ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

11 Σεπ 2016

Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος ὁ μάγειρας

Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος, ἂν καὶ ἦταν ἀγράμματος, ἦταν ἀληθινὰ εὐσεβὴς καὶ πιστός. Ἔκανε οἰκονομίες μὲ στερήσεις τοῦ ἑαυτοῦ του, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κάνει ἐλεημοσύνες. Τὸ ἐπάγγελμά του, τοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρώει πρῶτος τὰ καλύτερα φαγητά. Αὐτὸς ὅμως, δὲν θέλησε νὰ τὸ μεταχειριστεῖ ποτέ. Ἔτρωγε μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση τὰ χόρτα καὶ τὶς ἐλιές του, τὴ στιγμὴ ποὺ ἔβραζαν ἢ ἔψηναν μπροστά του τὰ ὀρεκτικότερα κρέατα καὶ τὰ προκλητικότερα ψάρια.
Σὲ ἀνδρικὴ ἡλικία ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ εἰσῆλθε σὲ κοινόβιο, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ μαγείρου. Στὸ μοναστήρι ἒφτιαχνε μετριότατο φαγητό.
Σὲ μερικοὺς ποὺ τὸν εἰρωνεύονταν γι' αὐτὴ του τὴν κατάσταση, ὁ Εὐφρόσυνος μὲ πραότητα ἀπαντοῦσε: «Ἡ καλὴ μαγειρικὴ δὲν εἶναι τόσο καλὸς βοηθὸς γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τὴν πολλὴ εὐφροσύνη ποὺ ζητοῦν τὰ σώματα, θὰ τὴ χάσουν κατ' ἀνάγκην οἱ ψυχές. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω ἐδῶ προορισμὸ νὰ σᾶς κολάσω».
Περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς συμμοναστές του γιὰ τὴν ἀπαιδευσία καὶ τὴν ἁπλοϊκότητά του, ἐγκολπώθηκε τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστο καὶ τοὺς ὑπηρετοῦσε στὴν διακονία τοῦ μαγειρείου. Καὶ καθὼς πάντα ἦταν κατακαπνισμένος ἀπὸ τὴν ἀνθρακιὰ καὶ τὶς στάχτες, ὅλοι τὸν περιγελοῦσαν καὶ τὸν ἐνέπαιζαν, ἄλλα καὶ δαρμοὺς δεχόταν ἀπὸ τοὺς ἀμελέστερους ποὺ ἔβρισκαν ἀφορμὴ τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἀνεξικακία του. Αὐτὸς ὅμως ὁ μακάριος μὲ γενναιότητα...
καρδίας ὑπέμεινε τοὺς ἐξευτελισμοὺς καὶ τὶς ταπεινώσεις καὶ ἄλλοτε μὲν λουσμένος στὸν ἱδρώτα, ἄλλοτε δὲ λαχανιασμένος καὶ χαρούμενος, διήνυε ἐν τῷ κρύπτω τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν διαφεύγοντας τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων.

Στὸ κοινόβιο ἐκεῖνο ὑπῆρχε κάποιος ἐνάρετος ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τρία χρόνια μὲ νηστεῖες καὶ προσευχὲς ἱκέτευε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει τὰ ἀγαθά, «ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν» (Α’ Κορ. 2, 9). Μία νύκτα, ἐνῶ κοιμόταν, ἁρπάχθηκε ὁ νοῦς του στὸν παράδεισο, σὲ πάντερπνο καὶ μυροβόλο κῆπο γεμάτο πολυποίκιλα δένδρα, εὔοσμα ἄνθη καὶ διαυγέστατα τρεχούμενα νερά, ποὺ γλώσσα ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψει. Ἐνῶ διαλογιζόταν τίνος ἄραγε νὰ εἶναι ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος παράδεισος, βλέπει τὸν μάγειρα τῆς μονῆς Εὐφρόσυνο στὸ μέσον του κήπου νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἄρρητα ἀγαθά. Ἔκπληκτος τὸν ρώτησε πὼς βρέθηκε ἐκεῖ καὶ ἂν αὐτὸς ἦταν ὁ τόπος ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ ὅσους τὸν ἀγαποῦν.

Ὁ Εὐφρόσυνός τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ μέν, τίμιε πάτερ, ὅπως γνωρίζεις, δὲν ξεύρω γράμματα - ἀπὸ σᾶς ἀκούω αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος. Ἐπειδὴ ὅμως ἐλάχιστα βιάσαμε τὸν ἑαυτό μας, βλέπομε ἕνα μέρος ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὁ Θεὸς ἑτοίμασε γιὰ ὅσους τὸν ἀγαποῦν διότι ἄνθρωπος ποὺ φορεῖ σάρκα δὲν θὰ ἀντέξει νὰ δεῖ περισσότερα». Ὁ ἱερεὺς τὸν ρώτησε ἂν εἶχε ἔλθει καὶ ἄλλη φορᾶ - ὁ Εὐφρόσυνος τοῦ ἀπάντησε: «Μὲ τὴν χάρη τοῦ θεοῦ ἐδῶ μένω πάντοτε καὶ εἶμαι φύλακας τοῦ κήπου». Τότε ὁ ἱερεὺς τοῦ ἔδειξε τρία ὡραιότατα μεγάλα μῆλα καὶ τὸν ἐρώτησε ἂν εἶχε ἐξουσία νὰ τοῦ τὰ δώσει. Ὁ Εὐφρόσυνος τὰ ἔκοψε ἀμέσως καὶ τοῦ τὰ ἔβαλε στὸ ράσο.

Τὴν ὥρα ἐκείνη κτύπησε τὸ σήμαντρο γιὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου. Ὁ ἱερεύς, ἀναπηδώντας ἀπὸ τὸ κλινάρι του, νόμιζε πὼς εἶχε δεῖ ὄνειρο καὶ ἐξεπλάγη ὅταν μέσα στὸ ράσο του βρῆκε τοὺς τρεῖς παραδείσιους καρπούς. Στὸν ναὸ εἶδε τὸν Εὐφρόσυνο νὰ στέκεται ὅπως πάντα στὸ στασίδι του. Πέφτοντας στὰ πόδια τὸν ἐκλιπαροῦσε νὰ τοῦ πεῖ ποῦ βρισκόταν ἐκείνη τὴν νύκτα. «Ἐκεῖ ἤμουν, πάτερ», τοῦ ἀπάντησε, «ὅπου μὲ βρῆκες». «Καὶ τί μοῦ ἔδωσες, δοῦλε τοῦ Θεοῦ; πές μου», ρώτησε πάλι ὁ ἱερεύς. «Τρία μῆλα ζήτησες καὶ σοῦ τὰ ἔδωσα», τοῦ ἀποκρίθηκε μὲ ταπείνωση ὁ μάγειρας. Ὁ ἱερεὺς τοῦ ἔβαλε μετάνοια καὶ πῆγε στὴν θέση του. Μετὰ τὴν ἀπόλυση ἔφερε ἀπὸ τὸ κελλὶ του τὰ τρία μῆλα, τὰ ἔδειξε στοὺς ἀδελφοὺς καὶ διηγήθηκε ὅσα συνέβησαν τὴν νύκτα. Ἐκεῖνοι θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸν Θεό. Ἔπειτα τὰ κατατεμάχισαν καὶ τὰ ἔβαλαν σὲ δίσκο. Ὅσοι μετέλαβαν ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ δεσποτικοῦ κήπου θεραπεύθηκαν ἀπὸ κάθε ἀσθένεια.

Ὁ δὲ μακάριος Εὐφρόσυνος, τὴν ὥρα ποὺ οἱ μοναχοὶ ἄκουγαν προσεκτικὰ τὴν διήγηση τοῦ ἱερέως, ἄνοιξε τὴν πλάγια θύρα τῆς ἐκκλησίας καί, φεύγοντας τὴν ἀνθρώπινη δόξα, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν μονὴ καὶ δὲν φάνηκε ποτὲ πιά.
Ἀποτμῆμα τοῦ Ἁγίου βρίσκεται στὴ Μονὴ Λουκοὺς Ἀστρους Κυνουρίας.

Ἐπιμέλεια τοῦ συναξαρίου Χριστόδουλος Ἠλιάδης

1 σχόλιο:

  1. Δόξα σοι ο Θεός! Αυτοί είναι οι άγιοι της πίστης μας. Είναι "τα καμάρια" μας, είναι η χαρά μας. Φτάνει που διαβάζουμε τους βίους τους, όσο ανάξιοι κι αν είμαστε. Πόση χαρά και πόσο κουράγιο δίνουν στην ψυχή και μάλιστα στα δύσκολα αυτά χρόνια! Μην απελπιζόμαστε αδέλφια!Οι άγιοι "μάς έχουν από κοντά" και αδιαλείπτως εύχονται για μας.
    Σ.Η.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εάν χρησιμοποιείτε συσκευές με λειτουργικό σύστημα Android και δεν αναγνωρίζει το πολυτονικό σύστημα (δεν φαίνονται δηλαδή όλα τα γράμματα στις αναρτήσεις), κατεβάστε από το google store το Mozilla Firefox Browser ώστε να μπαίνετε από αυτόν τον Browser και να επιλυθεί το πρόβλημά σας. Κατεβάστε το από ΕΔΩ.

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.

Φόρτωση...