Menu

29 Ιουλ 2026

Λατρεία καὶ προσευχή

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Α’, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον "Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος", Μεταμόρφωσις Χαλκιδικῆς 2020, σελ. 100. 

Ἡ κατὰ μόνας προσευχή, καὶ πολὺ περισσότερο τοῦ μοναχοῦ, ὁπωσδήποτε εἶναι γενικὴ προσφορά. Γιατί ὁ μοναχὸς ὅταν προσεύχεται, συνήθως προσεύχεται λέγοντας «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς», καὶ ὅταν λέει «ἡμᾶς», μέσα στὸ ἡμᾶς, στὴν ἀντωνυμία αὐτή, ἐμπερικλείει ὅλο τὸν κόσμο. Ὅλη τὴν Ἑλλάδα, ὅλους τοὺς ἄλλους ὁπουδήποτε καὶ ἂν βρίσκονται. Ὅλη τὴν οἰκουμένη ἀγκαλιάζει. Τὰ παιδιά, τοὺς γέρους, τοὺς νέους, τοὺς ἀρρώστους. 
Ἂν στηρίζεται ἡ κοινωνία, στηρίζεται ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῶν προσευχομένων μοναχῶν. Ἂν ἔλειπαν αὐτοί, δὲν ξέρω πῶς θὰ ἤμασταν σήμερα. Καὶ τῶν λίγων λαϊκῶν. Ὑπάρχουν καὶ λαϊκοὶ ποὺ προσεύχονται φυσικά. Αὐτὴ ἡ δύναμη συγκρατεῖ τὸν κόσμο. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβετε, σκεφθεῖτε τὸν προφήτη Ἠλία. Ὅσοι πήγαμε ἐκεῖ κάτω στοὺς Ἁγίους Τόπους, πήγαμε καὶ στὸ σπήλαιο, ἐκεῖ ποὺ προσηύχετο ὁ προφήτης Ἠλίας. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζωντανὰ προσεύχεται, τακτοποιεῖ τὶς τύχες ὁλόκληρου τοῦ κόσμου. Κατευθύνει ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ προφήτης Ἠλίας. Ὄχι μέσα στὸν κόσμο, ὄχι κηρύττοντας. Ὄχι, ὄχι. Προσευχόμενος μέσα σὲ μιὰ σπηλιά. Δὲν τὸν βλέπει κανείς. Μόνο ὁ Θεός. Ἀλλὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό. Μιλάει πραγματικὰ μὲ τὸν Θεό. 
Διάβασα κάπου ὅτι τὰ ἁμαρτήματά μας ἀποτελοῦν ἕναν τοῖχο μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲν προσέχουμε στὴν ζωή μας, (φυσικὰ ἁμαρτωλοὶ... εἴμαστε καὶ ἁμαρτωλοὶ θὰ εἴμαστε), ἀλλὰ ζοῦμε ἀμελῶς, ραθύμως καὶ κάνουμε ἁμαρτήματα συνεχῶς κάθε μέρα ἀπὸ ἀπροσεξία, τότε αὐτὲς οἱ ἁμαρτίες σηκώνουν ἕναν τοῖχο ἀνάμεσα σὲ ἐμᾶς καὶ τὸν Θεό. Καί, ἐνῷ εἶναι δίπλα ὁ Θεός, ἐμεῖς δὲν Τὸν ἀκοῦμε, δὲν Τὸν βλέπουμε, δὲν Τὸν ἀντιλαμβανόμαστε. Φυσικὰ ὁ Θεὸς ἀκούει πάλι, ἀλλὰ ἐμεῖς... 

Βέβαια, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, εἶναι Πατέρας... μπορεῖ κανείς, ἐνῷ ζεῖ ἁμαρτωλὴ ζωή, νὰ συνέλθει γιὰ μιὰ στιγμή, νὰ μετανιώσει γιὰ ὅλα τὰ προηγούμενα ἁμαρτήματα, νὰ ταπεινωθεῖ. 

Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης της Κροστάνδης – ἕνας τελευταῖος Ἅγιος Ρῶσσος – γιὰ μιὰ κοινὴ γυναῖκα, γιὰ μιὰ πόρνη, ποὺ εἶδε μιὰ χήρα. Τὸ ἀναφέρει ὁ Ἅγιος σὲ ἕνα βιβλίο του καὶ λέει ὅτι εἶχε γνώση τοῦ γεγονότος ὁ ἴδιος. Εἶδε τὴν χήρα, ποὺ εἶχε ἕνα παιδὶ μόνο, νὰ θρηνεῖ, νὰ κόπτεται, νὰ χτυπιέται πάνω ἀπὸ τὸ νεκρὸ παιδί της. Σπάραζε κυριολεκτικά. Καὶ πόνεσε ἡ κοινὴ γυναῖκα. Ἡ γυναῖκα σπρώχτηκε πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μέσα ἦταν καλὴ ζύμη, καλὴ πάστα. Ποιός ξέρει τί εἶχε συμβεῖ καὶ τὴν εἶχε σπρώξει ἐκεῖ! Καὶ λυπήθηκε, πόνεσε βλέποντας τὴν μάννα νὰ σπαράζει. 

Καὶ ἀμέσως κινήθηκε ὡς ἑξῆς. Μὲ λίγα λόγια εἶπε: «Θεέ μου, ἐγὼ εἶμαι μιὰ αἰσχρή, εἶμαι ἕνα τίποτε, δὲν ἀξίζω οὔτε τὸ ὄνομά Σου νὰ ἀναφέρω». Ἔτσι ἀκριβῶς. Μὲ αὐτὰ τὰ λίγα λόγια ταπεινώθηκε. Ἔζησε τὴν στιγμὴ ἐκείνη τὴν μετάνοια καὶ ὁ καλὸς Θεὸς τὴν συγχώρησε. Καὶ συνέχισε ἡ γυναῖκα ἡ ἁμαρτωλὴ ἀπευθυνόμενη στὸν Θεό, «ἀλλὰ γι’ αὐτὴ τὴν μάννα ποὺ σπαράζει – ἐγὼ οὔτε τὸ ὄνομά Σου δὲν ἀξίζει νὰ προφέρω – ἀλλὰ γι’ αὐτή την μάννα ποὺ σπαράζει, ποὺ πονάει, ἀνάστησε τὸ παιδί της». 

Καὶ λέγει ὁ Ἅγιος ὅτι ἀναστήθηκε τὸ παιδί. Ἡ προσευχὴ τῆς ἁμαρτωλῆς ἐνήργησε. Ὅμως τὴν στιγμὴ ἐκείνη δὲν μιλοῦσε σὰν ἁμαρτωλή. Γιατί τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶχε ἐξαγνιστεῖ. Ἔλιωσε, ταπεινώθηκε, χαμήλωσε. Εἶπε ὅτι εἶναι μιὰ βρωμερὴ καὶ ὅτι δὲν ἀξίζει. Καὶ τὸ εἶπε μὲ τὴν καρδιά της. Δὲν εἶπε λόγια. Τὸ ζοῦσε. Ἔ, αὐτὴ ἡ προσευχὴ ποὺ βγῆκε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ χείλη, εἰσακούσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀναστήθηκε τὸ παιδί. 

Βλέπετε ὅτι, ὅταν ἐν μετανοίᾳ, μὲ συντριβή, μὲ ταπείνωση ἀπευθυνόμαστε στὸν Κύριο, θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Κύριος. Ἡ προσευχὴ ποὺ βγαίνει ἀπὸ χείλη ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει ταπεινωθεῖ, ἔχει ζήσει τὴν ἀδυναμία του, καὶ ὁμολογεῖ την ἀμαρτωλότητά του καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ προσευχὴ θὰ εἰσακουσθεῖ. Ναί, ἔχει δύναμη ἡ προσευχή. Πολὺ περισσότερο ἡ προσευχὴ τοῦ μοναχοῦ ἢ τῆς μοναχῆς ποὺ βγαίνει μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ ποὺ προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. 

Ὑπάρχουν Πατέρες, καὶ δὴ στὸ Ἅγιον Ὅρος, ποὺ ἔπαψαν νὰ προσεύχονται γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Πιστέψτε με. Δὲν θυμοῦνται καθόλου τὸν ἑαυτό τους, τὸν ἔχουν ξεχάσει τελείως τὸν ἑαυτό τους. Συνεχῶς γιὰ ὅλο τὸν κόσμο προσεύχονται. Γνώρισα τέτοιες ψυχές. «Ἐμένα», λένε, «ἂς μὲ κολάσει ὁ Θεός. Θεέ μου, σῶσε τὸν κόσμο!». Ἔ, εἶναι ἅγιες ψυχὲς αὐτές! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου