Menu

23 Μαΐ 2026

Ἅγιος Εὐμένιος ὁ νέος (Σαριδάκης)

Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου - Καθηγητοῦ

Ἡ ἀνάδειξη ἁγίων εἶναι τὸ διαρκὲς θαῦμα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, καθότι ἄλλωστε αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο της, νὰ μεταποιεῖ ἁμαρτωλοὺς σὲ ἁγίους. Δὲν ὑπάρχει ἐποχή, στὴ δισχιλιόχρονη ἱστορική της πορεία, ποὺ νὰ μὴν ἔχουν ἀναδειχτεῖ ἅγιοι. Ἰδιαίτερο θαῦμα εἶναι ἡ ἀνάδειξη πληθώρας ἁγίων καὶ στὴν ἐποχή μας, ὅπου ἔχει περισσέψει τὸ κακό, γιγαντώθηκε ἡ ἁμαρτία, καὶ ὁ κόσμος βρίσκεται σὲ πρωτοφανῆ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κατάπτωση. Ἀλλά, «οὐ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» (Ρώμ. 5,20), σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Στὸν ταραγμένο 20ὸ αἰῶνα ἔχει ἀναδειχτεῖ μία πλειάδα ἁγίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ ὁ ἅγιος Εὐμένιος ὁ Νέος (Σαριδάκης), μία πραγματικὰ ὁσιακὴ καὶ ἁγιασμένη μορφή, ὁ ὁποῖος ἔχει καταταχτεῖ πρόσφατα στοὺς ἁγιολογικοὺς δέλτους τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ ἁγιασμένος Γέροντας γεννήθηκε τὴν Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1931 στὸ χωριὸ Ἐθιὰ Μονοφατσίου τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου Κρήτης. Καταγόταν ἀπὸ πολυμελῆ καὶ φτωχὴ οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἁπλοϊκοὶ καὶ φτωχοί, ἀλλὰ πιστοὶ ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας του ὀνομάζονταν Γεώργιος καὶ ἡ μητέρα του Σοφία καὶ ἦταν τὸ ὄγδοο παιδὶ τῆς οἰκογένειας καὶ τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Κωνσταντῖνος.
Τὰ παιδικά του χρόνια ὑπῆρξαν πολὺ δύσκολα, βιώνοντας τὴ φτώχεια καὶ... τὴν ὀρφάνια. Ὁ πατέρας του, ὅταν ἦταν αὐτὸς δύο ἐτῶν, ἀσθένησε καὶ πέθανε, ἀφήνοντας χήρα σύζυγο καὶ ὀκτὼ παιδιὰ ὀρφανὰ καὶ ἀπροστάτευτα, νὰ μεγαλώνουν μέσα σὲ ἀπερίγραπτη φτώχεια. Ἡ ἡρωικὴ καὶ πιστὴ ἐκείνη γυναῖκα, μὲ ἐφόδιο τὴν πίστη της στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς προσευχές της στὴν Παναγία, καὶ τὸν ὑπεράνθρωπο ἀγῶνα της κατόρθωσε νὰ ζήσει καὶ νὰ μεγαλώσει τὰ παιδιά της, μεταδίδοντάς τους παράλληλα τὴν εὐσέβεια καὶ ἑδραιώνοντάς τους βαθιὰ πίστη στὸ Θεό.

Ὁ Κωνσταντῖνος ἔδειξε ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὶς ἰδιαίτερες χάρες του, τὴν ἄδολη πίστη του στὸ Θεὸ καὶ τὸν σεβασμό του στὴν ἀγαπημένη του μητέρα. Σύχναζε στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ, βοηθῶντας τὸν ἐφημέριο, προσευχόταν μὲ θέρμη καὶ εὐλάβεια καὶ τηροῦσε ἀγόγγυστα, σὰν μεγάλος, ὅλες τὶς νηστεῖες τοῦ ἔτους. Ἔδειχνε μία ξεχωριστὴ πνευματικὴ ὡριμότητα καὶ παράλληλα μιὰ παράδοξη καὶ θερμὴ ἀγάπη γιὰ τὸν μοναχισμό. Ὡς ἔφηβος μάλιστα ἐκδήλωσε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἀκολουθήσει τὸν μοναχικὸ βίο. Σὲ ἀνύποπτο χρόνο ἀποκάλυψε: «Ἐγώ, δεκαεπτὰ χρόνων πῆγα στὸ μοναστήρι. Ἤμουν δεκαέξι χρόνια στὸ χωριό μου. Ἀγαποῦσα τὸν Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλὲς φορὲς νὰ γίνω καλόγερος. Μιὰ μέρα μοῦ λέει ὁ παπᾶς: “Ἔλα νὰ σὲ κάνω νεωκόρο”. Πῆγα κι ἐγώ. Ἄναβα τὰ καντήλια πρωὶ-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ὅ,τι βιβλία ἔβλεπα τὰ διάβαζα. Ἀνήμερα τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 1944, τὸ ἀπόγευμα, πῆγα, ἄναψα τὰ καντήλια στὴν ἐκκλησία καὶ, μετά, πῆγα στὸ σπίτι μας. Ἦταν ἐκεῖ ἡ ἀδελφή μου ἡ Εὐγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες καὶ μακαρόνες. Ἐκεῖ ποὺ τρώγαμε, ἦρθε μιὰ λάμψη καὶ μὲ τύφλωσε καὶ μπῆκε μέσα στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου. Κι ἀμέσως, τὴν ἴδια στιγμή, φώναξα τῆς Εὐγενίας: “Εὐγενία, θὰ γίνω καλόγερος”».

Σὲ ἡλικία μόλις 17 ἐτῶν πραγματοποίησε τὴ σφοδρὴ νεανική του ἐπιθυμία. Κατέφυγε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικήτα, στὰ νότια τῆς Κρήτης, ὅπου ἔγινε δεκτὸς ὡς δόκιμος μοναχός, δείχνοντας ὑπερβάλλοντα ζῆλο γιὰ τὴν ἀγγελικὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ ἀκολουθώντας μὲ ἀκρίβεια τοὺς κανόνες τῆς Μονῆς. Μετὰ τὴν τριετῆ ἐπιτυχῆ δοκιμασία, γύρω στὰ εἴκοσι χρόνια του, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ὀνομάστηκε Σωφρόνιος. Μὲ τὴν ἄδεια τοῦ ἡγουμένου πήγαινε τὰ καλοκαίρια στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ γνωρίσει τὸν ἁγιορείτικο μοναχισμὸ καὶ νὰ συναντήσει πνευματικοὺς ἀνθρώπους.

Στὶς 24 Ἰανουαρίου 1954 κλήθηκε νὰ ὑπηρετήσει τὴν στρατιωτικῆς του θητεία. Παρουσιάστηκε Μεγάλο Πεῦκο Ἀττικῆς, ἀποβάλλοντας μὲ πολλὴ λύπη προσωρινὰ τὴ μοναχικὴ περιβολή. Σύντομα ἔδειξε τὸν καλοκάγαθο χαρακτῆρα του, ἀποκτώντας τὴ συμπάθεια καὶ τὸν σεβασμὸ τῶν ἀνωτέρων του καὶ τῶν συναδέλφων του.

Ἀλλὰ δυστυχῶς, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θητείας του, ἐκδηλώθηκε σ’ αὐτὸν ἡ λοιμώδης νόσος τῆς λέπρας, ἡ νόσος τοῦ Χάνσεν, ὅπως εἶναι ἐπιστημονικὰ γνωστή, ἡ ὁποία ἦταν ἀκόμη, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, δύσκολα ἰάσιμη καὶ ταλαιπωροῦσε πολὺ κόσμο. Πέρα ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ τοὺς φοβεροὺς κνησμούς, νεκρώνει τοὺς ἱστοὺς καὶ παραμορφώνει φρικτὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Ἐπὶ πλέον ἔχει μεγάλη μεταδοτικότητα. Γι’ αὐτὸ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὸ στρατὸ καὶ εἰσήχθηκε στὸ Νοσοκομεῖο Λοιμωδῶν Ἀθηνῶν, στὴν Ἁγία Βαρβάρα Αἰγάλεω Ἀττικῆς, γιὰ θεραπεία καὶ ἀναγκαστικὴ παραμονὴ στὸ Ἵδρυμα, μαζί μὲ τοὺς ὑπόλοιπους χανσενικοὺς ἀσθενεῖς, γιὰ τὴ μὴ διασπορὰ τῆς νόσου.

Ὁ Σωφρόνιος ὑπέμεινε μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία καὶ πίστη στὸ Θεό, τὴν ἐπώδυνη δοκιμασία του καὶ ἔδειξε ὑπομονὴ γιὰ τὴν ὑποχρεωτικὴ ἀπομόνωσή του στὸ Ἵδρυμα, ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ συγγενικὸ καὶ κοινωνικὸ περιβάλλον. Ὅμως οἱ θερμὲς προσευχές του καὶ ἡ ἐπιτυχὴς νοσηλεία εἶχαν αἴσιο ἀποτέλεσμα, θεραπεύτηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὴ νόσο, χωρὶς νὰ τοῦ ἀφήσει κανένα σωματικὸ ἐλάττωμα ἢ σημάδι.

Ἡ παραμονή του στὸ Ἀντιλεπρικὸ Νοσοκομεῖο καὶ ἡ ἐπαφή του μὲ τὸν ἀνθρώπινο πόνο, τοῦ γέννησε τὴν ἐπιθυμία νὰ παραμείνει στὸ Ἵδρυμα, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει, ὅσο μποροῦσε, τοὺς συνανθρώπους του, ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ τὴ φοβερὴ νόσο. Νὰ προσφέρει τὶς διακονίες του στοὺς ἀσθενεῖς λεπρούς, ὡς «δικούς του ἀνθρώπους καὶ φίλους», ὅπως συνήθιζε νὰ λέει καὶ νὰ ἐννοεῖ, καθότι οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι, πέρα ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀσθένειάς τους, βίωναν καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀπόρριψη.

Ἡ διοίκηση τοῦ Ἱδρύματος δέχτηκε τὸ αἴτημά του καὶ τοῦ παραχώρησε ἕνα μικρὸ κελί, δίπλα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Ἐκεῖ ζοῦσε μοναχικά, προσευχόμενος καὶ ὑπηρετώντας καὶ παρηγορώντας τοὺς τροφίμους.

Ὅταν ἔκλεισε τὸ Λεπροκομεῖο τῆς Χίου, ἦρθε στὸ Λεπροκομεῖο Ἀθηνῶν ὁ λεπροπαθὴς συμπατριώτης του μοναχὸς Νικηφόρος Τζανακάκης, ὁ μετέπειτα ἅγιος Νικηφόρος ὁ Λεπρός, τυφλός, σχεδὸν παράλυτος καὶ παραμορφωμένος, ἀλλὰ ἔμπλεος βαθιᾶς πίστης στὸ Θεὸ καὶ σπάνιων ἀρετῶν. Ὁ Σωφρόνιος τὸν συμπάθησε, τὸν ἀγάπησε καὶ ἔθεσε τὸν ἑαυτό του στὶς ὑπηρεσίες του. Οἱ δύο ἄνδρες συνδέθηκαν μὲ σπάνια ἀδελφικὴ φιλία, καὶ ὁ Σωφρόνιος ὅρισε τὸν Νικηφόρο πνευματικό του πατέρα καὶ ὁδηγό του, ὡς τὴν κοίμηση τοῦ δευτέρου (4 Ἰανουαρίου 1964).

Τὸ 1975, σὲ ἡλικία 44 ἐτῶν, ὁ Σωφρόνιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Εὐμένιος καὶ διορίστηκε ἐφημέριος τοῦ Νοσοκομείου Λοιμωδῶν Ἀθηνῶν. Ἡ εἴσοδός του στὴν ἱεροσύνη ὑπῆρξε μιὰ ξεχωριστὴ ἐμπειρία καὶ εὐλογία γιὰ ἐκεῖνον. Ὡς ἱερέας κατέστη ὁ πνευματικὸς καὶ ἐξομολόγος τῶν ἀσθενῶν, ἀλλὰ καὶ χιλιάδων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι, πληροφορούμενοι γιὰ τὴν πνευματική του ὡριμότητα, τὸν ἐπισκέπτονταν στὸ παρεκκλήσι τοῦ νοσοκομείου καὶ στὸ ταπεινὸ κελί του. Μὲ τὸν καιρὸ ὁ χαρισματικὸς Γέροντας γινόταν ὅλο καὶ πιὸ γνωστός, τόσο στὸ λεκανοπέδιο Ἀττικῆς, ὅσο καὶ ἀλλαχοῦ, στὸ ὁποῖο ἔσπευδαν κατὰ χιλιάδες γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ ἀκούσουν λόγους παρηγορίας καὶ νὰ ὠφεληθοῦν πνευματικά. Ἰδιαίτερα τοὺς ἔθελγε ἡ ταπείνωσή του, ἡ καλοσύνη του, ἡ πραότητά του καὶ τὸ γεμάτο ἀπὸ θυσιαστικὴ διάθεση παράδειγμα τοῦ βίου του. Ἔτσι τὸ παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ Νοσοκομείου Λοιμωδῶν εἶχε γίνει ἕνα σπουδαῖο κέντρο πνευματικοῦ, ποιμαντικοῦ, κατηχητικοῦ, ἐξομολογητικοῦ καὶ ἱεραποστολικοῦ ἔργου στὴ Δυτικὴ Ἀττική.

Ὁ ἁγιασμένος Γέροντας δέχονταν μὲ καλοσύνη καὶ ἀγάπη ὅλους, συζητώντας ἀκούραστα, μὲ τὶς ὧρες, νουθετώντας καὶ στηρίζοντας. Χιλιάδες ἄνθρωποι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἀσθενεῖς καὶ ὑγιεῖς, εἶχαν βρεῖ κοντά του μιὰ πνευματικὴ ὄαση, ἕνα στέρεο ἀπάγκιο. Βρῆκαν τὸν κατάλληλο καλοκάγαθο πνευματικό, ὁ ὁποῖος τοὺς παρηγοροῦσε καὶ τοὺς ἐλάφρωνε ἀπὸ τὰ βαριὰ φορτία τῆς ζωῆς.

Καὶ μετὰ τὶς πολύωρες ἐπισκέψεις συνέχιζε στὸ ταπεινὸ κελί του νὰ προσεύχεται μὲ θέρμη γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἀσθενῶν, τῶν ἐπισκεπτῶν του καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, αἰσθανόμενος ὡς βασική του ὑποχρέωσή του νὰ εὔχεται γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ εἰδικὰ τοὺς ἀναξιοπαθοῦντες. Οἱ προσευχές του ἐκτείνονταν ὡς τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες, περιορίζοντας στὸ ἐλάχιστο τὶς ὧρες ἀνάπαυσης καὶ ὕπνου.

Ταυτόχρονα ὁ ἴδιος ζοῦσε ὡς ἀσκητής, τηρώντας μὲ ἀκρίβεια τοὺς μοναχικοὺς κανόνες, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, τὶς νηστεῖες καὶ ὑποβάλλοντας τὸν ἑαυτό του σὲ αὐστηρὸ ἀσκητικὸ πρόγραμμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν παρέκλινε καὶ δὲν ἀμελοῦσε ποτὲ τὸν προσωπικό του ἀγῶνα.

Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ στὶς 23 Μαΐου τοῦ 1999, ἡμέρα Κυριακή, προκαλώντας θλίψη στὸ ἰατρικὸ καὶ νοσηλευτικὸ προσωπικό, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀγαπήσει τὸν ἁγιασμένο ἀσθενῆ.

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ μελέτησε τὸ σχετικὸ φάκελο καὶ διαπίστωσε τὴν ἁγιότητά του, μὲ πράξη της, στὶς 14 Ἀπριλίου 2022, τὸν κατέταξε στοὺς Δέλτους τῶν Ἁγίων, ὁρίζοντας νὰ τιμᾶται ἡ μνήμη του στὶς 23 Μαΐου ἑκάστου ἔτους, τὴν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς του.

Οἱ ἅγιοι εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς πιστοὺς τὰ πρότυπά μας, οἱ πνευματικοί μας φάροι, οἱ ζωντανὲς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Ὁ νεοφανὴς ἅγιος Εὐμένιος ὑπῆρξε ὄντως ἕνας φωτεινὸς πυρσὸς στὴν πνευματικὴ σκοτία τῆς πολύβουης καὶ πολυτάραχης Ἀθήνας, βιώνοντας τὴν ἁγιότητα καὶ ἀκτινοβολώντας την σὲ ὅσους εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ τὸν γνωρίσουν. Ἂς ἔχουμε τὶς ἀέναες προσευχές του στὸ θρόνο τῆς μεγαλοσύνης τοῦ Θεοῦ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου