11 Ιουλ 2022

«Ὅλα προσεύχονται»: τό τελευταῖο μάθημα στήν Στ' δημοτικοῦ

Ὅσοι δάσκαλοι δίδαξαν στήν Στ' δημοτικοῦ καί οἱ γονεῖς παιδιῶν πού τέλειωσαν τό πρῶτο, ἀθῶο καί ἡλιόλουστο, πρῶτο σχολεῖο, θά καταλάβουν καλύτερα. Ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ, τῆς ἀποφοίτησης. Ὥρα χαρμολύπης. Ἡ λύπη τοῦ ἀποχωρισμοῦ καί ἡ χαρά τοῦ νέου ταξιδιοῦ. Εἶναι καί τό καλοκαίρι πού ἔρχεται, ἐξορμήσεις στήν θάλασσα, τήν γαλάζια, ὅλο θέλγητρα, «νοικοκυρά» τῆς πατρίδας μας καί μετριάζεται ἡ στενοχωρία τοῦ ἀποχωρισμοῦ.

Τά «ἐκτάκια», νόστιμο ὑποκοριστικό, μέ καλοσυνάτη ἀνησυχία ὅλες τίς προηγούμενες ἡμέρες, ἑτοιμάζουν τίς ἀποσκευές... τους, μαζεύουν τίς δροσερές μνῆμες τους, ὁδεύουν γιά τό γυμνάσιο. Στό κατώφλι τῆς ἐφηβείας, μέ φῶς ἀκόμη στήν καρδιά τους, ἀσυννέφιαστα ἀπό τίς ψυχοφθόρες ἔγνοιες καί μέριμνες πού τηγανίζουν τούς «ἐπίλοιπους» ἀνθρώπους. Παραδέρνει ἀπελπισμένη ἡ κοινωνίας μας, «μεγάλοι ἔμποροι πωλοῦν τά ἔθνη σάν κοπάδια», πού λέει καί ὁ ποιητής. Προσπαθοῦμε, ὅσοι δάσκαλοι δέν ὑποκύπτουμε στίς σειρηνωδίες τῆς ἐποχῆς, νά κτίζουμε τείχη ὁλόγυρά τους, νά μείνουν μακριά «ἀπ' τῆς χώρας τῆς ἀκάθαρτης, πολύβοης καί ἀρρωστιάρας» τά σκοτάδια, ὅπως ὡραῖα τό ἱστορεῖ ὁ Παλαμᾶς στό ἔξοχο ποίημά του «Τά σχολειά χτίστε».

Τήν ἴδια χαρμολύπη αἰσθανόμαστε καί οἱ δάσκαλοι πού κατευοδώνουμε μαθητές τῆς Στ' τάξης. Χαρά, γιατί τέλειωσε ὁ καλός ἀγῶνας μας, μέ κρυφή περηφάνια, γιατί ἐν,ἕν μέσῳ παιδομαζώματος - ἡ κρατική ἐκπαίδευση γεμάτη ἀκαθαρσίες- παλέψαμε νά ἀποκαλύψουμε στά παιδιά μας τά ἀδαπάνητα καλούδια τῆς παράδοσής μας, ὥστε νά ἰσορροπήσουν, νά βροῦν τόν δρόμο τους, νά χαροῦν τήν ζωή τους. «Ποῖον γάρ ἔχει μισθόν διδάσκαλος οὐκ ἔχων ἐπιδεῖξαι τούς διδαχθέντας;», ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἡ χαρά τοῦ δασκάλου εἶναι ἡ πνευματική πρόοδος τῶν μαθητῶν του. Εὐλογημένο τό ἐπάγγελμά μας, ὅταν προσφέρεις τήν φιλότιμη  ἀγάπη στούς μαθητές σου, στήν ἀνταποδίδουν, μέ μιά ἀνθοδέσμη καλοσύνης.

Ἔχω συνήθειο νά προσφέρω ἕνα δῶρο ἀποφοίτησης. Τί δῶρο; Μιά ξύλινη εἰκονίτσα τοῦ ἁγίου Παϊσίου- δῶρο καί εὐλογία φίλου ἁγιογράφου - νά τήν ἔχουν στό γραφεῖο ἤ πάνω ἀπό τό προσκεφάλι τους «γιά νά τούς φυλάει». Χαίρονται. Τόν ἅγιο πολλές φορές «τόν ἔπιασα ἀπό τό χέρι» καί τόν ἔβαλα νά διδάξει στά παιδιά. Τόν ἀγαποῦν. Καί πῶς ἀλλιῶς; Τόν αἰσθάνονται σάν συμμαθητή τους, παιδί τοῦ Χριστοῦ μας καί ὁ γέροντας...

Τούς διάβασα καί τούς ἔδωσα κι ἕνα ποίημα. Ἐξάλλου τό τελευταῖο κείμενο πού περιέχουν τά τάχα καί βιβλία Γλώσσας τῆς Στ' δημοτικοῦ, τό κείμενο μέ τό ὁποῖο τά στέλνουμε στό γυμνάσιο θά ἔλεγα, εἶναι μιά παρότρυνση νά πάρουν μέρος σέ ἕνα συλλαλητήριο. Ἔτσι ἀκριβῶς, ὅπως τό γράφω. (Στήν σελίδα 85 τοῦ Γ' τεύχους τοῦ βιβλίου Γλώσσας τῆς Στ' δημοτικοῦ). Αὐτό βρῆκαν νά βάλουν οἱ ἐθνομηδενιστές πού κρατοῦν αἰχμάλωτο δεκαετίες τώρα τό ὑπουργεῖο νεοταξικῆς ἐκπαίδευσης.

Τό ποίημα εἶναι τοῦ Ἀχιλλέα Παράσχου, (1838-1895), περιεχόταν σέ παλιά «Ἀναγνωστικά», μέ τίτλο «ὅλα προσεύχονται». Ὡς γνωστόν ὅτι δέν εἶναι πρόσφατο, τοῦ τωρινοῦ «ἀγγελικοῦ κόσμου» μας, μέ ὕπουλες δυσωδίες ἀνθελληνισμοῦ, ἐκκλησιομαχίας καί «διαφορετικότητας», δέν ἔχει θέση στά σχολικά βιβλία. Προσευχή σέ σχολικό βιβλίο; Ποιός ἀκούει τίς τσιρίδες καί τά οὐρλιαχτά τῶν ποικιλώνυμων γραικύλων!!

Παραθέτω τό ὅλο γαλήνη καί ὀμορφιά ποίημα. Γραμμένο σέ γλῶσσα στρωτή, κατανοητή, σέ ὡραῖα ἑλληνικά.

«Ὅλα προσεύχονται· καί γῆ καί οὐρανός κι ἀστέρια,
Καί τά πουλιά πού ἔχουνε στά σύννεφα λημέρια,
Καί ὅσα ἔχουνε ζωή κι ὅσα ζωή δέν ἔχουν,
Κ' ἐκεῖνα ὅπου ἕρπουνε, κ' ἐκεῖνα ὅπου τρέχουν!

Ὅλα προσεύχονται! τῆς γῆς τό ταπεινό χορτάρι,
Ὁ ἥλιος ὁ περήφανος, τό ἀργυρό φεγγάρι,
Ἡ θάλασσα, οἱ ρύακες, τό δάσος καί ἤ βρύση·
Δέν ἀπομένει τίποτε χωρίς νά προσκυνήσει
Καί δίχως νά προσευχηθεῖ στοῦ κόσμου τόν Πατέρα!
Προσεύχεται καί ἡ νυχτιά, προσεύχεται κ' ἡ 'μέρα,
Κ' ἡ φλόγα πού σηκώνεται ἀπάνω κι ἀναβαίνει,
Ὅταν στά ἔρημα βουνά, φτωχό βοσκό ζεσταίνει.
Προσεύχεται κι ὁ οὐρανός σάν ἔχει καλοσύνη,
Κι ὁ ἥλιος ὅταν σ' ἄρρωστο ζωή καί ζέστη δίνει·
Τοῦ πόλου τ' ἄστρο π' ὁδηγεῖ τοῦ ναύτη τό τιμόνι,
Τήν ὥρα ἐκείνη δέεται γιατί ψυχές γλιτώνει.
Προσεύχεται καί τ' ἄγριο θηρίο στή σπηλιά του
Ὅταν γερμένο κ' ἥσυχο χαϊδεύει τά μικρά του.
Τό σκουληκάκι τό κορμί στόν ἥλιο σά ζεσταίνει,
Τό χέρι ὅταν ἐλεεῖ, ἡ γῆ ὅταν βλασταίνει,
Καί τ' ἄνθος πού τριγύρω τοῦ σκορπίζει τήν πνοή του·
Εἶναι ἡ μυρισμένη του πνοή ἡ προσευχή του!
Ὅλα καί ὅλοι δέονται καί νύχτα καί ἡμέρα
Στόν παντοδύναμο Θεό, στόν σπλαχνικό Πατέρα.
Προσεύχεται ὅταν κανείς τό ἔργο του πιστεύει,
Κάνει μεγάλη προσευχή τό χέρι πού δουλεύει.
Τό χέρι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ προσεύχεται καί κεῖνο
Ὅταν ἀνοίγει τό κλουβί στόν σκλαβωμένο σπίνο.
Προσεύχεσαι ὅταν ζητᾶς ψωμί γιά ξένο στόμα,
Καί ὅταν θυμᾶσαι τούς νεκρούς πού κείτονται στό χῶμα.
Εἶναι ἅγια προσευχή το γέρο νά ζεσταίνεις,
Καί τοῦ ἐχθροῦ σου τήν πληγή μέ δάκρυα νά πλένεις».

Κατάνυξη, συγκίνηση μές στήν αἴθουσα. Φανερώθηκε ἐνώπιόν τους μιά ἄλλη Ἑλλάδα. Ἡ πάλαι ποτέ Πονεμένη Ρωμιοσύνη ξεδιπλώθηκε, οἱ κρυμμένες φυλλωσιές της, μέ τά ἀρώματα, «τούς κελαηδισμούς καί τούς μόσκους της». «Καί τά βιβλία νά εἶναι σάν τά κρίνα», κανοναρχοῦσε ὁ Παλαμᾶς. Καί τά σημερινά βιβλία «πανέρια μέ ὀχιές», γι' αὐτό τά παιδιά ἀηδιασμένα «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπό ξένες γλῶσσες» (Σεφέρης), στρέφονται σέ ἄλλες πηγές νά ξεδιψάσουν, θολές καί «θυμωμένες» καί ἀγρίεψαν καί μᾶς περιφρονοῦν.

Ἄς τό καταλάβουμε. Σήμερα τό σχολεῖο καλλιεργεῖ τό μῖσος γιά τό παρελθόν. Τό φανερώνει αὐτό ἡ ἀπροκάλυπτη πολεμική κατά τῆς Γλώσσας, τῆς Ἱστορίας, τῶν Θρησκευτικῶν καί ἡ ἀπουσία κειμένων πού θά λειτουργήσουν ὡς στυπτικό γιά τήν καταπολέμηση τῶν σκουπιδιῶν πού περιζώνουν τά παιδιά.

Γκρεμίσαμε ἀσυλλόγιστα τίς γέφυρες πού μᾶς φέρνουν στίς ρίζες μας, τήν μόνη δύναμη πού μπορεῖ νά στηρίζει τό ἑλληνικό ἔθνος στίς μεγάλες δοκιμασίες τοῦ καιροῦ μας.

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.