ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

9 Δεκ 2014

Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὴν σύλληψη τῆς Ἁγίας Ἄννης

Σὰν εἰκόνα τῆς δημιουργίας, εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Μαρία εἶναι ἐπίσης «ἡ αὐγὴ τῆς μυστηριώδους ἡμέρας» -ἡ πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ παρουσία ἀνάμεσά μας ἐκείνης τῆς “κατανοητῆς ἐσχατολογίας”, ἡ ὁποία ἀναφέρεται τόσο συχνὰ ἀπὸ Θεολόγους. Ἀπὸ ποιὰ μυστικὴ πηγὴ ἔμαθε ἡ Ἐκκλησία ὅτι ἐκείνη ποὺ εἴναι «παρθένος μετὰ τόκον» - εἶναι ἐπίσης«μετὰ θάνατον ζῶσα» (Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως).
Ἡ Χριστιανικὴ Ἀνατολὴ ποτὲ δὲ λογικοποίησε αὐτὸ τὸ μυστήριο οὔτε τὸ ἔχει ἐκφράσει σὲ κατηγορίες, ὅπως π.χ. προπατορικὸ ἁμάρτημα, ἄσπιλη σύλληψη καὶ donum superadditum. Διαφορετικὰ σ’ αὐτὸ ἀπὸ τὴ Δυτικὴ Μαριολογία, ἡ Ὀρθοδοξία παραδέχεται ὅτι ἡ Μαρία μοιράστηκε μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρωπότητα τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ὅτι πέρασε ἀπὸ τὸ φυσικὸ θάνατο. Τὸ θαυμαστὸ γι’ Αὐτὴν δὲν εἶναι (αὐτό, ποὺ πιστεύουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ) τὸ ὅτι, μὴ ἔχοντας προπατορικὸ ἁμάρτημα, δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ πεθάνει. Ἀντὶ γι’ αὐτό, εἶναι τὸ ὅτι ὁ θάνατός της γέμισε ἐντελῶς μὲ ζωὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἔτσι ἄλλαξε σὲ «εὐλογημένη μετάσταση». Εἶναι ἡ ὁλοκληρωτική της ἑνότητα μὲ τὸ Χριστό, ποὺ κατέστρεψε τὸ θάνατό της, καὶ τὴν ἔκαμε τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ἐγκαίνιο τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Σ’ Αὐτὴν ἕνα μέρος αὐτοῦ τοῦ κόσμου δοξάζεται ὁλοκληρωτικὰ καὶ θεώνεται, κι ἔτσι εἶναι ἡ «αὐγὴ τῆς μυστηριώδους...
ἡμέρας» τῆς Βασιλείας.
π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν
Μετάφραση: Μοναχὸς Θεοδόσιος  Σταυροβουνιωτης
(Πηγή: Περιοδικὸ «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία», ἐκδ. Παγκυπρίου Συλλόγου Ὀρθοδόξου Παραδόσεως “Οἱ φίλοι τοῦ Ἁγ. Ὄρους”. Λευκωσία –Κύπρος)

…Ἡ Παναγία, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, εἶναι «θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδὰμ» καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ «τὰς πατρικᾶς εὐθύνας» (Γ΄, 2) καὶ ὡς πρὸς τὴν σύλληψίν της καὶ γέννησιν ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ ὡς πρὸς τὸν θάνατόν της. Συνελήφθη ἐκ τοῦ σπέρματος τοῦ Ἰωακεὶμ (Α΄, 2) ἐν τῆ μήτρα τῆς Ἄννης, δηλαδὴ ἐκ τῆς φυσικῆς συναφείας τοῦ γάμου[1] Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης (Α΄, 2• Ἔκδ. IV, 14) καὶ «ἐκ γῆς ἔχει τὴν γένεσιν» (Α΄, 3), «φθαρτὸν ἐκ τοῦ Ἀδὰμ σῶμα κληρονομήσασα» (Γ΄,8). Ἀπέθανεν ἐπίσης θάνατον ἀνθρώπινον (Γ΄,15) καὶ ὡς «θυγάτηρ Ἀδάμ… δι΄ Ἀδὰμ τὸ σῶμα παραπέμπει τὴ γῆ» (Δ΄, 4), καὶ «φυσικῶς χωρίζεται» ἡ πανίερος καὶ μακαρία της ψυχὴ τοῦ πανολβίου καὶ ἀκηράτου τῆς σώματος καὶ τὸ σῶμα «τῆ νομίμω ταφῆ παραδίδοται» (Β΄, 10).
Ἑπομένως ἡ ἁγία Παρθένος ἦτο, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ, οὕτως ὥστε ὁ Δαμασκηνὸς νὰ ὁμιλῆ συγκεκριμένως περὶ καθάρσεως καὶ ἐξαγνισμοῦ καὶ ἑξαγιάσεώς της ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐν αὐτὴ συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου: «Ταύτην ὁ Πατὴρ μὲν προώρισε, προφῆται δὲ διὰ τοῦ Πνεύματος προεκήρυξαν, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος ἁγιαστικὴ δύναμις ἐπιφοιτήσασα ἐκάθηρέ τε καὶ ἠγίασε καὶ οἰονεῖ προήρδευσε» (Β΄, 4• Ἔκδ. ΙΙΙ, 2).
Αὐτὰ ὅλα ὅμως καθόλου δὲν σημαίνουν ὅτι ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς δὲν παραδέχεται καὶ δὲν ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Τουναντίον μαζὶ μὲ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ αὐτὸς ἐξαίρει καὶ δοξάζει πολὺ τὴν προσωπικὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ἀλλὰ δεικνύουν μόνον τὸ πόσον μακρὰν εἶναι ὁ ὀρθόδοξος ἱερὸς Πατὴρ ἀπὸ τὴν νεωτέραν αἱρετικὴν δοξασίαν τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας περὶ τῆς «ἀσπίλου συλλήψεως» τῆς Παναγίας καὶ τῆς γεννήσεώς της ἄνευ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος.
Ἡ καινοτομία αὐτή, προϊόν τοῦ «ἀλαθήτου» πάπα τοῦ Βατικανοῦ, ὄχι μόνον ἀποχωρίζει τὴν Παναγίαν ἀπὸ τοὺς προγόνους της, τοὺς προπάτορας, καὶ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπον ἀνθρωπότητα κατὰ τρόπον τόσον αὐθαίρετον, ὥστε νὰ ἀρνῆται ὅλον τὸ νόημα τῆς προετοιμαστικῆς οἰκονομίας τῆς ἱστορίας τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ μειώνει τὴν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ προσωπικὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας Παρθένου.
Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τὸ «δόγμα» αὐτὸ ὑπονομεύει καὶ ὁλόκληρον τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν τῆς σωτηρίας μας, διότι ἀρνεῖται τὴν ἑνότητα τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν πραγματικῶς σωτήριον σάρκωσιν τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἕνα γνήσιον ἀντιπρόσωπον τῆς ἀνθρωπότητος.
…Ἡ ἐν τῆ Παναγία καὶ ἐξ αὐτῆς ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου, κατὰ τὸν ἴδιον Πατέρα, «διὰ τοῦτο γέγονεν, ἴνα αὐτὴ ἡ ἁμαρτήσασα καὶ πεσοῦσα καὶ φθαρεῖσα φύσις νικήση τὸν ἀπαντήσαντα τύραννον καὶ οὕτω τῆς φθορᾶς ἐλευθερωθῆ» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12). Ὁ ἀναμάρτητος Κύριος προσέλαβε λοιπόν, ὡς Σωτήρ, καὶ τὰ «ἀδιάβλητα πάθη» τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπίνης φύσεως, τὰ ὁποία δὲν εἶχεν ὁ Ἀδὰμ πρὸ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ φιλάνθρωπος «συγκαταβατικὴ σάρκωσις» (Α΄, 2), «συγκαταβατικὴ ταπείνωσις» (Α΄, 3) καὶ «ὑψοποιὸς κένωσις» (Γ΄, 7) τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ αἴροντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Παναγία Θεοτόκος, ὡς «τὴν τοῦ κόσμου σωτηρίαν τὸν Χριστὸν κυήσασα (Β΄, 9), ἔγινε τῆς σωτηρίας ἠμῶν ἐργαστήριον: «Ἀμνὰς ἡ τεκοῦσα τὸν Ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, τὸ τῆς σωτηρίας ἠμῶν ἐργαστήριον, ἀγγελικῶν ὑπερτέρων δυνάμεων, δούλη καὶ μήτηρ Θεοῦ» Σωτῆρος (Δ΄, 5).
Δία τοῦτο ἠμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν παραδεχόμεθα τὴν ρωμαϊκὴν δοξασίαν περὶ τῆς «ἀσπίλου συλλήψεως» τῆς Θεοτόκου, περὶ τῆς ἐξαιρέσεώς της δηλαδὴ ἀπὸ τὴν κληρονομικότητα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, πράγμα πού, ὅπως εἴπομεν, ὑπονομεύει τὴν πραγματικότητα καὶ τὸ σωτήριόν της σαρκώσεως τοῦ Κυρίου.
Ἄλλωστε, ἂν ἡ Παναγία δὲν εὐρίσκετο ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, τίθεται τὸ ἐρώτημα πὼς τότε ἀπέθανεν[2], ἐφ΄ ὅσον ὁ θάνατος ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος («εἶπερ διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν ὁ θάνατος» Ἔκδ. ΙΙΙ, 27• Ρώμ. 5, 12), ὁ δὲ Κύριος «ἀναμάρτητος ὧν» («οὒχ ὑπέκειτο θανάτω») θνήσκει ἑκουσίως ὡς Σωτὴρ καὶ Λυτρωτής59, «τὸν ὑπὲρ ἠμῶν θάνατον ἀναδεχόμενος» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 27).
Ἠμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύομεν διὰ τὴν Θεοτόκον ὅπως μᾶς παρέδωκαν οἱ Πατέρες καὶ ὁ ἅγιος Δαμασκηνός, ἡ δὲ ἐσφαλμένη «εὐσέβεια» τῶν Δυτικῶν περὶ τὸ πρόσωπον τῆς Παναγίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὸ μέτρον τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀληθείας. Ἡ ρωμαιοκαθολικὴ «Μαριολογία» πάσχει ἀπὸ τὸν ἀποχωρισμόν της καὶ τὴν ἀνεξαρτητοποίησιν ἀπὸ τὴν Χριστολογίαν καὶ τὴν Σωτηριολογίαν. Παρ΄ὅλον ὅμως ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος εὐρίσκετο, ὡς ἐκ τῆς συλλήψεώς της, ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα ὡς κληρονόμος τῆς ἀδαμιαίας φύσεως, ἡ ἰδία προσωπικῶς, κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνόν, δὲν εἶχε καμμίαν προσωπικὴν ἁμαρτίαν. Τὴν προσωπικήν της ἁγιότητα ἐξαίρει καὶ τονίζει καὶ δοξάζει ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ ἱερὸς Πατήρ, καθὼς ἄλλωστε καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία μας.
***
[1]Κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνὸν «γάμου ἔκγονα πάντες βροτοὶ μετὰ τοὺς τοῦ γένους ἀρχηγέτας» (΄Ἔκδ. IV, 24). Μόνον ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη «οὐκ ἐκ συναφείας φυσικῆς» (Α΄, 3), «οὐκ ἐκ συναφείας ἀνδρὸς ἢ γεννήσεως ἐνηδόνου ἐν τὴ ἀχράντω μήτρα τῆς Παρθένου συλληφθεῖς, ἂλλ΄ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» (΄Ἔκδ. ΙΙΙ, 1). Ἐπίσης κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον: «Πάντες οἱ ἐξ Ἀδὰμ γεννώμενοι ἐν ἀνομίαις συλλαμβάνονται (Ψάλ. 50, 7), ὑποπίπτοντες τῆ τοῦ προπάτορος καταδίκη… Ἀρχὴν ἔσχε μετὰ τὴν παράβασιν ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις τῆς ἰδίας γενέσεως τὴν κὰθ΄ἡδονὴν ἐκ σπορᾶς σύλληψιν καὶ τὴν κατὰ ρεῦσιν γέννησιν, καὶ τέλος τὸν κὰτ΄ ὀδύνην διὰ φθορᾶς θάνατον.
Ὁ δὲ Κύριος ταύτην οὐκ ἔχων ἀρχὴν τῆς κατὰ σάρκας γεννήσεως, οὔτε τῷ τέλει, τουτέστι τῷ θανάτω, ὑπῆρχεν ἀλωτὸς» (PG 90, 788B, 1325B). Πρβλ. τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου: «Οὐ μὲν ἐτέρως γεγεννημένη (ἡ Ἁγία Παρθένος) παρὰ τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν, ἀλλὰ καθὼς πάντες ἐκ σπέρματος ἀνδρὸς καὶ μήτρας γυναικὸς (PG 42, 748). Πρβλ. καὶ Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια ΠΓ 98, 1485).
[2]Δία τοῦτο καὶ τὸ νεώτατον «δόγμα» τοῦ Βατικανοῦ περὶ ἐνσωμάτου ἀναλήψεως (Assumptio) τῆς Παναγίας εἰς τὸν οὐρανὸν (Βούλλα «Munificentissimus Deus» τοῦ πάπα Πίου ΙΒ΄, 1 Νοεμβρίου 1950) ἀποσιωπᾶ ἐντελῶς τὸ ἐὰν πράγματι ἀπέθανεν ἢ ὄχι ἡ Παναγία (πρβλ. M. Jugie, La dιfinition du Dogme de l΄Assomption, Breve analyse et commentaire de la constitution Apostolique «Munificentissimus Deus». Extrait de l’Annee Theologique, II, 1951, ὅπου ἀναφέρεται καὶ ὁ ὅρος τῆς Βούλλας: «Immaculatam Deiparam Virginem Mariam, expleto terrestris vitae cursu, fuisse corpore et anima ad coelestem gloriam assumptam», σέλ. 5).
Διότι, ἐνῶ ἡ ἀρχαία πίστις καὶ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ γενικῶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ἀνελήφθη καὶ τὸ σῶμα τῆς Παναγίας εἰς τοὺς οὐρανούς, ἀφοῦ ὅμως ἡ Παναγία προηγουμένως ἀπέθανε καὶ τὸ σῶμα της ἐνεταφιάσθη εἰς τὴν γῆν, ἡ Βούλλα τοῦ πάπα ἀναγκάζεται νὰ ἀποσιωπήση τὸ θέμα τοῦ θανάτου, διότι τὴν δεσμεύει τὸ προηγούμενον «δόγμα» τῆς «ἀσπίλου συλλήψεως».
Ἀθανάσιος Γέφτιτς, “Εἰσαγωγὴ” εἰς Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἡ Θεοτόκος – τέσσερις θεομητορικὲς ὁμιλίες, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1995(3).
Εκόνα: averoph.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εάν χρησιμοποιείτε συσκευές με λειτουργικό σύστημα Android και δεν αναγνωρίζει το πολυτονικό σύστημα (δεν φαίνονται δηλαδή όλα τα γράμματα στις αναρτήσεις), κατεβάστε από το google store το Mozilla Firefox Browser ώστε να μπαίνετε από αυτόν τον Browser και να επιλυθεί το πρόβλημά σας. Κατεβάστε το από ΕΔΩ.

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.

Φόρτωση...