. Γινόμαστε Χριστιανοὶ τῆς μετριότητας, ὅταν στὴν ψυχὴ ἐξασθενεῖ τὸ αἰσθητήριο τῆς πνευματικῆς δίψας. Ὁ καλὸς Θεὸς βέβαια ἐπιβραβεύει καὶ τὴ σύγκρουσή μας μὲ τὸν νωθρὸ ἑαυτό μας, ἀλλὰ πόσο τραγικὸ εἶναι νὰ ξοδεύουμε μιὰ ζωὴ μὲ ξηρὲς τὶς γλῶσσες μας, ἐνῷ γύρω μας ἀναβλύζουν ὁρμητικὰ οἱ πηγὲς τῆς ἁγιότητας;
Ἐνῷ οἱ μολυσμένοι βοῦρκοι τοῦ κόσμου δὲν ξεδιψοῦν ποτὲ τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν κάνουν νὰ ἐθίζεται ὅλο καὶ περισσότερο στὴ λάσπη, τὰ πεντακάθαρα νάματα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀρδέψουν κάθε ξηρασία τῆς ψυχῆς μας, ἀρκεῖ νὰ βουτήξουμε ἀνυπόκριτα στὸ βάθος τοῦ ἐλέους Του καὶ ὄχι νὰ τσαλαβουτᾶμε μίζερα στὴν ἐπιφάνεια.
Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἐτιμᾶτο μὲ μεγάλη μεγαλοπρέπεια στὰ χρόνια τοῦ Βυζαντίου, μὲ τὸν Αὐτοκράτορα, τὸν Πατριάρχη καὶ τὸν πιστὸ λαὸ νὰ δοξάζουν τὸν Τριαδικὸ Θεὸ γιὰ τὰ κοσμοσωτήρια γεγονότα τῆς Ἀνάστασης καὶ τῆς ἐπιφοίτησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, ἀναφέρεται ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ στὸ Ναὸ τοῦ Σολομῶντα, ὁ θαυμασμὸς τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὴ σοφία Του, καὶ ὁ σκανδαλισμός τους γιὰ τὴ μεσσιανικὴ διακήρυξη Του.
Ἡ ἴδια ἱστορία ἐξακολουθεῖ νὰ γράφεται ὡς σήμερα. Τὸ ὕδωρ τὸ ζὼν ρέει ἀνάμεσα στὶς ζωές μας καὶ ἄλλοι τὸ θαυμάζουν ἐπιφανειακὰ χωρὶς νὰ πίνουν οὔτε γουλιά, ἄλλοι τὸ ἀποστρέφονται καὶ ζητοῦν μάταια νὰ τὸ ξηράνουν, κι ἄλλοι πίνουν φειδωλὰ ἴσα νὰ δροσίσουν τὸν οὐρανίσκο τους. Λίγοι μόνο ζητοῦν νὰ μεθύσουν στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θείας χάριτος, μὲ αὐτὸ τὸ γλυκόπιοτο νερὸ ποὺ ἀενάως ψάχνει νὰ ἀναπαύσει τὸν ἄνθρωπο.
Ἂν δὲν διψᾶμε γιὰ τὸν Θεό, πάει νὰ πεῖ ὅτι ἡ ἀγάπη μας γιὰ Ἐκεῖνον εἶναι ξερικὸ χωράφι ποὺ τίποτε τὸ καρπερὸ δὲν θὰ φυτρώσει. Σκεφτόμαστε καθημερινὰ τὸν Θεό; Τὸν ἐπικαλούμαστε; Ποθοῦμε νὰ ἐξερευνοῦμε τὰ βάθη τῆς δόξας του; Μιλοῦμε συχνὰ γιὰ Ἐκεῖνον; Τὸν ὁμολογοῦμε; Ἀναλογιζόμαστε συνεχῶς ἂν τὸν θλίβουμε; Θυσιάζουμε ὅλο καὶ περισσότερα θελήματά μας; Ἀφηνόμαστε στὴν ἀγάπη Του ἢ ὑπολογίζουμε τί θὰ πάρουμε καὶ τί θὰ δώσουμε; Μὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἂς λογαριάσουμε πόση δίψα ἔχουμε πράγματι γιὰ τὸν Θεό.
Ὅπως τὸ νερὸ εἶναι τὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς γιὰ τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κρατάει ἐν ζωῇ τὸ πνεῦμα. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀκόλαστη καὶ ἀκόρεστη, μονάχα τὸ Εὐαγγέλιο μπορεῖ νὰ σβήσει τὸ πῦρ ποὺ ἔχει ζώσει τὴν ἀνθρωπότητα. «Ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρχεται σὲ ἐμένα καὶ ἂς πίνει», μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸ «Ἱερὸ» τῆς Βασιλείας Του. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔπλασε γιὰ μερικὲς σταλιὲς χάριτος, ἀλλὰ γιὰ νὰ χορταίνουμε ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ τὶς ἀμέτρητες δωρεές Του. Ἐμπρὸς λοιπὸν νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν ἔρημο τῆς μετριότητας...
Αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπέροχο ἀπολυτίκιο τῆς μεγάλης δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, ὁ μέσος σταθμὸς ἡμερῶν μεταξὺ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Πεντηκοστῆς. «Εὑρισκόμενοι στὸ μέσο τῆς ἑορτῆς, πότισε τὴ διψασμένη μου ψυχὴ μὲ τὰ νάματα τῆς εὐσέβειας. Διότι Ἐσὺ Σωτῆρα διαλάλησες πρὸς ὅλους: "Ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρχεται σὲ ἐμένα καὶ ἂς πίνει". Χριστὲ ὁ Θεός, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, δόξα σὲ Ἐσένα».
Ἡ δίψα γιὰ τὸν Χριστὸ εἶναι κάτι ποὺ ἀτονεῖ μέσα μας, ὅσο περιπλανιόμαστε ἀπρόσεκτοι στὴν ἔρημο τοῦ κόσμου. Πολλὲς φορὲς θυμόμαστε τὴ δίψα γιὰ τὴν παρηγοριὰ τοῦ Χριστοῦ μόνο στὶς συμφορὲς καὶ τὶς ξαφνικὲς δοκιμασίες... Ὁ Θεός μᾶς ἔχει οἰκονομήσει τόσες γάργαρες πηγὲς γιὰ νὰ σβήνουμε τὴ δίψα μας, κι ὅμως ἐμεῖς συχνὰ βλέπουμε τὴ δροσιὰ ὡς πάρεργο καὶ ἀγγαρεία. Ἡ ψυχὴ ἀδημονεῖ γιὰ τὴν πόση χάριτος, κι ἐμεῖς ἀρκούμαστε σὲ λίγες σταγόνες ἴσα νὰ μὴν πάθουμε ἀφυδάτωση.
Δὲν διψᾶμε γιὰ τὴν ἐξομολόγηση καὶ πολλὲς φορές μας φαίνεται «βουνό». Δὲν διψᾶμε γιὰ προσευχή, ἀλλὰ βιάζουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν νὰ πρόκειται γιὰ κάτι τυπικό. Δὲν διψᾶμε νὰ μελετήσουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ προτιμοῦμε νὰ βομβαρδιζόμαστε μὲ χιλιάδες βλαβερὲς πληροφορίες. Δὲν διψᾶμε νὰ πᾶμε νωρὶς στὴ Θεία Λειτουργία, ἀλλὰ προτιμοῦμε νὰ ἐκκλησιαστοῦμε ἴσα – ἴσα γιὰ λίγη ὥρα, σὰν νὰ χτυπᾶμε «κάρτα» σὲ κάποια πεζὴ ὑποχρέωση.
Μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸν κόσμο καὶ τὸ ἄλλο στὴν ἐκκλησία, πατᾶμε σὲ δύο ἀσύμφωνες βάρκες περιμένοντας νὰ τραβήξουν ἴσια ρότα. Θέλουμε νὰ ἔχουμε «λίγο ἀπ’ ὅλα» στὶς ζωές μας, νὰ κερδίσουμε παράδεισο μὲ βῆμα σημειωτόν, μὲ τὸν ἐλάχιστο κόπο. Γινόμαστε Χριστιανοὶ τῆς μετριότητας, ὅταν στὴν ψυχὴ ἐξασθενεῖ τὸ αἰσθητήριο τῆς πνευματικῆς δίψας. Ὁ καλὸς Θεὸς βέβαια ἐπιβραβεύει καὶ τὴ σύγκρουσή μας μὲ τὸν νωθρὸ ἑαυτό μας, ἀλλὰ πόσο τραγικὸ εἶναι νὰ ξοδεύουμε μιὰ ζωὴ μὲ ξηρὲς τὶς γλῶσσες μας, ἐνῷ γύρω μας ἀναβλύζουν ὁρμητικὰ οἱ πηγὲς τῆς ἁγιότητας;
Ἐνῷ οἱ μολυσμένοι βοῦρκοι τοῦ κόσμου δὲν ξεδιψοῦν ποτὲ τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν κάνουν νὰ ἐθίζεται ὅλο καὶ περισσότερο στὴ λάσπη, τὰ πεντακάθαρα νάματα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀρδέψουν κάθε ξηρασία τῆς ψυχῆς μας, ἀρκεῖ νὰ βουτήξουμε ἀνυπόκριτα στὸ βάθος τοῦ ἐλέους Του καὶ ὄχι νὰ τσαλαβουτᾶμε μίζερα στὴν ἐπιφάνεια.
Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἐτιμᾶτο μὲ μεγάλη μεγαλοπρέπεια στὰ χρόνια τοῦ Βυζαντίου, μὲ τὸν Αὐτοκράτορα, τὸν Πατριάρχη καὶ τὸν πιστὸ λαὸ νὰ δοξάζουν τὸν Τριαδικὸ Θεὸ γιὰ τὰ κοσμοσωτήρια γεγονότα τῆς Ἀνάστασης καὶ τῆς ἐπιφοίτησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, ἀναφέρεται ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ στὸ Ναὸ τοῦ Σολομῶντα, ὁ θαυμασμὸς τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὴ σοφία Του, καὶ ὁ σκανδαλισμός τους γιὰ τὴ μεσσιανικὴ διακήρυξη Του.
Ἡ ἴδια ἱστορία ἐξακολουθεῖ νὰ γράφεται ὡς σήμερα. Τὸ ὕδωρ τὸ ζὼν ρέει ἀνάμεσα στὶς ζωές μας καὶ ἄλλοι τὸ θαυμάζουν ἐπιφανειακὰ χωρὶς νὰ πίνουν οὔτε γουλιά, ἄλλοι τὸ ἀποστρέφονται καὶ ζητοῦν μάταια νὰ τὸ ξηράνουν, κι ἄλλοι πίνουν φειδωλὰ ἴσα νὰ δροσίσουν τὸν οὐρανίσκο τους. Λίγοι μόνο ζητοῦν νὰ μεθύσουν στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θείας χάριτος, μὲ αὐτὸ τὸ γλυκόπιοτο νερὸ ποὺ ἀενάως ψάχνει νὰ ἀναπαύσει τὸν ἄνθρωπο.
Ἂν δὲν διψᾶμε γιὰ τὸν Θεό, πάει νὰ πεῖ ὅτι ἡ ἀγάπη μας γιὰ Ἐκεῖνον εἶναι ξερικὸ χωράφι ποὺ τίποτε τὸ καρπερὸ δὲν θὰ φυτρώσει. Σκεφτόμαστε καθημερινὰ τὸν Θεό; Τὸν ἐπικαλούμαστε; Ποθοῦμε νὰ ἐξερευνοῦμε τὰ βάθη τῆς δόξας του; Μιλοῦμε συχνὰ γιὰ Ἐκεῖνον; Τὸν ὁμολογοῦμε; Ἀναλογιζόμαστε συνεχῶς ἂν τὸν θλίβουμε; Θυσιάζουμε ὅλο καὶ περισσότερα θελήματά μας; Ἀφηνόμαστε στὴν ἀγάπη Του ἢ ὑπολογίζουμε τί θὰ πάρουμε καὶ τί θὰ δώσουμε; Μὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἂς λογαριάσουμε πόση δίψα ἔχουμε πράγματι γιὰ τὸν Θεό.
Ὅπως τὸ νερὸ εἶναι τὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς γιὰ τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κρατάει ἐν ζωῇ τὸ πνεῦμα. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀκόλαστη καὶ ἀκόρεστη, μονάχα τὸ Εὐαγγέλιο μπορεῖ νὰ σβήσει τὸ πῦρ ποὺ ἔχει ζώσει τὴν ἀνθρωπότητα. «Ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρχεται σὲ ἐμένα καὶ ἂς πίνει», μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸ «Ἱερὸ» τῆς Βασιλείας Του. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔπλασε γιὰ μερικὲς σταλιὲς χάριτος, ἀλλὰ γιὰ νὰ χορταίνουμε ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ τὶς ἀμέτρητες δωρεές Του. Ἐμπρὸς λοιπὸν νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν ἔρημο τῆς μετριότητας...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου