Menu

20 Μαΐ 2026

Ἡ Δασκάλα τῆς Παράγκας

Τὴν ἔλεγαν Κυρα-Ἑλένη. Στὸν Πόντο ἦταν δασκάλα στὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς Τραπεζοῦντας. Εἶχε τελειώσει τὸ Ἀρσάκειο. Μιλοῦσε ἑλληνικά, γαλλικά, καὶ ποντιακά. 

Στὴν Ἑλλάδα ἔγινε ἐργάτρια στὸ καπνομάγαζο. 14 ὧρες τὴ μέρα νὰ διαλέγει φύλλα καπνοῦ. Τὰ δάχτυλα κίτρινα, τὰ μάτια θολὰ ἀπὸ τὴ σκόνη. Ἀλλὰ τὸ βράδυ... τὸ βράδυ γινόταν πάλι δασκάλα. 
Ἡ παράγκα της ἦταν 3x3. Χῶμα γιὰ πάτωμα. Τενεκὲς γιὰ σκεπή. Στὸν τοῖχο εἶχε καρφώσει ἕνα μαυροπίνακα - ἕνα κομμάτι ξύλο βαμμένο μὲ κάρβουνο. Κάθε ἀπόγευμα, στὶς 6, χτυποῦσε μιὰ κατσαρόλα. Τὸ «κουδούνι» καὶ ἔρχονταν. 40 παιδιά, ξυπόλητα, μὲ κουρελιασμένα ροῦχα, παιδιὰ ποὺ τὸ πρωὶ πουλοῦσαν κουλούρια στὸ λιμάνι, ποὺ μάζευαν κάρβουνα ἀπὸ τὶς γραμμές το τρένου. 
Δὲν εἶχαν τετράδια. Ἔγραφαν πάνω σὲ παλιὰ χαρτιὰ ἀπὸ τὸ... καπνομάγαζο. Δὲν εἶχαν μολύβια. Ἔγραφαν μὲ κάρβουνο. 
Δὲν εἶχαν βιβλία. Εἶχε ἕνα. Τὸ Ἀναγνωστικὸ τῆς Α’ Δημοτικοῦ. Τὸ εἶχε σώσει ἀπὸ τὸν Πόντο. Τὸ φύλαγε στὸ στῆθος της, μαζὶ μὲ τὴν εἰκόνα. 
«Τί μάθημα ἔχουμε σήμερα, κυρία;» ρώτησε ὁ μικρὸς ὁ Λάζαρος. 9 χρονῶν. Ὁ πατέρας του πέθανε ἀπὸ τῦφο τό ’23. 
«Σήμερα θὰ μάθουμε τὴ λέξη "Πατρίδα", Λάζαρε», εἶπε ἡ Ἑλένη. 
Ἔγραψε στὸν μαυροπίνακα μὲ τὸ κάρβουνο: Π – Α – Τ – Ρ – Ι – Δ – Α 

«Ξέρετε τί εἶναι ἡ πατρίδα;» ρώτησε. Σιωπή. Τὰ παιδιὰ κοιτάχτηκαν. 
«Ἡ Ἑλλάδα;» εἶπε δειλὰ ἕνα κοριτσάκι. Ἡ Ἑλένη χαμογέλασε. Τὰ μάτια της βούρκωσαν. «Ὄχι, Μαρίκα μου. Ἡ πατρίδα εἶναι ἐκεῖ ποὺ σὲ θάβουν. Ὁ παπποῦς σου εἶναι θαμμένος στὸν Πόντο. Ἄρα ὁ Πόντος εἶναι πατρίδα. Ἡ μάνα σου εἶναι θαμμένη ἐδῶ, στὴ Δραπετσώνα. Ἄρα καὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι πατρίδα. Ἐμεῖς, παιδιά μου, ἔχουμε δύο πατρίδες καὶ πρέπει νὰ τὶς τιμήσουμε καὶ τὶς δύο.» 
Ἔμαθαν νὰ γράφουν. Ἔμαθαν νὰ διαβάζουν. Ἔμαθαν τὴν ἱστορία τοῦ ’21. Ἀλλὰ κάθε Παρασκευή, ἡ Ἑλένη τούς ἔλεγε καὶ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὸν Πόντο. Γιὰ τὴ Σουμελᾶ. Γιὰ τὸν Διγενῆ. Γιὰ τὴν Κερασούντα. 
«Γιὰ νὰ μὴν ξεχάσετε», ἔλεγε. «Γιατί ἂν ξεχάσετε, πεθαίνετε δεύτερη φορά.» 
Τὸ 1932 ἦρθε ὁ Ἐπιθεωρητὴς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο. «Ποιά εἶστε ἐσεῖς ποὺ κάνετε μάθημα χωρὶς ἄδεια;» φώναξε. «Αὐτὸ εἶναι παράνομο!». Ἡ Ἑλένη σηκώθηκε. 35 χρονῶν, ἀλλὰ φαινόταν 50. Ἀπὸ τὴν κούραση. «Κύριε Ἐπιθεωρητά», εἶπε ἤρεμα. «Ἐγὼ τελείωσα τὸ Ἀρσάκειο Τραπεζοῦντας. Ἔχω δίπλωμα. Ἂν θέλετε, σᾶς τὸ δείχνω.» 
Τοῦ ἔδωσε ἕνα χαρτὶ κιτρινισμένο, διπλωμένο στὰ τέσσερα. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς τὸ διάβασε. Κοίταξε τὰ 40 παιδιά, ξυπόλητα, πεινασμένα ἀλλὰ νὰ γράφουν «Ἐλευθερία» στὸν μαυροπίνακα. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι. «Συνεχίστε, κυρία», εἶπε μόνο καὶ ἔφυγε. 
Τὴν ἄλλη ἑβδομάδα ἦρθαν 5 τετράδια ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο. Καὶ 5 μολύβια. Τὸ 1950, ἡ παράγκα ἔγινε διώροφο σχολεῖο. Τὸ 1ο Δημοτικὸ Δραπετσώνας. Στὰ ἐγκαίνια, ὁ Δήμαρχος φώναξε: «Κυρα-Ἑλένη, ἐλᾶτε νὰ κόψετε τὴν κορδέλα!» 
Ἦταν 60 χρονῶν. Μὲ ἄσπρα μαλλιά. Τὰ χέρια της ἀκόμα κίτρινα ἀπὸ τὸν καπνό. Ἔκοψε τὴν κορδέλα καὶ ἔκλαψε. 
Ἀπὸ τὰ 40 παιδιὰ τῆς παράγκας, τὰ 22 τελείωσαν τὸ Γυμνάσιο. Τὰ 8 ἔγιναν δάσκαλοι. Ὁ Λάζαρος ἔγινε γιατρός. Ἡ Μαρίκα ἔγινε νοσοκόμα. 
Στὸ γραφεῖο της, μέχρι ποὺ πέθανε τὸ 1978, εἶχε τὸν μαυροπίνακα. Τὸ ξύλο μὲ τὸ κάρβουνο καὶ ἀπὸ κάτω ἔγραφε: «Πατρίδα εἶναι ἐκεῖ ποὺ σὲ θάβουν καὶ ἐκεῖ ποὺ σὲ μαθαίνουν γράμματα.»  
Αὐτὲς ἦταν οἱ γυναῖκες τοῦ Πόντου. Δούλευαν σὰν σκλάβες τὸ πρωί. Καὶ τὸ βράδυ ἄναβαν το φῶς τῆς γνώσης. Γιατί ἤξεραν: «Ὁ ἀμόρφωτος σκύβει. Ὁ γραμματιζούμενος δὲν σκύβει ποτέ.» 

Ἄννα Δανάλη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου