Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στὰ πλαίσια τῆς ἑρμηνείας ποὺ ἔγινε στὸ κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 2001.
Τὸ ἠχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία - σὲ mp3 ἐδῶ
Ἀρχομένου τοῦ Τριωδίου καὶ θέλουσα ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν κάθαρση τῶν πραγμάτων, ποὺ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, ἔταξε αὐτὴ ἡ πολὺ γνωστή, μὰ ἡ τόσο πολὺ γνωστὴ περικοπὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, νὰ δίνει ἔναυσμα σὲ αὐτὴ τὴν πορεία τῆς βαθιᾶς καθάρσεως. Ὅλοι σας βέβαια γνωρίζετε τὰ ποικίλα νοήματα, τὰ προκύπτοντα ἀπὸ τὴν περικοπή. Ἀλλὰ μέσα της κρύβεται, ὅπως συμβαίνει σὲ ὅλες τὶς περικοπές, ἕνα πολὺ μεγάλο κάλλος, ποὺ θὰ προσπαθήσουμε, ἀκολουθῶντας τὸν δρόμο τῶν μυσταγωγικῶν ἑρμηνειῶν τῶν Πατέρων, νὰ σᾶς ἀνοίξουμε στὰ μάτια σας καὶ στὶς ἀκοές σας αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν πτυχὴ αὐτῆς τῆς περικοπῆς.
Ὁ κόσμος παίζει τὶς μάχες του στὰ μεγέθη, στὶς ποσότητες. Τὸ μεγάλο, τὸ κυρίαρχο, τὸ βίαιο, τὸ διαφημιζόμενο, τὸ ψευτο-φωτεινό. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μεγέθη, καὶ ἡ μάχη γίνεται στὸ μέγεθος. Ὁ πιὸ μεγάλος, ὁ πιὸ δυνατός, ὁ πιὸ... ἰσχυρός, ὁ κατέχων τὰ περισσότερα φαίνεται ποὺ κυριαρχεῖ. Ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία δίνει τὴ μάχη της σὲ ποιοτικὰ μεγέθη. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς στὴν περικοπὴ αὐτὴ γίνεται ἡ ἀνάλυση τοῦ ποιοτικοῦ μεγέθους, ποὺ ἂν δὲν τὸ ἔχουμε μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σύγχυση.
Ἀκοῦστε ἁπλᾶ παραδείγματα προκύπτοντα ἀπὸ τὴν περικοπή. Ἕνα πρῶτο ρῆμα: «ἀνέβησαν» καὶ οἱ δύο. Καμία διαφορὰ στὸ ποσοτικὸ μέγεθος. Καὶ οἱ δύο ἀνέβηκαν. Ἂν δὲν ξέρεις τὸ ποιοτικὸ μέγεθος, τὸ «πῶς» ἀνέβηκαν, τότε δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις ποῦ εἶναι ἀλήθεια καὶ ποῦ εἶναι τὸ ψέμα. Γιατί ὅπως λένε οἱ ἑρμηνευτὲς Πατέρες, ὅλοι ἔχουμε μέσα μας τὴν πορεία, νὰ ἀνεβαίνουμε. Σημασία ἔχει «πῶς» ἀνεβαίνουμε. Γιατί ἂν ἀνέβεις θεϊκῶς πρὸς τὸ Θεό, ξέροντας πὼς εἶναι ὁ σκοπός σου, θὰ πᾶς σὲ Ἐκεῖνον καὶ θὰ πᾶς στὸ Αἰώνιο. Ἂν ἀνέβεις χωρὶς Αὐτόν, «ποῦ» θὰ ἀνέβεις; εἶναι τὸ ἐρώτημα· ὅπου θὰ βρεθεῖς μπρὸς τὴν ἀπελπισία τὸ «ποῦ». Τὸ ποιοτικὸ μέγεθος εἶναι το «πῶς» ἀνεβαίνεις καὶ πρὸς τὰ «ποῦ» ἀνεβαίνεις.
Τὸ δεύτερο μεγάλο ποιοτικὸ μέγεθος ποὺ ἀπὸ τὴν περικοπὴ προκύπτει. Καὶ οἱ δύο «προσηύχονταν» καὶ οἱ δύο ἔκαναν προσευχή. «Πῶς προσεύχεσαι» εἶναι τὸ δεύτερο ἐρώτημα τὸ ποιοτικὸ ποὺ προκύπτει. Βλέπετε ὁ ἕνας λέει «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν». Προσεύχομαι σημαίνει ἀναφέρομαι, προσεύχομαι σημαίνει λατρεύω. Πῶς λατρεύω καὶ τί λατρεύω. Ἂν «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν προσηύχετο», τότε αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἦταν αὐτο-ειδωλοποίηση καὶ αὐτο-θεοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Καὶ αὐτὸ εἶναι καταστροφικό, αὐτὸ εἶναι τὸ δαιμονιῶδες.
Ἐνῷ ὁ ἄλλος δὲν ἐστάθη πρὸς ἑαυτόν. Καὶ μάλιστα τονίζει τὸ κείμενο ἀπὸ «μὰκρόθεν ἑστὼς»: ἔνιωθε τὸ πόσο μακριὰ εἶναι ἀπ' τὸν Θεό. Ἄρα γνώριζε τὴν ἀπόσταση ποὺ εἶχε ἀπ' αὐτόν, δὲν στάθηκε πρὸς ἑαυτόν. Καὶ «ἔτυπτεν» τὸν ἑαυτόν του. Αὐτό το «πῶς προσεύχεσαι», τὸ «τί λατρεύεις», τὸ «ποῦ ἀναφέρεσαι». Ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ θεϊκὴ ἀναφορὰ τῆς λατρείας, τότε ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μιὰ εἰδωλοποίηση τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας.
Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔρχεται ἡ πλήξη, ἡ καταστροφὴ καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Τελώνης. Ἔτυπτε τὸν ἑαυτόν του. Βλέπετε, δὲν λέει ὅτι εἶχε τύψεις, εἶναι πολὺ σπουδαῖες λέξεις, δὲν εἶχε τύψεις μέσα του. Ἔτυπτε· ἔνιωσε ἀκριβῶς τὴν ἀπόστασή του, τὴ λανθασμένη μέχρι τότε κίνησή του πρὸς τὸν Θεό, τὴν αὐτο-ειδωλοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του· καὶ ἀκριβῶς ἄρχισε ἡ πορεία τῆς βαθιᾶς ἀλλαγῆς ποὺ εἶναι αὐτὸ τὸ «ἔτυπτεν». Αὐτὴ ἡ βαθιὰ ἀλλαγὴ ἔχει πόνο. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τύψεις. Ἕνας πόνος ὁ ὁποῖος πάει ἀναγωγικὼς τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὰ πάνω.
Καὶ μετὰ κατέβησαν καὶ οἱ δύο. Τὸ «πῶς» κατέβηκαν. Ὁ ἕνας θεϊκῶς καὶ ὁ ἄλλος ἀνθρωπίνως. Βλέπετε τὰ μέτρα εἶναι πάντα τὰ τοῦ Θεοῦ ἢ τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρα ἡ ποσότητα, ἂν μετριέται ἀνθρωπίνως, τότε εἶναι μιὰ χαμένη ἱστορία. Ἂν ἡ κίνηση μετριέται, ὄχι ποσοτικά, ἀλλὰ ποιοτικά, θεϊκῶς, τότε ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ζήσουμε. Ἐδῶ ἡ περικοπὴ δίνει ἀπάντηση. Τὸ πῶς ζοῦμε κάθε μέρα. Τὸ ποιά ἐρείσματα ἔχουμε. Τὸ ποιοί εἶναι οἱ ἄξονές μας. Καὶ ἂν οἱ ἄξονές μας δὲν εἶναι το θεϊκῶς «πῶς» ζῆν, ἀλλὰ τὸ μέτρο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ προσφερόμενο μοντέλο, οἱ προσφερόμενες συντεταγμένες, ποὺ γύρω μας λειτουργοῦν, ὡς προτάσεις ζωῆς, φιλοσοφίας, πολιτικῆς ἐκφράσεως, σκέψεως, διδαχῆς, παιδείας, καὶ ἂν ἐκεῖ μέσα δὲν κρύβεται τὸ θεϊκὸ «πῶς», ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μιὰ ἀπελπισία καὶ μιὰ ἔκφραση φαρισαϊκῆς κινήσεως. Βλέπετε ὁ κόσμος λέει ποὺ κάνει κάτι, ὅλο κινεῖται. Ἀλλὰ εἶναι τὸ ποσοτικὸ φαρισαϊκό, χωρὶς τὸ ποιοτικὸ μέγεθος τὸ θεϊκό, κι ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀπελπισία τοῦ κόσμου κι ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀγωνία του κι ἐκεῖ εἶναι ἡ φθορά του. Ἡ ἀπάντηση λοιπὸν ἔρχεται ἁπλᾶ ὄχι στὸ ποσοτικὸ μέγεθος ποὺ συγκρίνει τὰ πράγματα, ἀλλὰ στὸ θεϊκό.
Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς στὸ πρόσωπο τοῦ Τελώνη ἀποκαλύπτεται τὸ θεϊκὸ κι ἂς εἶναι ὁ Τελώνης καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Φαρισαίου ἀποδεικνύεται τὸ ποσοτικό, ποὺ μετροῦσε πόσα ἔδωσε καὶ τί ἔκανε, κι ἂς εἶναι ὁ Φαρισαῖος. Οὔτε λοιπὸν ἡ ταμπέλα τοῦ προσώπου, οὔτε τὸ δεδικαιωμένο ἀπὸ μιὰ κοινωνικὴ ἔκφραση μπορεῖ νὰ λύσει κάτι. Ἀλλὰ τὸ πῶς μετρᾶμε τὰ πράγματα: θεϊκῶς ἢ ἀνθρωπίνως;
Ὁ κόσμος παίζει τὶς μάχες του στὰ μεγέθη, στὶς ποσότητες. Τὸ μεγάλο, τὸ κυρίαρχο, τὸ βίαιο, τὸ διαφημιζόμενο, τὸ ψευτο-φωτεινό. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μεγέθη, καὶ ἡ μάχη γίνεται στὸ μέγεθος. Ὁ πιὸ μεγάλος, ὁ πιὸ δυνατός, ὁ πιὸ... ἰσχυρός, ὁ κατέχων τὰ περισσότερα φαίνεται ποὺ κυριαρχεῖ. Ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία δίνει τὴ μάχη της σὲ ποιοτικὰ μεγέθη. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς στὴν περικοπὴ αὐτὴ γίνεται ἡ ἀνάλυση τοῦ ποιοτικοῦ μεγέθους, ποὺ ἂν δὲν τὸ ἔχουμε μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σύγχυση.
Ἀκοῦστε ἁπλᾶ παραδείγματα προκύπτοντα ἀπὸ τὴν περικοπή. Ἕνα πρῶτο ρῆμα: «ἀνέβησαν» καὶ οἱ δύο. Καμία διαφορὰ στὸ ποσοτικὸ μέγεθος. Καὶ οἱ δύο ἀνέβηκαν. Ἂν δὲν ξέρεις τὸ ποιοτικὸ μέγεθος, τὸ «πῶς» ἀνέβηκαν, τότε δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις ποῦ εἶναι ἀλήθεια καὶ ποῦ εἶναι τὸ ψέμα. Γιατί ὅπως λένε οἱ ἑρμηνευτὲς Πατέρες, ὅλοι ἔχουμε μέσα μας τὴν πορεία, νὰ ἀνεβαίνουμε. Σημασία ἔχει «πῶς» ἀνεβαίνουμε. Γιατί ἂν ἀνέβεις θεϊκῶς πρὸς τὸ Θεό, ξέροντας πὼς εἶναι ὁ σκοπός σου, θὰ πᾶς σὲ Ἐκεῖνον καὶ θὰ πᾶς στὸ Αἰώνιο. Ἂν ἀνέβεις χωρὶς Αὐτόν, «ποῦ» θὰ ἀνέβεις; εἶναι τὸ ἐρώτημα· ὅπου θὰ βρεθεῖς μπρὸς τὴν ἀπελπισία τὸ «ποῦ». Τὸ ποιοτικὸ μέγεθος εἶναι το «πῶς» ἀνεβαίνεις καὶ πρὸς τὰ «ποῦ» ἀνεβαίνεις.
Τὸ δεύτερο μεγάλο ποιοτικὸ μέγεθος ποὺ ἀπὸ τὴν περικοπὴ προκύπτει. Καὶ οἱ δύο «προσηύχονταν» καὶ οἱ δύο ἔκαναν προσευχή. «Πῶς προσεύχεσαι» εἶναι τὸ δεύτερο ἐρώτημα τὸ ποιοτικὸ ποὺ προκύπτει. Βλέπετε ὁ ἕνας λέει «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν». Προσεύχομαι σημαίνει ἀναφέρομαι, προσεύχομαι σημαίνει λατρεύω. Πῶς λατρεύω καὶ τί λατρεύω. Ἂν «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν προσηύχετο», τότε αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἦταν αὐτο-ειδωλοποίηση καὶ αὐτο-θεοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Καὶ αὐτὸ εἶναι καταστροφικό, αὐτὸ εἶναι τὸ δαιμονιῶδες.
Ἐνῷ ὁ ἄλλος δὲν ἐστάθη πρὸς ἑαυτόν. Καὶ μάλιστα τονίζει τὸ κείμενο ἀπὸ «μὰκρόθεν ἑστὼς»: ἔνιωθε τὸ πόσο μακριὰ εἶναι ἀπ' τὸν Θεό. Ἄρα γνώριζε τὴν ἀπόσταση ποὺ εἶχε ἀπ' αὐτόν, δὲν στάθηκε πρὸς ἑαυτόν. Καὶ «ἔτυπτεν» τὸν ἑαυτόν του. Αὐτό το «πῶς προσεύχεσαι», τὸ «τί λατρεύεις», τὸ «ποῦ ἀναφέρεσαι». Ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ θεϊκὴ ἀναφορὰ τῆς λατρείας, τότε ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μιὰ εἰδωλοποίηση τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας.
Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔρχεται ἡ πλήξη, ἡ καταστροφὴ καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Τελώνης. Ἔτυπτε τὸν ἑαυτόν του. Βλέπετε, δὲν λέει ὅτι εἶχε τύψεις, εἶναι πολὺ σπουδαῖες λέξεις, δὲν εἶχε τύψεις μέσα του. Ἔτυπτε· ἔνιωσε ἀκριβῶς τὴν ἀπόστασή του, τὴ λανθασμένη μέχρι τότε κίνησή του πρὸς τὸν Θεό, τὴν αὐτο-ειδωλοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του· καὶ ἀκριβῶς ἄρχισε ἡ πορεία τῆς βαθιᾶς ἀλλαγῆς ποὺ εἶναι αὐτὸ τὸ «ἔτυπτεν». Αὐτὴ ἡ βαθιὰ ἀλλαγὴ ἔχει πόνο. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τύψεις. Ἕνας πόνος ὁ ὁποῖος πάει ἀναγωγικὼς τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὰ πάνω.
Καὶ μετὰ κατέβησαν καὶ οἱ δύο. Τὸ «πῶς» κατέβηκαν. Ὁ ἕνας θεϊκῶς καὶ ὁ ἄλλος ἀνθρωπίνως. Βλέπετε τὰ μέτρα εἶναι πάντα τὰ τοῦ Θεοῦ ἢ τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρα ἡ ποσότητα, ἂν μετριέται ἀνθρωπίνως, τότε εἶναι μιὰ χαμένη ἱστορία. Ἂν ἡ κίνηση μετριέται, ὄχι ποσοτικά, ἀλλὰ ποιοτικά, θεϊκῶς, τότε ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ζήσουμε. Ἐδῶ ἡ περικοπὴ δίνει ἀπάντηση. Τὸ πῶς ζοῦμε κάθε μέρα. Τὸ ποιά ἐρείσματα ἔχουμε. Τὸ ποιοί εἶναι οἱ ἄξονές μας. Καὶ ἂν οἱ ἄξονές μας δὲν εἶναι το θεϊκῶς «πῶς» ζῆν, ἀλλὰ τὸ μέτρο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ προσφερόμενο μοντέλο, οἱ προσφερόμενες συντεταγμένες, ποὺ γύρω μας λειτουργοῦν, ὡς προτάσεις ζωῆς, φιλοσοφίας, πολιτικῆς ἐκφράσεως, σκέψεως, διδαχῆς, παιδείας, καὶ ἂν ἐκεῖ μέσα δὲν κρύβεται τὸ θεϊκὸ «πῶς», ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μιὰ ἀπελπισία καὶ μιὰ ἔκφραση φαρισαϊκῆς κινήσεως. Βλέπετε ὁ κόσμος λέει ποὺ κάνει κάτι, ὅλο κινεῖται. Ἀλλὰ εἶναι τὸ ποσοτικὸ φαρισαϊκό, χωρὶς τὸ ποιοτικὸ μέγεθος τὸ θεϊκό, κι ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀπελπισία τοῦ κόσμου κι ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀγωνία του κι ἐκεῖ εἶναι ἡ φθορά του. Ἡ ἀπάντηση λοιπὸν ἔρχεται ἁπλᾶ ὄχι στὸ ποσοτικὸ μέγεθος ποὺ συγκρίνει τὰ πράγματα, ἀλλὰ στὸ θεϊκό.
Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς στὸ πρόσωπο τοῦ Τελώνη ἀποκαλύπτεται τὸ θεϊκὸ κι ἂς εἶναι ὁ Τελώνης καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Φαρισαίου ἀποδεικνύεται τὸ ποσοτικό, ποὺ μετροῦσε πόσα ἔδωσε καὶ τί ἔκανε, κι ἂς εἶναι ὁ Φαρισαῖος. Οὔτε λοιπὸν ἡ ταμπέλα τοῦ προσώπου, οὔτε τὸ δεδικαιωμένο ἀπὸ μιὰ κοινωνικὴ ἔκφραση μπορεῖ νὰ λύσει κάτι. Ἀλλὰ τὸ πῶς μετρᾶμε τὰ πράγματα: θεϊκῶς ἢ ἀνθρωπίνως;
Φιλολογικὴ ἐπιμέλεια κειμένου
Ἑλένη Κονδύλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου