18 Ιαν 2026

Μιλᾶς τὴν ἴδια γλῶσσα, τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ, ἐδῶ καὶ 3.000 χρόνια!

Ῥωτᾶνε συνεχῶς, «τί σχέσιν ἔχομεν ἐμεῖς μὲ τοὺς ἀρχαίους;» Πέρασαν 3.000 χρόνια το λιγότερο (καὶ 4 μὴ σοῦ πῶ) καὶ ἀκόμα ὁμιλεῖται ἡ ἴδια γλῶσσα χωρὶς νὰ τὸ ξέρετε. Δὲν συμβαίνει σὲ καμία ἄλλη γλῶσσα αὐτὸ παγκοσμίως.

Στὴν καθημερινότητά σου λές:
  1. Ἕνα χελιδόνι (ἢ ἕνας κούκος) δὲν φέρνει τὴν ἄνοιξη.
    Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ — Εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Αἴσωπο καὶ ἔμεινε ὡς παροιμία ποὺ χρησιμοποιούσαν συχνὰ ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Στοβαῖος καὶ ὁ Ἀριστοφάνης. Ἐπικράτησε ἡ ἐκδοχὴ μὲ τὸν κούκο.

  2. Τὸ ἕνα χέρι νίβει τὸ ἄλλο
    ἁ δὲ χεὶρ τὰν χεῖρα νίζει — στίχος τοῦ Πυθαγόρειου φιλοσόφου καὶ...

    ποιητῆ Ἐπίχαρμου

  3. Ὅ,τι σπείρεις θὰ θερίσεις
    Εἰ κακά τις σπείραι κακά κέρδια ἀμήσειν — Ἡσίοδος

  4. Κάλλιο νὰ σὲ ζηλεύουνε παρὰ νὰ σὲ λυποῦνται
    κρέσσον γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος — Πίνδαρος

  5. Ἡ γλῶσσα κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει
    Ἡ γλῶττα ἀνόστεος μὲν ὀστέα θραύει — Σόλων

  6. Ἔπαθε καὶ ἔμαθε
    τὸν πάθει μάθος — Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων

  7. Σηκώθηκαν οἱ τρίχες μου
    τριχὸς δ᾽ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται — Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας

  8. Ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ κολώνα τοῦ σπιτιοῦ
    Ἀνήρ, στέγης στῦλον — Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων

  9. Χτύπα ξύλο
    Ἅπτεσθαι ξύλου — Ἀριστοφάνης

  10. Ἔπεσαν κάτω ἀπὸ τὰ γέλια
    ὥστε ὑπτίους ὑπὸ τοῦ γέλωτος καταπεσεῖν — Ἀθήναιος

  11. Ἔγιναν θέατρο
    Ἑαυτοὺς ἐξεθεατρίζουν — Πολύβιος

  12. Μὴ μὲ συγχίζεις
    μή μοι σύγχει — Ὅμηρος

  13. Τὴν βάψαμε (τὴ βάρκα)
    Ἡ ναῦς ἔβαψεν — Εὐριπίδης, Ὀρέστης στ. 705–707
    βάπτω = βυθίζω στὸ νερό. Ὅταν λέγαμε
    ναῦς ἔβαψεν = τὸ πλοῖο βυθίστηκε

Οἱ ἄνθρωποι ἀλλάζουν, ἡ γλῶσσα ὅμως θυμᾶται καὶ ἡ μνήμη ῥέει στὸ αἷμά μας.

  1. Μὴ μὲ σκοτίζεις
    Ἀποσκότισόν με — εἶπε ὁ Διογένης στὸν Μ. Ἀλέξανδρο

  2. Ἔγινε ὁ βίος ἀβίωτος
    Ἀβίωτον ζῶμεν βίον — (Φιλήμων, 4ος αἰ. π.Χ.)

  3. Τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα
    ὀρνίθων γάλα — Πλούταρχος

  4. Λὲς τρίχες!
    Τριχολογεῖν καὶ τρίχας ἀναλέγεσθαι — Σοῦΐδας

  5. Ἄει στὸν κόρακα (τὴν ἀκούς πολὺ στὴ Θεσσαλία)
    πέμπειν εἰς κόρακας

  6. Δὲν μὲ μέλει
    οὐδέν μοι μέλει

  7. Πολλὰ λὲς
    Πολλὰ λαλεῖς (στὴν Κύπρο θυμᾶμαι τὸ ἀκοῦς συνεχῶς)

  8. Νὰ σκάσεις
    Διαρραγείης — Ἀριστοφάνης

  9. Κάθε ἀρχὴ καὶ δύσκολη
    Ἀρχὴ δήπου παντὸς ἔργου χαλεπωτέρα

  10. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή
    ἔχει τι πικρὸν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος — Δίων

  11. Ἡ ἀλήθεια δὲν κρύβεται
    Ἀδύνατον τ᾽ ἀληθὲς λαθεῖν — Μένανδρος

  12. Φοβᾶται καὶ τὴν σκιὰ του
    τὴν αὐτοῦ σκιὰν δέδοικεν — Ἀριστοφ. Ἀπόσπ. 62

  13. Τὸν ἀράπη κι ἂν τὸν πλένεις
    Αἰθίοπα σμήχεις — Πλούταρχος
    (στὴν οὐσία σημαίνει τὸν Αἰθίοπα (ὅσο κι) ἂν λευκαίνεις)

  14. Καμιά δουλειὰ δὲν εἶναι ντροπή (ἡ ἀεργία εἶναι ντροπή)
    Ἔργον δ᾽ οὐδὲν ὄνειδος, (ἀεργίη δὲ τ᾽ ὄνειδος) — Ἡσίοδος

  15. Χτίζεις στὴν ἄμμο
    Εἰς ψάμμον οἰκοδομεῖς — Πλούταρχος

  16. Πάρ’ τὸ αὐγὸ καὶ κούρευτο
    Ὠὸν τίλλεις — Πλούταρχος

  17. Ὅπως σὲ βλέπω καὶ μὲ βλέπεις
    Ὥσπερ εἰσορᾷς ἐμέ — Σοφοκλῆς

  18. Μοῦ λύθηκαν τὰ γόνατα
    Λύεται γούνατα — Ὅμηρος

  19. Θὰ σοῦ δείξω ἐγὼ ποιός εἶμαι (ἀπειλή)
    Ἐγὼ αὐτῷ δείξω τίς εἰμι — Ἐπίκτητος 3,2,10

  20. Δὲν πᾶς νὰ κρεμαστεῖς;
    Οὐκ ἀπάγξῃ; — Ἐπίκτητος 3,1,32

  21. Κάνει σὰν νὰ τοῦ σκότωσε τὸν πατέρα (σὰ νὰ τοῦ σκότωσε τὴ μάνα λέμε σήμερα ἐμεῖς)
    Ἂν οὖν ἐν τούτοις πλανηθῶ μὴ τι τὸν πατέρα ἀπέκτεινα — Ἐπίκτητος 1,7,31

  22. Βάζω τὸ χέρι στὴ φωτιά
    Χεῖρά τ᾽ ἐν ἠγάνῳ βαλεῖν (ἠγάνῳ = στὸ τηγάνι) — Ἀνακρέων, Fragmenta Fr. 91

  23. Μπλέξαμε τὰ μπούτια μας
    Πλέξαντες μηροῖσι πέρι μηρούς — Ἀνακρέων, Fragmenta Fr. 91

facebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.