-
Ἕνα χελιδόνι (ἢ ἕνας κούκος) δὲν φέρνει τὴν ἄνοιξη.
Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ — Εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Αἴσωπο καὶ ἔμεινε ὡς παροιμία ποὺ χρησιμοποιούσαν συχνὰ ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Στοβαῖος καὶ ὁ Ἀριστοφάνης. Ἐπικράτησε ἡ ἐκδοχὴ μὲ τὸν κούκο. -
Τὸ ἕνα χέρι νίβει τὸ ἄλλο
ποιητῆ Ἐπίχαρμου
ἁ δὲ χεὶρ τὰν χεῖρα νίζει — στίχος τοῦ Πυθαγόρειου φιλοσόφου καὶ... -
Ὅ,τι σπείρεις θὰ θερίσεις
Εἰ κακά τις σπείραι κακά κέρδια ἀμήσειν — Ἡσίοδος -
Κάλλιο νὰ σὲ ζηλεύουνε παρὰ νὰ σὲ λυποῦνται
κρέσσον γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος — Πίνδαρος -
Ἡ γλῶσσα κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει
Ἡ γλῶττα ἀνόστεος μὲν ὀστέα θραύει — Σόλων -
Ἔπαθε καὶ ἔμαθε
τὸν πάθει μάθος — Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων -
Σηκώθηκαν οἱ τρίχες μου
τριχὸς δ᾽ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται — Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας -
Ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ κολώνα τοῦ σπιτιοῦ
Ἀνήρ, στέγης στῦλον — Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων -
Χτύπα ξύλο
Ἅπτεσθαι ξύλου — Ἀριστοφάνης -
Ἔπεσαν κάτω ἀπὸ τὰ γέλια
ὥστε ὑπτίους ὑπὸ τοῦ γέλωτος καταπεσεῖν — Ἀθήναιος -
Ἔγιναν θέατρο
Ἑαυτοὺς ἐξεθεατρίζουν — Πολύβιος -
Μὴ μὲ συγχίζεις
μή μοι σύγχει — Ὅμηρος -
Τὴν βάψαμε (τὴ βάρκα)
Ἡ ναῦς ἔβαψεν — Εὐριπίδης, Ὀρέστης στ. 705–707
βάπτω = βυθίζω στὸ νερό. Ὅταν λέγαμε
ναῦς ἔβαψεν = τὸ πλοῖο βυθίστηκε
Οἱ ἄνθρωποι ἀλλάζουν, ἡ γλῶσσα ὅμως θυμᾶται καὶ ἡ μνήμη ῥέει στὸ αἷμά μας.
-
Μὴ μὲ σκοτίζεις
Ἀποσκότισόν με — εἶπε ὁ Διογένης στὸν Μ. Ἀλέξανδρο -
Ἔγινε ὁ βίος ἀβίωτος
Ἀβίωτον ζῶμεν βίον — (Φιλήμων, 4ος αἰ. π.Χ.) -
Τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα
ὀρνίθων γάλα — Πλούταρχος -
Λὲς τρίχες!
Τριχολογεῖν καὶ τρίχας ἀναλέγεσθαι — Σοῦΐδας -
Ἄει στὸν κόρακα (τὴν ἀκούς πολὺ στὴ Θεσσαλία)
πέμπειν εἰς κόρακας -
Δὲν μὲ μέλει
οὐδέν μοι μέλει -
Πολλὰ λὲς
Πολλὰ λαλεῖς (στὴν Κύπρο θυμᾶμαι τὸ ἀκοῦς συνεχῶς) -
Νὰ σκάσεις
Διαρραγείης — Ἀριστοφάνης -
Κάθε ἀρχὴ καὶ δύσκολη
Ἀρχὴ δήπου παντὸς ἔργου χαλεπωτέρα -
Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή
ἔχει τι πικρὸν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος — Δίων -
Ἡ ἀλήθεια δὲν κρύβεται
Ἀδύνατον τ᾽ ἀληθὲς λαθεῖν — Μένανδρος -
Φοβᾶται καὶ τὴν σκιὰ του
τὴν αὐτοῦ σκιὰν δέδοικεν — Ἀριστοφ. Ἀπόσπ. 62 -
Τὸν ἀράπη κι ἂν τὸν πλένεις
Αἰθίοπα σμήχεις — Πλούταρχος
(στὴν οὐσία σημαίνει τὸν Αἰθίοπα (ὅσο κι) ἂν λευκαίνεις) -
Καμιά δουλειὰ δὲν εἶναι ντροπή (ἡ ἀεργία εἶναι ντροπή)
Ἔργον δ᾽ οὐδὲν ὄνειδος, (ἀεργίη δὲ τ᾽ ὄνειδος) — Ἡσίοδος -
Χτίζεις στὴν ἄμμο
Εἰς ψάμμον οἰκοδομεῖς — Πλούταρχος -
Πάρ’ τὸ αὐγὸ καὶ κούρευτο
Ὠὸν τίλλεις — Πλούταρχος -
Ὅπως σὲ βλέπω καὶ μὲ βλέπεις
Ὥσπερ εἰσορᾷς ἐμέ — Σοφοκλῆς -
Μοῦ λύθηκαν τὰ γόνατα
Λύεται γούνατα — Ὅμηρος -
Θὰ σοῦ δείξω ἐγὼ ποιός εἶμαι (ἀπειλή)
Ἐγὼ αὐτῷ δείξω τίς εἰμι — Ἐπίκτητος 3,2,10 -
Δὲν πᾶς νὰ κρεμαστεῖς;
Οὐκ ἀπάγξῃ; — Ἐπίκτητος 3,1,32 -
Κάνει σὰν νὰ τοῦ σκότωσε τὸν πατέρα (σὰ νὰ τοῦ σκότωσε τὴ μάνα λέμε σήμερα ἐμεῖς)
Ἂν οὖν ἐν τούτοις πλανηθῶ μὴ τι τὸν πατέρα ἀπέκτεινα — Ἐπίκτητος 1,7,31 -
Βάζω τὸ χέρι στὴ φωτιά
Χεῖρά τ᾽ ἐν ἠγάνῳ βαλεῖν (ἠγάνῳ = στὸ τηγάνι) — Ἀνακρέων, Fragmenta Fr. 91 -
Μπλέξαμε τὰ μπούτια μας
Πλέξαντες μηροῖσι πέρι μηρούς — Ἀνακρέων, Fragmenta Fr. 91

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου