13 Αυγ 2019

Ἡ θεολογία ἑνὸς μεγάλου διδασκάλου τοῦ Γένους - Εὐγένιος Βουλγαρης


Γράφει ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς
Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης, πνεῦμα φωτισμένο, μὲ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία, συνέβαλε τὰ μέγιστα μὲ τὸ πολυποίκιλο ἔργο του στὴν ἀφύπνιση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Στὸ παρὸν ἄρθρο, ἡ σημαντικὴ αὐτὴ προσωπικότητα προσεγγίζεται ὡς θεολόγος, ἰδιότητα ὑπὸ τὴν ὁποία δὲν ἔχει ἀκόμη ἐρευνηθεῖ ἐπαρκῶς, διότι συνήθως προτάσσεται ἡ θέση του στὴν πορεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης1 εἰσήχθη οὐσιαστικὰ στὴν θεολογία, πέρα ἀπὸ τὴν προσωπική του σχέση μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση, ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς Ἀντώνιο Κατήφορο καὶ Ἱερεμία Καββαδία2, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι διδάσκαλοί του, καὶ ἀπὸ τὸν Ληξουριώτη Βικέντιο Δαμοδό3, κοντὰ στὸν ὁποῖο ἔμεινε περίπου ἕνα χρόνο σὲ νεαρότατη ἡλικία. […]
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης δίδαξε Θεολογία στὰ Γιάννενα (1742-49, 1751-52/3), ὅπου ἄρχισε ἡ διδακτικὴ σταδιοδρομία του. Τὸ πρόγραμμα τῆς διδασκαλίας του δὲν φαίνεται νὰ τροποποιήθηκε στὸ σύντομο διάλειμμα τῆς Κοζάνης (1750-1751/2).
Ὡς πρὸς τὴν Ἀθωνιάδα4, δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι δίδαξε καὶ Θεολογία. Διότι δὲν μαρτυρεῖται σαφῶς, ἀλλὰ μόνο ἔμμεσα συνάγεται. Δεδομένου μάλιστα ὅτι κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ μαθητῆ του στὴν Σχολὴ αὐτὴ ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου (1721-1813), δὲν χρησιμοποιοῦσε πιὰ τὸ «θεολογικὸν» τού5, ἡ ἀμφιβολία νομιμοποιεῖται. Ἐν τούτοις στὸ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Κυρίλλου Ἐ΄6, ποὺ ἐξεδόθη τὸν Μάϊο τοῦ 18507 καὶ ρύθμιζε τὴν λειτουργία τῆς Σχολῆς, ὁρίζεται ρητὰ ἡ συμπερίληψη στὸ....
Πρόγραμμα Σπουδῶν καὶ τῆς Θεολογίας: Ἱδρύεται «… φροντιστήριον ἑλληνικῶν μαθημάτων, παιδείας τὲ καὶ διδασκαλίας παντοδαπούς, ἐν τὲ λογικαῖς, φιλοσοφικαῖς τὲ καὶ θεολογικαῖς ἐπιστήμαις…». […]


Τίποτε ὅμως δὲν μαρτυρεῖ τὴν αὐτοτελῆ διδασκαλία καὶ τῆς Θεολογίας, εἶναι δὲ περίεργο ὅτι, ἐνῶ γιὰ τὸ πρῶτο στάδιο τῆς διδασκαλίας τοῦ ὑπάρχει τὸ «Θεολογικόν», γιὰ τὴν περίοδο τῆς Ἀθωνιάδος δὲν ἔχουμε κάποια ἀνάλογη τεκμηρίωση. Βέβαιο εἶναι ὅτι κοντὰ στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες ( Ἀριθμητική, Γεωμετρία, Φυσικὴ καὶ Κοσμογραφία) δίδαξε καὶ Λογική, Εἰσαγωγὴ στὴν Φιλοσοφία καὶ Μεταφυσική8.

Δὲν εἶναι εὔκολο, ἐν τούτοις, νὰ δεχθεῖ κανεὶς ὅτι στὴν Σχολὴ τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἦταν δυνατὸν ἡ θεολογικὴ προσφορά του νὰ περιορισθεῖ στὴν Μεταφυσική, κάτι ποὺ ἡ ὕπαρξη τοῦ «Θεολογικοῦ» καὶ τῆς « Ὁμολογίας» του δὲν ἐπιτρέπει.

Ἄλλωστε, στὴν Λογικὴ διαφοροποιεῖται ριζικὰ ἡ Φιλοσοφία ἀπὸ τὴν Θεολογία. Ἡ Φιλοσοφία εἶναι μὲν «γνῶσις θείων τὲ ἅμα καὶ ἀνθρωπίνων», ποὺ ὀφείλει νὰ κάνει λόγο γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ εἰσέρχεται στὸν χῶρο τῆς «μυστικωτέρας θεολογίας», ποὺ γνωρίζεται μόνο μὲ τὴν θεία ἀποκάλυψη9.

Αὐτὴ τὴν «μυστικωτέραν θεολογίαν», ὅπως τὴν περιγράφει στὸ «Θεολογικὸν»10, εἶναι ἀνάγκη νὰ δεχθοῦμε ὅτι δίδασκε ὁ Βούλγαρης καὶ στὴν Ἀθωνιάδα. Ἄλλωστε, καὶ ὁ Ἀθανάσιος Πάριος στὴν « Ἐπιτομήν» του, κάνοντας λόγο γιὰ τὴν μὴ χρησιμοποίηση ἀπὸ τὸν Βούλγαρη τοῦ «Θεολογικοῦ», δὲν ἀρνεῖται σαφῶς τὴν διδασκαλία καὶ στοιχείων Θεολογίας ἀπὸ τὸν μεγάλο Διδάσκαλο του11.

Ὁ Βούλγαρης ἔχει συντάξει πολλὰ ἔργα μὲ θεολογικὸ περιεχόμενο12. Δὲν ὑπάρχει ἔργο του, ἐξ ἄλλου, καὶ ἀπὸ τὰ μὴ θεολογικά, ποὺ νὰ μὴν ἔχει θεολογικὲς παρεμβολές, ἀκόμη καὶ τὰ καθαρὰ «ἐπιστημονικά» του συγγράμματα13. Ὁ θεολογικὸς στοχασμὸς εἶναι κυρίαρχος σ’ ὅλη τὴν συγγραφικὴ παραγωγή του, ὥστε νὰ ἐπιβεβαιώνεται ὅτι δὲν ὑπῆρξε «κατὰ τύχην», ὅπως κάποιοι θὰ ἤθελαν, κληρικός. Καὶ αὐτὸ ἔχει τεκμηριωθεῖ, κατὰ τὸν πληρέστερο τρόπο, ἀπὸ τὸν Martin Knapp14.

Τὰ βασικὰ θεολογικὰ ἔργα τοῦ εἶναι τὸ «Θεολογικὸν»15 καὶ ἡ «Ὁμολογία»16, ἡ κύρια ἐκπροσώπηση τῆς θεολογίας του, ποὺ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ καταλάβει ὁ Βούλγαρης μία θέση στὸν ταλαντευόμενο ἀκόμη θεολογικὰ ἑλληνικὸ 18ο αἰώνα17. Ὡς θεολόγος ὁ Βούλγαρης παραμένει, κατὰ τὸν Podskalsky, «συμπιλητὴς» καὶ ὄχι πρωτότυπος. Ἀλλ’ ἡ κρίση αὐτή, προερχόμενη ἀπὸ ἕναν Ἰησουΐτη ἐπιστήμονα, ἐκφράζει τὴν δυτικὴ ἐκδοχὴ τοῦ φιλοσοφοῦντος θεολόγου καὶ ὄχι τὴν πατερικὴ ἔννοιά του, ποὺ ἐπικεντρώνεται στὴν ἐπίτευξη τῆς συνέχειας τῆς παραδόσεως καὶ ὄχι στὴν ἐντυπωσιάζουσα πρωτοτυπία18. Ἡ ἐπανέκφραση τῆς παραδόσεως σὲ κάθε ἐποχὴ εἶναι ὁ στόχος τοῦ ὀρθόδοξου θεολόγου. […]Τὰ ἔργα τοῦ Βούλγαρη πιστὰ στὴν παράδοση


Ἡ «παραδοσιακότητά» του εἶναι διάχυτη σὲ ὅλα τὰ ἔργα του καὶ προπάντων στὰ θεολογικοῦ περιεχομένου. Γράφει ὡς ὑπέρμαχος τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας του. Εἶναι ὅμως γνωστὸ ὅτι ἡ «παραδοσιακότητα» καὶ πατερικότητα δὲν κρίνεται πρωταρχικὰ ἀπὸ τὰ κείμενα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ σχέση μὲ τὸ γεγονὸς τῆς παραδόσεως ἐπικεντρούμενη στὶς ἀσκητικολειτουργικὲς πρακτικές της. Καὶ αὐτὸ ἐπιβεβαιώνουν σοβαροὶ μελετητές του.

Ο Podskalsky λ.χ. ἀναγνωρίζει στὸν Βούλγαρη «ἀγάπη γιὰ τὸν ἡσυχαστικὸ μοναχισμὸ»19. Οἱ δικοί μας Β. Τατάκης20 καὶ Πασχ. Κιτρομηλίδης21 τὸν θεωροῦν κληρονόμο τῆς μυστικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς. Ο Knapp τὸν βλέπει ὡς «ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ στὸ ἔδαφος τῆς παραδοσιακῆς Ὀρθοδοξίας, ὄχι μόνο ὡς πρὸς τὸ δόγμα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη22. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Β. Μακρίδης23 καὶ ὁ π. Εἰρηναῖος Δεληδήμος24, ὀρθόδοξοι θεολόγοι.

Οἱ γνωστὲς καὶ πολυχρησιμοποιούμενες ἀπὸ ἀκραιφνεῖς διαφωτιστὲς φράσεις τοῦ «κινδυνεύω νὰ γίνω καὶ φιλακόλουθος» καὶ «διατὶ δὲν εἶμαι … νηστευτὴς»25 δὲν εἶναι παρὰ εὐφυολογήματα τοῦ διαθέτοντος ἰσχυρὴ τὴν αἴσθηση τοῦ χιοῦμορ, πατερικοῦ καὶ σ αὐτό, Εὐγενίου26. Δὲν μπορεῖ ἔτσι νὰ γίνει δεκτή, ἄνευ ἑτέρου, ἡ κρίση τοῦ μακαρίτη Κων/νου Δημαρά27, ποὺ στηρίζεται στὴν δική του ἀντίληψη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία: «Τὸν φανταζόμαστε πιὸ πολὺ σὰν τοὺς ἐλευθεριάζοντες καθολικοὺς ἀββάδες τῆς ἐποχῆς, παρὰ σὰν ἁγιορείτη καλόγερο».

Ὁ Γούδας, ὅμως, τὸν παρουσιάζει ὡς φιλακόλουθο28. Ὁ δὲ Τατάκης δὲν διστάζει νὰ γράψει γι’ αὐτόν: « Ὁ Βούλγαρις παρουσιάζεται τύπος τοῦ Νεοέλληνα λογίου, ποὺ πηγαίνει πρὸς τὴν Δύση, ἀποδέχεται τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ δὲν θυσιάζει τίποτε ἀπὸ τὴν κληρονομία τοῦ Ἕλληνος ὀρθοδόξου»29.


Ἡ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία τοῦ φαίνεται, ὡς ἐλέχθη, ἀπὸ τὴν μόνιμη προσήλωσή του στὴν διάκριση θείας οὐσίας καὶ ἄκτιστης θείας ἐνεργείας30, τὴν ἀπουσία τῆς analogia entis31, τὴν διδασκαλία γιὰ τὴν θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία-θέωση) κ.α. Τὸ «Περὶ τοῦ ποὺ παράδεισος καὶ ποὺ κόλασις καὶ τί ἐστι ταῦτα»32 μικρὸ ἔργο τοῦ ὁρίζει ὀρθόδοξα «τὸν τόπον τῆς ψυχῆς μετὰ τὸν θάνατον» ὡς «κατάστασιν», στὴν ὁποία ἡ ψυχή, ποὺ ἐγκαταλείπει τὴν παροῦσα ζωὴ «ἐν εὐσεβεία καὶ πίστει, ἐν μετανοία καὶ ἐξομολογήσει, ἐν χάριτι Θεοῦ δεδικαιωμένη», «ἔχει τὸν ἀρραβώνα τῆς τελείας ἀπολαύσεως, φωτιζομένη παρὰ Θεοῦ, δοξαζομένη (δόξα= θέωση) […] συνόμιλος μὲ τοὺς ἀγγέλους, συνοδευομένη μὲ τοὺς προφήτας καὶ Ἀποστόλους καὶ Μάρτυρας καὶ μὲ ὅλον τὸν χορὸν τῶν δικαίων […].


Οἱ σκέψεις αὐτὲς τεκμηριώνονται σιωπηρὰ στὸ Λούκ. 16, 19-31 (παραβολὴ πλουσίου καὶ πτωχοῦ Λαζάρου) καὶ κορυφώνονται μὲ τὴν ἀπόρριψη τοῦ λατινικοῦ «καθαρτηρίου», ὡς «τρίτου τόπου καθάρσεως», κλείνοντας μὲ τὴν νουθεσία: «πίστευε μόνον, ὅτι εἶναι (παράδεισος καὶ κόλασις) καὶ μὴ ἐρεύνα, ποὺ εἶναι»!

Ἀκόμη καὶ τὸ «Περὶ μουσικῆς»33 ἔργο τοῦ εἶναι ἐνισχυτικό της παραδόσεώς του, διαφοροποιώντας τὴν μουσικὴ τῆς Ἐκκλησίας του ἀπὸ ἐκείνη τῆς Δυτικῆς χριστιανοσύνης. Πλήρη ταύτιση ὅμως μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ θεολογικὴ θεματικὴ καὶ τὶς πρακτικές της δείχνει ἡ «Πρὸς Κλαίρκιον» Ἐπιστολὴ του34, ὅπου ὁ λόγος περὶ ἁγίων καὶ ἁγιότητος, περὶ θαυμάτων θεμελιωδῶν, ὅπως ὁ Ἅγιος ἄρτος καὶ τὸ ὕδωρ τοῦ Ἁγιασμοῦ, τὰ ἱερὰ λείψανα κ.α. Ἄλλωστε ὁ ὀρθοδοξοπατερικὸς λόγος δὲν εἶναι καρπὸς στοχασμοῦ, θεμελιούμενος σ’ αὐτὲς τὶς πραγματικότητες ποὺ μαρτυροῦν τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὸ κτιστό.


Ἀνάλογη στάση δείχνουν καὶ οἱ ἐκδόσεις του. Δὲν ἐκδίδει μόνον ἕναν ἀντίστοιχό του πολυσύνθετο συγγραφέα, ὅπως ὁ Θεοδώρητος Κύρου35, ποὺ στὰ θέματά του περιλαμβάνονται καὶ ἁγιολογικὰ ἡ μοναστικὰ κείμενα ἀξιοπρόσεκτα, ἀλλὰ δείχνει ἰδιαίτερη ἀγάπη στὸν μεγάλο ἡσυχαστὴ Ἰωσὴφ Βρυέννιο36. Δὲν μπορεῖ, συνεπῶς, νὰ θεωρηθεῖ «ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ βίωμα τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τόπου τοῦ»37, ὅπως φαίνεται ἰδιαίτερα στὶς ἐπιστολές του.


Δὲν εἶναι δυνατόν, ἄλλωστε, νὰ συγκρίνεται ἡ θεματική του Βούλγαρη, ποὺ ἀναγκάστηκε ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ ζήσει ἔξω ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἀμεσότητα (μήπως αὐτὸ δὲν συνέβη καὶ μὲ ἄλλους, ὅπως ὁ Κοραής;), μὲ τοὺς Κολλυβάδες, ποὺ ἤσαν στὸ ἐπίκεντρο τῶν ἐνδοελλαδικῶν ἐξελίξεων.Ἡ σαφὴς ὁριοθέτηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς του παράδοσης


Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Βούλγαρη στὸν Παπισμό, στοὺς Παπιστὲς καὶ Παποσέκτες-Παπολάτρες38 εἶναι συχνή, διότι θεωρεῖ τὸν Παπισμὸ τὴν μεγαλύτερη ἀναίρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἄμεση ἀπειλὴ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας39.

Γι΄ αὐτὸ καὶ δὲν περιορίζεται σὲ ἀκαδημαϊκὲς μόνο ἀποστασιοποιήσεις, ἀλλὰ καὶ μὲ λαϊκὰ ἀντιλατινικὰ ἔργα ἐπιχειρεῖ τὴν ἐνημέρωση τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ, ποὺ βρισκόταν ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπιρροὴ τοῦ παπικοῦ στοιχείου καὶ κυρίως τῆς Οὐνίας. Τέτοιο ἔργο εἶναι τὸ «Βιβλιάριον κατὰ Λατίνων», ποὺ στέλνεται στοὺς Σέρβους ὀρθοδόξους της Αὐστροουγγαρίας40. Σ αὐτὸ καταδεικνύει τὴν πλαστότητα τοῦ Παπισμοῦ, καλώντας τοὺς πιστοὺς νὰ ἀποκρούσουν τὰ προσηλυτιστικὰ σχέδιά τους, μὴ διστάζοντας νὰ προτείνει καὶ τὸ μαρτύριο ὡς μέσο διαφυλάξεως τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.

Ἀνάλογο χαρακτήρα ἔχει καὶ ὁ Λόγος τοῦ «Εἰς τὸν ἅγιον Ἀνδρέαν»41. Ἀντιλατινικὰ στοιχεῖα περιέχουν καὶ ἡ « Ὁμολογία» καὶ ἡ « Ἀπόκρισις»42, ἀλλὰ καὶ οἱ μεταφράσεις του ἀπὸ τὰ Ρωσικά43. Ἀκόμη καὶ στὸ «Σχεδίασμα περὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας» παρεμβάλλει πολλὰ ἀντιπαπικὰ στοιχεῖα, κυρίως στὶς σημειώσεις ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν μετάφραση τοῦ σχετικοῦ ἔργου τοῦ Βολταίρου44.

Ἄλλωστε καὶ αὐτὴ ἡ μετάφραση οὐσιαστικὰ ἐξυπηρετεῖ ἀντιπαπικοὺς σκοποὺς καὶ στόχους. Ο Podskalsky χαρακτηρίζει τὸν Βούλγαρη «σφόδρα ἀντιλατίνο» καὶ τὸν ἐντάσσει, μάλιστα, στὴν ἀδιάλλακτη μερίδα τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀναβαπτισμού45. Γεγονὸς πάντως εἶναι ὅτι ὁ Βούλγαρης στὴν ἀντιλατινικὴ στάση τοῦ πλησιάζει περισσότερο τὸν Δαμοδὸ καὶ λιγότερο τὸν Ἀθανάσιο Πάριο.




Ἡ διαφοροποίησή του ἀπὸ τὶς ἀντορθόδοξες τάσεις τοῦ Διαφωτισμοῦ


Σοβαρὸ λάθος εἶναι ἡ κατάταξη τοῦ Βούλγαρη μεταξὺ τῶν Διαφωτιστῶν, ὅπως γίνεται καὶ γιὰ τὸν Πατροκοσμά, στὸν χῶρο τῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἄνοιγμα τοῦ Βούλγαρη στὴν εὐρωπαϊκὴ ἐπιστήμη εἶναι καθαρὰ πατερικὴ στάση46 καὶ καθόλου δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Βούλγαρης μπορεῖ νὰ ἐγκλωβιστεῖ σὲ κάποια παράταξη τοῦ Διαφωτισμοῦ ἡ νὰ ταυτιστεῖ μὲ ὅλο τὸ φάσμα τοῦ πολύπλευρου αὐτοῦ κινήματος.


Ὁ Διαφωτισμὸς εἶναι γιὰ τὸν Βούλγαρη «ἕνα προκλητικὸ πεδίο γνώσης, ἀλλὰ ποτὲ μία ἀποδεκτὴ κοσμοθεωρία»47.

Ἀκόμη καὶ σὲ καθαρὰ ἐπιστημονικὰ θέματα παραμένει κριτικὸς ἔναντί του Διαφωτισμοῦ, μένοντας πιστὸς στὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων48. Ἡ ἐπιστημονικὴ αὐτοσυνειδησία τοῦ Βούλγαρη δηλώνεται σαφῶς στὸ «Κατὰ Λατίνων»: «Τί κοινὸν ἔχει ἡ σοφία τοῦ κόσμου μὲ τὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ;
Ἡ σοφία τοῦ κόσμου εἶναι πλάνη, εἶναι ἀφροσύνη, εἶναι μωρία, κατὰ τὸν Παῦλον, ὅταν εἶναι κεχωρισμένη ἀπὸ τὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ, ἤτις εἶναι ἡ ἀληθινὴ πίστις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄντως σοφία, ἡ ἄσφαλτος σοφία καὶ ἄπταιστος, σοφία ὀρθὴ»49.
Σ’ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση κινεῖται καὶ ἡ κρίση τοῦ εἰδικοῦ ἐρευνητῆ τοῦ Βούλγαρη Martin Knapp, ὁ ὁποῖος ὀρθοτατα διευκρινίζει ὅτι «ἡ ἁπλὴ ἐνασχόληση τοῦ Βούλγαρη μὲ θέματα τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν δὲν σημαίνει καὶ διαφωτισμὸ»50.
Τὸ βάρος στὸν Βούλγαρη πέφτει πάντα στὴν Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας του51. Αὐτὸ ἀκριβῶς φαίνεται καὶ στὴν ἐνασχόλησή του μὲ ἔργα τοῦ Βολταίρου. Μεταφράζει ἔργα τοῦ Βολταίρου52, ἀλλὰ ἀπολύτως ἐπίκαιρα, ποὺ ταυτίζονται μὲ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας του καὶ ἐνισχύουν τοὺς δικούς του στόχους. […] Ἡ στάση τοῦ Βούλγαρη ὅμως ἔναντι στὸν Βολταῖρο παραμένει πάντα κριτική53. […]




Ἄνοιγμα στὴν κοινωνία καὶ τὴν σύγχρονη πραγματικότητα


Αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται, κυρίως, μὲ τὸ «Σχεδίασμα περὶ ἀνεξιθρησκείας». Διότι σ’ αὐτὸ ἀντιμετωπίζει ἕνα κοινωνικὸ φαινόμενο καὶ τὴν κατάχρηση τῆς θρησκείας στὸν κοινωνικὸ χῶρο ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία. Διοχετεύει, ἔτσι, τὴν Θεολογία του στὸ κοινωνικὸ Status54.
Βέβαια, μὴν μπορώντας νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἐποχή του, δὲν φθάνει ὁ Βούλγαρης στὴν ἔννοια τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας55, κατορθώνει ὅμως νὰ διαφοροποιηθεῖ ἀπὸ τὶς δυτικὲς αὐθεντίες (Locke, Βολταῖρο κ.α.) καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ «στὴν συναίσθηση ὅτι μόνο ἡ ἀνοχὴ καὶ ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς τῶν πνευματικῶν ἀντιλήψεων μποροῦν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν κοινωνικὴ εἰρήνη».
Μὲ τὸν Βούλγαρη «ἡ ἔννοια τῆς ἀνοχῆς, ὡς ἡ θεμελιακότερη ἰδέα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ φιλελευθερισμοῦ»56, περνᾶ στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία57, φιλτραρισμένη ὅμως μέσα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη συνείδησή του.
Ἔτσι διαχωρίζει τὴν θέση του ἀπὸ ἐκείνη τῶν Δεϊστῶν ἡ Θεϊστῶν, καταδικάζει τὴν παπικὴ διασύνδεση πνευματικῆς καὶ κοσμικῆς ἐξουσίας, ἀρνεῖται τὶς προτάσεις τοῦ Πεταβίου («βία ἐναντίον ὅλων τῶν ψευδῶν θρησκειῶν»), ἀλλὰ καὶ τοῦ Βερνάρδου τοῦ Κλαιρβῶ («ἐπιχειρήματα ἀντὶ γιὰ ὄπλα»), καταλήγοντας στὸ δικό του συμπέρασμα, ὅτι ὅταν τὰ πνευματικὰ μέσα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐπαρκέσουν, ἀκόμη καὶ αὐστηρὲς ποινὲς (μὲ ἐξαίρεση τῆς θανατικῆς) ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπενεργήσουν θεραπευτικά58. Κυρίως, ὅμως, διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὸν Βολταῖρο: ὁ ἀνεξίθρησκός του Βούλγαρη εἶναι ζηλωτὴς τῆς εὐσεβείας, ἀλλ’ ὄχι ἀδιάφορος. « Ὁ ἀδιάφορος δὲν γίνεται ἀνεξίθρησκος, ἀλλ’ εἶναι ἄθρησκος»59.




Τελικά, δίνει τὸν δικό του ὁρισμό: Ἀνεξιθρησκεία εἶναι «ἐπιεικὴς καὶ πραεία διάθεσις ψυχῆς εὐσεβοῦς ἤτις κατὰ ζῆλον ἐπιγνώσεως πρὸς τοὺς ὀπωσοῦν ἀθετοῦντας τὰ τῆς πίστεως, μεταχειριζομένη τοὺς εὐλόγους καὶ ἐπιτηδείους τρόπους, εἰς τὴν τούτων μὲν διόρθωσιν, τῶν δὲ ἄλλων τὴν προφυλακήν, τελευταῖον καὶ ἀπειθοῦντας μακροθύμως καὶ ἀνεξικάκως τοὺς ὑποφέρει, οἰκτείρουσα μὲν τὴν αὐτῶν ζημίαν, προαναστέλλουσα δὲ ἐμποδίζουσα τὴν δὶ’ αὐτῶν λύμην τῶν ἄλλων καὶ παραφθοράν· ἀλλ’ ὄχι ποτὲ τυραννικῶς καὶ ὠμῶς καὶ ἀπανθρώπως κατ’ αὐτῶν ἀγριαίνουσα»60. Δὲν φθάνει μὲν στὴν θρησκευτικὴ ἐλευθερία, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο πρὸς αὐτήν, πρωτοπορώντας.


Εὐγένιος Βούλγαρης

Γεννήθηκε στὶς 11 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1716 στὴν Κέρκυρα, ἀπὸ Ζακυνθινοὺς γονεῖς. Σπουδές: Ἀρχικὰ στὴν Κέρκυρα, ἔπειτα σὲ Ἄρτα, Ἰωάννινα, κοντὰ στοὺς πιὸ γνωστοὺς δασκάλους τῆς ἐποχῆς τοῦ (Ἀντώνιος Κατήφορος, Βικέντιος Δαμοδὸς καὶ Ἱερεμίας Καββαδίας). Ἀνώτερες σπουδὲς στὴν Πάδοβα (Ἰταλία) καὶ συγκεκριμένα ἀρχαῖα ἑλληνική, λατινικὴ καὶ ἑβραϊκὴ φιλολογία, θεολογία, θετικὲς ἐπιστῆμες, ξένες γλῶσσες καὶ προπάντων νεότερη φιλοσοφία (Ντεκάρτ, Λόκ, Λάιμπνιτς, Φρειδερίκος Βόλφ). 1737: Χειροτονεῖται διάκονος. 1742: Ἐπιστρέφει ἀπὸ τὶς σπουδές του στὴν Ἰταλία καὶ ἀρχίζει τὴν διδασκαλία σὲ διάφορα ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας: Ἰωάννινα (1742-46), Κοζάνη (1746-50), Ἰωάννινα (1750-52), Ἅγιον Ὅρος- Ἀθωνιάδα (1753-59), Κωνσταντινούπολη-Μεγάλη του Γένους Σχολὴ (1759-61). 1762: Ἀναχωρεῖ, ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὶς διώξεις του, γιὰ τὴν Βλαχία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ τὴν Λειψία. 1772: Ἔπειτα ἀπὸ πρόσκληση τῆς τσαρίνας Αἰκατερίνης Β , ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ Βερολίνο, ὅπου ζοῦσε, γιὰ τὴν Ἁγία Πετρούπολη. 1776: Χειροτονεῖται στὴν Μόσχα Ἀρχιεπίσκοπος Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος. 1787: Παραιτεῖται ἀπὸ Ἀρχιεπίσκοπος, προσφέροντας τὴν θέση στὸν συμπατριώτη τοῦ σοφὸ Νικηφόρο Θεοτόκη. Ἐπιστρέφει στὴν Ἁγία Πετρούπολη, ὅπου γίνεται μέλος τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ἀκαδημίας καὶ ἀφιερώνεται ὁλοκληρωτικὰ στὴν μελέτη καὶ τὴν συγγραφὴ βιβλίων. 1802: Ἐγκαταβιώνει πλέον στὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου (Νιέφσκι), μέχρι τὸν θάνατό του (1806).

==== ==== ===== ==== ==== =====

1.Γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο βλ. στοῦ Gerhard Podskalsky, Griechische Theologie in der Zeit der Turkenherrschaft (1453-1821), Munchen 1988, σ. 344-353 καὶ σποραδικά. Πρβλ. Vasilios Makrides, Die religiose Kritik am Kopernikanischen Weltbild in Griechenland zwischen 1794 und 1821, Frankfurt am 1995, σ. 231 ἐ.ε. Χ. Γ. Πατρινέλη, ἄρθρο στὸ «Παγκόσμιο Βιογραφικὸ Λεξικὸ» τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, τ. 2 (1950), σ.σ. 353-354.

2.Αὐτοὺς ἀναφέρουν ὡς πρώτους δασκάλους τοὺς ὁ Κ. Σάθας (Νεοελληνικὴ Φιλολογία…, Ἐν Ἀθήναις 1868, σ. 566), ὁ Ἄν. Ν. Γούδας (Βίοι Παράλληλοι… τ. Β , Ἐν Ἀθήναις 1870, σ.σ. 2-3) καὶ οἱ συνεχιστές τους ὡς τὸν Podskalsky, ο.π., σ. 344-345, μολονότι τὸ πρόβλημα δὲν φαίνεται νὰ ἔχει λυθεῖ.

3.Βλ. Βασιλικῆς Μπόμπου-Σταμάτη, Ὁ Βικέντιος Δαμοδός. Βιογραφία- Ἐργογραφία, Ἀθήνα 1982, σ. 36.

4.Γιὰ τὴν Σχολὴ παραπέμπουμε ἐνδεικτικὰ στὶς μελέτες: τὸ ἄρθρο «Βίος Εὐγενίου Βουλγάρεως» τοῦ Π. Καλλιγὰ στὴν Πανδῶρα, τ. 1ος (1850-1851), σ. 494 ἐ.ε. (ἐδῶ: 494 ἐ.ε.). Ἄλκη Ἀγγέλου, Τῶν Φώτων- Ὄψεις τοῦ Νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ, Ἀθήνα 1988, σ. 111-131 (Τὸ Χρονικό της Ἀθωνιάδας). Κ. Χατζόπουλου, Ἑλληνικὰ Σχολεῖα στὴν περίοδο τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 84 ἐ.ε. Βλ. καὶ τὸ λῆμμα « Ἡ Ἀθωνιᾶς Σχολὴ» στὴν ΘΗΕ, τ. 1 (1962), στ. 933-935 (μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία – Ὁ Μιλητουπόλεως Ναθαναήλ). Γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Εὖ. Βούλγαρη στὴν Ἀθωνιάδα (1753-1759) πέρα ἀπὸ αὐτὰ βλ. Εἴρ. Δεληδήμου, ο.π., σ. 8 ἐ.ε. G. Podskalsky, ο.π., σ. 345 e. V. Makrides, ο.π., σ. 231 ἐ., Αν. Γούδα, ο.π., σ. 10 ἐ.ε.



5.Ἀθανασίου Παρίου, Ἐπιτομὴ εἴτε Συλλογὴ τῶν θείων τῆς Πίστεως Δογμάτων, Λειψία 1805, σ. v.



6.1748-1751 καὶ 1752-1757. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Ὁμολογῶ ἐν βάπτισμα, Ἀθήνα 1996, σ. 13 ἐ. ε. (καὶ σήμ. 2, ὅπου ἡ βιβλιογραφία).

7.Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, ἔτος 20ον (1900), σ. 395-398.

8.Στὸ ἴδιο, σ. 10.

9.Εὔγ. Βουλγάρεως, Λογικὴ ἐκ παλαιῶν τὲ καὶ νεωτέρων συνερανισθεῖσα, Λειψία 1766, σ. 63 ἐ.ε.

10.Θεολογικόν, ο.π., σ. 86 ἐ. Πρβλ. σ. 83 ἐ.ε.

11.Ἐπιτομή, ο.π., σ. ἃ καὶ στὴν σήμ. 1: «ὁ σοφώτατος Εὐγένιος οὗτος ἤν, ὃς ἐν τὴ νεοτητι αὐτοῦ ἐν Ἰωαννίνοις σχεδιάσας αὐτά, ὕστερον οὐδὲ μνήμης ἀξιοῦν αὐτὰ ἤθελε». Βέβαια, στὸ ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Ἐγχειρίδιον Ἀπολογητικὸν ὁ Ἄθ. Πάριος, θέλοντας νὰ ἐξηγήσει τὴν «φυγὴ» τοῦ Εὐγενίου ἀπὸ τὴν Ἀθωνιάδα, σημειώνει ὅτι «ὁ τελευταῖος εἰς ἑπτὰ χρόνους δὲν ἐπαράδωκεν εἰ μὴ μόνον λογικὴν καὶ ἀριθμητικὴν καὶ γεωμετρίαν καὶ ἀτελῆ μεταφυσικὴν» (σ. 7). Δεδομένης ὅμως τῆς «σκοπιμότητας» ὑπὸ τὴν ὁποία γράφει ὁ Πάριος (περὶ τὸ 1809), δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ δεχθεῖ κανεὶς ὡς ἀξιόπιστη αὐτὴν τὴν πληροφορία. Μᾶλλον ἡ «σιωπὴ» τοῦ Θεολογικοῦ του Παρίου ἔχει μεγαλύτερη ἐγκυρότητα [Βλ. Βάσ. Ν. Μακρίδη, « Ἡ φυγὴ τοῦ Εὐγενίου Βούλγαρη ἀπὸ τὴν Ἀθωνιάδα», μέρος πρῶτο, Ἰστωρ 9 (1996), σ. 87-108 (ἐδῶ: 106). Μέρος δεύτερο, Ἰστωρ 10 (1997), σ. 139-183].

12.Γιὰ τὰ ἔργα τοῦ Βούλγαρη -καὶ τὰ θεολογικὰ- κάνουν ἐκτενῆ λόγο ὁ Π. Καλλιγᾶς (ὁ.π., σ. 502 ἐ.ε.), ὁ Κ. Σάθας (ὁ.π., σ. 569 ἐ.ε.), ὁ G. Podskalsky (ὁ.π.), ὁ π. Ειρ. Δεληδῆμος (σ. 23 ἐ.ε.), ὁ K. Batalden (Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806, Univ. of Minnesota 1975, σ. 148 ἐ. ε.). Πρβλ. τὸ ἄρθρο τοῦ Κ.Ι. Δυοβουνιώτη στὴν ΜΕΕ (Π. Δρανδάκη) τ. 7, β, χ. χρ., σ. 621-622 καὶ τὸ ἄρθρο τοῦ Ἰω. Κωνσταντινίδου στὴν ΘΗΕ, τ. 5 (1964), στ. 1010 ἐ.ε.

13.Π.χ. στὸ ἔργο τοῦ Περὶ συστήματος τοῦ Παντὸς ἐπίτομος ἔκθεσις, Βιέννη 1805. Ἀνάπτυξη βλ. στοῦ V. Makrides, ο. π.

14.Martin Knapp, Evjenios Vulgaris im Einfluss der Aufklarung, Amsterdam 1984.

15.Ἐξεδόθη γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν ἀρχιμ. Ἀγαθ. Λοντόπουλο τὸ 1872 (Βενετία). Ἔμεινε ἀνολοκλήρωτο. Γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὴν β΄ ἔκδοσή του βλ. στὴν σήμ. 1. Ἐπίσης στοῦ G. Podskalsky ὁ. π. καὶ Πανδῶρα, σ. 517 ἐ. ὅπου καὶ γιὰ τὶς πηγὲς τοῦ (μεθοδολογικὸ πρότυπο οἱ Chr. Wolff (διαφωτιστὴς) καὶ ὁ ἀντιγιανσενίτης H. Tourneley). Ὁ ἀντιδυτικισμὸς τοῦ τὸν φέρνει κοντὰ στὸν πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο (†1707).



16.Ὀρθόδοξος ὁμολογία, ἤτοι Πίστεως Ἔκθεσις κατὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν, καθολικήν, ἀποστολικὴν καὶ ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, Amsterdam.



17.Βλ. Κ. Κ. Παπουλίδη, Τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων, Ἐν Ἀθήναις 1971, σ. 25 ἐ. Πρβλ. Κ. Βλάχου, Ἡ χερσόνησος τοῦ Ἁγίου Ὅρους Ἀθω καὶ αἳ ἐν αὐτὴ μοναὶ καὶ οἱ μοναχοὶ πάλαι τὲ καὶ νῦν, Βόλος 1903, σ. 110.

18.Στύλ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Α, Ἀθήνα, σ. 58 ἐ.

19.Ο.π., σ. 352.

20.«Τὸν βυζαντινὸ μυστικισμὸ ἀναπνέει. Θεολογεῖ, ὅπως οἱ Βυζαντινοὶ μὲ μυστικὸ οἶστρο καὶ ἔξαρση» (Β. Τατάκη, Σκοῦφος-Μηνιάτης-Βούλγαρις-Θεοτόκης, Βασικὴ Βιβλιοθήκη ἄρ. 8, Ἀθῆναι 1953- 57, σ. 24-29 καὶ 239-249· ἐδῶ σ. 28).


21.Κατὰ τὸν Κιτρομηλίδη, « Ἡ πολιτικὴ σκέψη τοῦ Εὔγ. Βουλγάρεως», Ἱστορικά, τ. 7 (1990), σ. 169), «ὑπόστρωμα τοῦ διανοητικοῦ βίου καὶ τῶν πνευματικῶν βιωμάτων τοῦ Βούλγαρη παρέμεινε πάντα ἡ Ὀρθόδοξη παρακαταθήκη τῆς καθ’ ἠμᾶς Ἀνατολῆς μὲ τὶς ἡσυχαστικὲς ρίζες καὶ τὶς ἀποφατικές της ἐκφάνσεις, παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς ἀποστάσεις ποὺ παίρνει ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ τὰ ζωηρὰ φιλοσοφικὰ καὶ τὰ ἐπιστημονικά του ἐνδοιαφέροντα. Πάνω σ’ αὐτὸ τὸ παραδοσιακό, ποὺ ὑποβόσκει πάντα στὶς παρυφὲς τῆς σκέψης ὅταν δὲν καταλαμβάνει τὸ προσκήνιο, θεμελιώθηκε τὸ ἐπιβλητικὸ οἰκοδόμημα τοῦ ἔργου του».

22.M. Knapp , ὁ.π., σ. 121.


23.Ο.π., σ. 239-240.


24.Ο.π., σ. 15 ἐ.ε.

25.Καὶ τὶς φράσεις παραθέτει ὁ Κ. Θ. Δημαρᾶς (Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Ἀθήνα 41968, σ. 132 καὶ 135) καὶ ἐπαναλαμβάνονται, κυρίως ἡ πρώτη, γιὰ νὰ δειχθεῖ ἡ ἀπόσταση τοῦ Βούλγαρη ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας του: Πρῶτος διδάξας σ αὐτὸ εἶναι ὁ φανατικὸς πολέμιος τοῦ Βυζαντίου Π. Καλλιγᾶς (ὁ.π., σ. 502: «… πόσον ὀλίγον συμμερίζεται τὸν τύφον καὶ τὰς προλήψεις τοῦ τάγματός του»). Ἡ δεύτερη φράση προέρχεται ἀπὸ γράμμα τοῦ (Πετρούπολη 1775) σὲ Ζακύνθιο συγγενῆ του (σ. 135). Ψυχογραφικὴ ἑρμηνεία τῆς πρώτης φράσεως δώσαμε σὲ ἄλλο μελέτημα γιὰ τὸν Βούλγαρη (Φῶτα καὶ φῶς, ὑπὸ δημοσίευση), τὴν παραθέτουμε δὲ καὶ ἐδῶ: Πιστεύω ὅτι κακοποιεῖται ἀθέλητα μία φράση τοῦ Βουλγάρεως γιὰ τὴν ζωή του στὴν Λειψία: «εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν εἶναι ἡ Καπέλλα ὥστε κινδυνεύω νὰ γίνω φιλακόλουθος». Πέρα ἀπὸ τὸ ἀναμφισβήτητο χιοῦμορ του, ὡς λόγιος κληρικὸς (βέβαια, mutatis mutandis) τὸν κατανοῶ διαφορετικὰ καὶ ἴσως ὀρθότερα. Συχνὰ ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνη μου στοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ἁπλοὺς κληρικούς, διότι ἀναπληρώνουν τὸ δικό μου ὑστέρημα στὴν λατρεία, τελώντας ὅλη τὴν λατρειακὴ πρακτική του νυχθημέρου. Καὶ τοῦτο διότι λόγω καὶ τῶν ἀκαδημαϊκῶν καὶ τῶν λοιπῶν καθηκόντων μου δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι συνεπής. Αὐτό, πιστεύω, ὑπαινίσσεται αὐτοσαρκαζόμενος καὶ ὁ Βούλγαρης. Ἦταν δυνατὸν ἕνας κληρικὸς εὐρισκόμενος στὸν ἴδιο χῶρο μὲ τὴν Καπέλλα νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὶς ἀκολουθίες; Μήπως ἄλλωστε καὶ μεῖς, ἐπισκεπτόμενοι τὰ ἁγιορείτικα μοναστήρια λ.χ., δὲν γινόμαστε ἐκ τῶν πραγμάτων «φιλακόλουθοι»;

26.Ὀρθοτατη εἶναι σ αὐτὸ ἡ παρατήρηση τοῦ Π. Καλλιγά: «Φαιδρὸς καὶ εὔθυμος εἰς τοὺς τρόπους του, ἠγάπα τὴν κοσμίαν ἀστειότητα, ἤτις εἶναι ἴδια εἰς τὰς ψυχᾶς, αἴτινες δὲν φυσιοῦνται ἀπὸ τύφον» (Πανδῶρα, ο. π., σ. 502). Ἔτσι, λ.χ. ὁ Εὐγένιος ἔγραφε στὸν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη (στὸ ἴδιο): «Πολλάκις, ὅταν ὁ βὴξ σφοδρότερος μοὶ συνέχη, φοβοῦμαι μὴ καὶ ὀδόντα ἕνα τῶν περιλοίπων συναποχρεμφθῶ». Πολλά, ἄλλωστε, παραδείγματα ἀναλόγου χιοῦμορ βρίσκουμε στὴν πατερικὴ γραμματεία. Βλ. Ἄλ. Μ. Σταυροπούλου, «Ποιμένες καὶ χιοῦμορ», Ὁ Ἐφημέριος ΛΒ (1983), σ. 8-9.


27.Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Ἀθήνα4 1968, σ. 132.

28.Βίοι Παράλληλοι, ο.π., σ. 7.


29.Ο.π., σ. 29.

30.«Θεολογικόν», σ. 163 ἐ. (κέφ. ΙΕ : Πότερον ἡ καταληπτικὴ ὅρασις ὑπὲρ φύσιν ἀνθρώπω δυνατὴ οὖσα τυγχάνει). Καὶ σέλ. 163: « Ἐνέργειαι εἰσιν ὑπερφυσικαί…». Καὶ στὴν ὁμολογία γιὰ τὸν Θεὸ ὀνομάζει «ἄκτιστον» καὶ «δημιουργὸν πάντων τῶν ὄντων … οὐ προβλητικῶς, οὐδὲ ἐκ φύσεως, οὐδ’ ἐξ ἀνάγκης …, δημιουργικῶς δὲ καὶ αὐτοθελήτως …, ἐν χρόνω… ἐκ τοῦ μηδενός…» (κέφ. α ).




31.Στὸ ἴδιο, σ. 163: «Οὐδεμία δὲ ἀναλογία Θεοῦ μεταξὺ καὶ κτιστῆς διανοίας ἐστι, τοῦ μὲν ἀπείρου ὄντος, τῆς δὲ πεπερασμένης».




32.Ὁ πλήρης τίτλος: «Σοφίας τῶν Ἑλλήνων τοῦ παρόντος αἰῶνος διασάφησις περὶ τοῦ ποὺ Παράδεισος καὶ ποὺ Κόλασις, καὶ τί ἐστι ταῦτα». Βλ. Γ. Αἰνιάνος, Συλλογὴ ἀνεκδότων συγγραμμάτων τοῦ ἀοιδίμου Εὐγενίου Βουλγάρεως…, Ἀθῆναι 1838, σ. 1-5.




33.«Πραγματεία περὶ μουσικῆς», Trieste 1868 (= Εὐαγγελικὸς Κῆρυξ, ἄρ. 1 (1870), σ.σ. 111-142.




34.Βλ. παραπάνω, σήμ. 31.


35.Τοῦ μακαρίου Θεοδωρίτου (υαη), ἐπισκόπου Κύρου, τὰ Σωζόμενα … ὑπὸ Εὐγενίου Διακόνου τοῦ Βουλγάρεως, τ. Α -Ἐ , Ἐν Χάλλη 1768-1775.




36.Ἰωσὴφ μοναχοῦ του Βρυεννίου, Τὰ Εὑρεθέντα…, δὶ’ ἐπιμελείας Εὐγενίου Διακόνου τοῦ Βουλγάρεως ἤδη τὸ πρῶτον τύποις ἐκδοθέντα, τ. Α -Β , Ἐν Λειψία 1768 καὶ Ἰωσὴφ Μοναχοῦ του Βρυεννίου, Τὰ παραλειπόμενα…, τ. Γ , Ἐν Λειψία 1784. Στὸν τόμο συνεκδίδει μετάφραση ἑνὸς ἔργου «Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» τοῦ Θεοφάνους Προκόποβιτς.




37.Χρ. Γιανναρά, ο.π., σ. 162.




38.Οἱ ὄροι αὐτοὶ ἀπαντοῦν συχνὰ στὸ «Περὶ τῶν διχονιῶν…» τοῦ Βολταίρου (βλ. παρακάτω σήμ. 66).




39.Αὐτὸ συνάγεται καὶ ἀπὸ τὶς «Σημειώσεις» του στὸ προηγούμενο ἔργο ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα του.




40.Βιβλιάριον κατὰ Λατίνων ἔχον ὄνομα Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή, Κωνσταντινούπολις 1756. Βλ. M. Knapp, ο.π., σ. 81 ἐ. ε. Ο G. Podskalsky (σ. 347) θεωρεῖ τὸ ἔργο «μία ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες τοῦ Βολταίρου, ποὺ ἀδικεῖ τὶς ἄλλες ἱκανότητές του».




41.Ἐξεδόθη ἀπὸ τὸν Γ. Αἰνιάνα, ο.π., σ. 64-86 (= Λόγος ἐκφωνηθεῖς κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου). Βλ. τὴν ἀνάλυσή του ἀπὸ τὸν Π. Καλλιγὰ στὴν Πανδῶρα, ο.π., σ. 501. Στρέφεται κατὰ τοῦ παπικοῦ πρωτείου.




42.Ἀπόκρισις· Ὀρθοδόξου τινὸς πρὸς τινὰ ἀδελφὸν Ὀρθόδοξον περὶ τῆς τῶν Καθολικῶν δυναστείας, καὶ περὶ τοῦ τίνες οἱ σχίσται καὶ οἱ σχισματικοὶ καὶ οἱ ἐσχισμένοι, καὶ περὶ τῆς βαρβαρικῆς λεγομένης Οὐνίας καὶ τῶν Οὐνιτῶν, καὶ περὶ τοῦ πὼς δεῖ τοὺς Ὀρθοδόξους ἀπαντᾶν τὴ τῶν Κατολίκων τυραννία, Χάλλη 1775 (Γιὰ τὴν γνησιότητα τοῦ ἔργου βλ. G. Podskalsky, σ. 329). Τὸ ἔργο στρέφεται κατὰ τῶν Οὐνιτῶν τῆς Οὐκρανίας.




43.Βλ. στοῦ K. Batalden, ο.π., σ. 138 ἐ.ε.




44.Π.χ. σ. 83, 176 κ. α.




45.Ο.π., σ. 347. Γιὰ τὸ ζήτημα τοῦ «ἀναβαπτισμοῦ» βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Ὁμολογῶ ἐν βάπτισμα, Ἀθήνα2, 1996.




46.Πχ. Γρηγόριος Θεολόγος († 390): «Οὔκουν ἀτιμαστέον τὴν παίδευσιν, ἐπεῖ οὕτω δοκεῖ τισιν». Ὑποστηρίζει δὲ ὅτι ἡ «παίδευσις» εἶναι «τῶν παρ’ ἠμῶν ἀγαθῶν τὸ πρῶτον» καὶ ὄχι μόνο ἡ χριστιανική, ἀλλὰ καὶ ἡ «ἔξωθεν», ποὺ κάποιοι «χριστιανοὶ» τὴν ἀπορρίπτουν «κακῶς εἰδότες». Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθοδοξοπατερικὴ ἀποτίμηση τῆς παιδείας ( Ἐπιτάφιος εἰς τὸν Μ. Βασίλειον, κέφ. ΙΑ ). Γιὰ τὴν στάση τοῦ Βούλγαρη, εἰδικότερα, βλ. στοῦ π. Εἰρηναίου Δεληδήμου, ο.π., σ. 15 ἐ.ε.




47.G. Podskalsky, ο.π., σ. 353.




48.Βλ. V. Makrides, ο.π., π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Εὔγ. Βούλγαρης (Φῶτα καὶ φῶς, ὑπὸ ἔκδοση). Πρβλ. Εἴρ. Δεληδήμου, ο.π., σ. 20ε.




49.Ο.π., σ. 6. Ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου εἶναι ἐξ ἴσου ἀποκαλυπτική: « Ἐκείνην τὴν σοφίαν τὴν μανθάνει τὶς εἰς τὰς νεωτέρας ἀκαδημίας, ταύτην εἰς τὴν παλαιὰν Ἐκκλησίαν· εἰς τὰ βιβλία τῶν φιλοσόφων, ταύτην εἰς τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων· ἐκείνην μὲ τὴν ὀξύτητα τῆς ἀγχινοίας, ταύτην μὲ τὴν θερμότητα τῆς καθαρᾶς καὶ εὐδιαθέτου ψυχῆς· ἐκείνην μὲ πολυπλόκους συλλογισμοὺς πολυτρόπων ἐπιχειρημάτων, ταύτην μὲ ἁπλὴν καὶ στερεὰν συγκατάθεσιν ἀδιστάκτου πίστεως· ἐκείνην μὲ περίεργον ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν, ταύτην μὲ ἀπράγμονα τοῦ νοὸς αἰχμαλωτισμόν».




50.Ο.π., σ. 133-134.




51.Σημειώνει ὁ Knapp (στὸ ἴδιο): «Es gab immer zur den Konservativen Kleriker Vulgaris, der zwar eine ausgepragte Neigung zu Philosophie und Naturwissenschaft besass, der aber im Konfliktfall zwissen Wissenschaft und Religion genau wusste, dass er ein Mann der Kirche war». Καὶ σ’ ἄλλο σημεῖο γράφει: «Blosse Beschaftigung mit naturwissenschaftlichen Themen ist nicht gleich Aufklarung. Die geistesgeschichtliche Stromung der Aufklarung ist ohne den absoluten Primat der Verkunft nicht denkbar. Aufklarung zeigt sich gerade in den Grenzgebieten zwissen Naturwissenschaft und Tleologie» (σ. 121-122).
52.Π.χ.: «Τὸ διεγερτικὸν τῶν βασιλέων» (1772;), « Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν αὐτοκρατόρισσαν τῶν Ρώσσων» (1771), «Λόγος τοῦ Πάπα-Χαριστησκίου» (1771;), «Περὶ διχονοιῶν, τῶν ἐν ταῖς Ἐκκλησίας τῆς Πολωνίας» (1768). Βλ. Batalden, σ. 169 ἐ.
53.Βλ. π.χ. τὴν Ἐπιστολὴν τοῦ σοφωτάτου Κυρίου Εὐγενίου, ἀρχιεπισκόπου πρώην Σλαβωνίου καὶ Χερσῶνος, Τριέστη 1797. Εἶναι ἀπάντηση στὰ «Καλοκινήματα» τοῦ Ψαλίδα, μὲ ἀντιβολταιρικὸ χαρακτήρα. Γιὰ τὸ θέμα βλ. στοῦ V. Makrides, σ. 239 ἐ.ε.
54.Σκοπεύουμε νὰ ἀσχοληθοῦμε σὺν Θεῶ εἰδικότερα μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ σὲ ἄλλη εὐκαιρία.
55.Ἀναστ. Μαρίνου, Ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία, Ἀθῆναι 1972, σ. 4 ἐ.ε.
56.Πασχ. Κιτρομηλίδης, ο.π., σ. 170.
57.Ο Π. Καλλιγᾶς (ὁ.π., σ. 517) ὀρθὰ ἐπεσήμανε: «Τὸ σύγγραμμα τοῦτο εἶναι προσέτι ἀξιοπερίεργον ὡς γεγραμμένον εἰς τὴν καθομιλουμένην γλώσσαν μ’ ἐκείνην τὴν γλαφυρότητα καὶ σύμμετρον ἀπόστασιν ἀπὸ τὸν ἀρχαϊσμὸν καὶ τὴν βάναυσον φράσιν, τῶν ὁποίων ὁ Κοραὴς κατόπιν ἀνέπτυξε τοὺς κανόνας».

58. Πρβλ. G. Podskalsky, ο.π., σ. 348. Βλ. τὸ «Σχεδίασμα», σ. 208 ἐ. «Κατὰ τούτων ἡ ἀκοινωνησία, ὁ ἀφορισμός, τὸ ἀνάθεμα, καὶ ὅσα τοιαῦτα τῆς Ἐκκλησίας κανονικὰ ἐπιτίμια· ἔπειτα ἀνίσως καὶ αὐτὰ ἀδρανῆ φανοῦν καὶ ἀνίσχυρα, κατὰ τούτων καὶ οἱ ἐξωτερικοὶ Ἡγεμόνες (= οἱ Ἄρχοντες) ἐξοπλίζονται μὲ ζῆλον ἔνθεον».


59.«Σχεδίασμα», σ. 151-152.
60.Στὸ ἴδιο, σ. 151.

*Τὸ παρὸν ἄρθρο ἀποτελεῖ σύντμηση τῆς εἰσηγήσεως ἀπὸ τὴν Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα « Ἀθωνιᾶς Ἀκαδημία-250 ἔτη ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως», ποὺ ἔγινε στὸ Πολεμικὸ Μουσεῖο στὶς 11-12 Δεκεμβρίου 1999 καὶ διοργάνωσαν ἡ Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου καὶ τὸ Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων. ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 21

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.