ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

28 Απρ 2016

π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος: «Ἡ Σταύρωσις»

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, 
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, στά πλαίσια τῶν μαθημάτων ἁγιογραφίας 
τῶν Ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού ἔγινε τήν Παρασκευή 9-12-2005.
Νά ἀναλύσουμε σήμερα τήν εἰκόνα τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως ἔτσι ἀναπαριστάνουμε τήν εἰκόνα τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός ἐσταυρωμένος πάνω στόν Σταυρό, μαζί ἔχουμε τόν χορό τῆς Παναγίας καί τῶν γυναικῶν καί ταυτόχρονα ἀπό κάτω τόν Ἰωάννη τόν θεολόγο καί πίσω ἔχουμε τόν ἑκατόνταρχο. Ὑπάρχει σέ μιά προγενέστερη περίοδο μιά πιό λιτή εἰκόνα, ὅπου εἶναι μόνο ὁ Χριστός ἐσταυρωμένος μαζί μέ τήν Παναγία καί τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο ἀπό κάτω. Καί μιά πιό λιγότερο λιτή πού ἔχει ρεαλιστικά πρόσωπα, ὅπως...
ὁ χορός τῶν γυναικῶν καί ὁ ἑκατόνταρχος ὁ Λογγῖνος. Μεταγενέστερες εἰκόνες ἀπό αὐτήν, εἶναι πολύ πεφορτισμένες μέ πάρα πολλά ἄλλα πρόσωπα, δηλαδή, κακοῦργοι, ληστές, διῶκτες, ἡ σκάλα, ὁ πετεινός, ὁ ὁποῖος ἐλάλησε τρίς. 

Εἶναι πολύ φορτωμένες προσεγγίσεις, οἱ ὁποῖες ξεφεύγουν ἀπό τό ἦθος τῆς ὀρθόδοξης λιτότητας καί ἁπλότητας. Ἐμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει νά δώσουμε τά κεντρικά σημεῖα τῆς θεολογίας, καί ὄχι νά φορτώσουμε τήν εἰκόνα μέ πάρα πολύ πλῆθος, πού σίγουρα ὑπῆρχε τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως γύρω ἀπό τό Χριστό. Δέν κάνουμε ἕναν ἁγιογραφικό ρεαλισμό, κάνουμε θεολογική λιτή προσέγγιση ὅπως τό θέλει ἡ Ὀρθοδοξία μας. Θά ἔλεγα αὐτό εἶναι ἕνα ὅριο αὐτῆς τῆς εἰκόνας, ἐξ ἀπόψεως φορτώσεως ὑπαρκτοῦ ἀριθμοῦ προσώπων.

Νά δοῦμε τά θεολογικά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς εἰκόνας. Ὁ Χριστός εἶναι ἐσταυρωμένος πάνω στό Σταυρό. Παρόλο πού τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή, στό Σταυρό εἶναι γεγραμμένα τά ἀρχικά γιῶτα, νῦ, βῆτα, γιῶτα. Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεύς Ἰουδαίων. Ἐμεῖς δέν γράφουμε αὐτό. Βλέπετε ἡ Γραφή τό λέει. Ἄν κάποιος τό γράψει, δέν εἶναι λάθος, ἀλλά εἶναι λάθος θεολογικῆς προσεγγίσεως αὐτοῦ πού θέλουμε νά δείξουμε. Ἐκεῖ ἔλεγε λοιπόν Ι.Ν.Β.Ι., Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεύς Ἰουδαίων. 

Ἐμεῖς γράφουμε τή φράση ἐπάνω συντετμημένη. Συνήθως χρησιμοποιοῦμε τά κεφαλαῖα, ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης. Ο.ΒΣΛ.Τ.ΔΞ. Συνήθως συντετμημένο, Ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης, γιατί ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἴδιος τό λέει, στό τέλος τῆς μεγάλης ὁμιλίας Του πρός τούς μαθητές Του, πού εἶναι καταγεγραμμένη στό κατά Ἰωάννη Εὐαγγέλιο, τήν ὥρα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, «νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου». Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Δόξα σημαίνει φανέρωση, ὅπου φανερώνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πάνω στό σταυρό φανερώνεται πρῶτα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, καί ταυτόχρονα ἡ διαστροφή τοῦ διαβόλου πού θέλει νά Τόν σταυρώσει. Πάντως ἐδῶ εἶναι μιά δόξα, μία ἀποκάλυψη. Ἄρα δοξάζεται τήν ὥρα τοῦ σταυροῦ Του ὁ Χριστός, γι᾽ αὐτό γράφουμε «Ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης».

Τώρα στήν εἰκόνα ἐπάνω, καί πάλι ἡ ὁποία θέλει νά ἀπεικονίσει τά γεγονότα χωρίς ρεαλισμούς ἀπόλυτους, ἀλλά μέ θεολογικές προσεγγίσεις, ὑπάρχουν πράγματα μή ρεαλιστικά. Ὁ Χριστός εἶναι πάνω στό σταυρό καί ἔχει κοιμηθεῖ. Ἐάν ὑπῆρχε ἡ ἔννοια τῆς ρεαλιστικῆς ἀπεικονίσεως τῆς κοιμήσεως, τοῦ θανάτου κάποιου ἀνθρώπου πάνω στό σταυρό, θά ἔπρεπε τά χέρια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου νά ἔχουν κρεμαστεῖ. Ἐδῶ [στήν εἰκόνα παρατηροῦμε ὅτι] δέν ἔχουν κρεμαστεῖ. Ὁ νόμος τῆς βαρύτητας θά ἐπέτρεπε τό σῶμα νά πάει πρός τά κάτω. Ὑπάρχει [στό κάτω μέρος τοῦ σταυροῦ] ἕνα μικρό ξύλο, πού θά ἐμπόδιζε τήν πτώση τοῦ σώματος καί θά κρεμόταν, ὅπως παρουσιάζεται σέ πάρα πολλές εἰκόνες καί αὐτό εἶναι λάθος. Εἶναι θεολογικό λάθος. Ὑπό ποιά ἔννοια θεολογικό λάθος; Ὅτι πρέπει ὁ Χριστός νά ἔχει ἀνοιχτά τά χέρια Του, γιατί ὁ Χριστός ἐκοιμήθη ἐπάνω στό σταυρό, ἀλλά τήν ἴδια ὥρα, αὐτή τή στιγμή εἶναι νικητής στόν ἅδη. 

Ἀπό αὐτή τή στιγμή ἀρχίζει ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὁ Χριστός κατεβαίνει στόν ἅδη καί τώρα ἔχει νικήσει ἤδη τόν ἅδη. Ἄρα ἐνῶ εἶναι κεκοιμηκώς, τεθνηκώς πάνω στό σταυρό, ἐμεῖς πρέπει ταυτόχρονα νά παρουσιάσουμε καί ὅτι ἐκοιμήθη, ὅτι εἶναι [δηλαδή] νεκρός, ἀλλά ταυτόχρονα καί ὅτι εἶναι ζωντανός καί νικητής· καί αὐτό τό ἐκφράζουμε μέ τίς ἀνοιχτές παλάμες καί μέ τά ἀνοιχτά χέρια Του, ὅτι πέθανε μέν ἀλλά δέν κρεμάστηκε. Ἄρα σέ πάρα πολλές ἐκκλησίες πού ἀπεικονίζουν τόν ἐσταυρωμένο κρεμασμένο, συνήθως ὅλες οἱ ἐκκλησίες οἱ ρωμαιοκαθολικές ἔτσι τόν παρουσιάζουν -καί ἔχει πάρει ἕνα ἀντίγραφο, παρόλο πού ἔχει καταβολές ὀρθόδοξες ὁ δικός μας ἁγιογράφος Δομένικος Θεοτοκόπουλος, ὁ Ἐλ Γκρέκο καί στό μεγάλο του ἔργο γιά τό πάθος ἔχει τό Χριστό νά κρέμεται. 

Παρόλο πού ὁ Ἐλ Γκρέκο ξέρει τήν παράδοση τή δική μας, τῆς κρητικῆς τῆς τέχνης, ἀπό τήν Κρήτη εἶναι, ἡ ἀπεικόνισή του ἔχει ἐπηρεασμούς ἀπό τόν ρωμαιοκαθολικό ρομαντισμό καί κάνει ἕνα δικό του συνδυασμό. Πανέμορφο ζωγραφικό, ἀλλά λανθασμένο θεολογικό. Ἀλλά ὑπάρχουν ἀκόμη θεολογικά στοιχεῖα τά ὁποῖα ὅμως δέν φαίνονται, δηλαδή δέν φανερώνονται λόγῳ τοῦ ἐπηρεασμοῦ του καί λόγῳ τῆς τεχνικῆς ἰδιοτροπίας του. Ὅλες λοιπόν οἱ ἐκκλησίες οἱ ρωμαιοκαθολικές καί ὁ Ἐλ Γκρέκο παρουσιάζουν τό Χριστό στό πάθος κρεμασμένο πάνω ἀπό τό σταυρό. Αὐτό εἶναι τό βασικό στοιχεῖο λοιπόν.

Καί πέρα ἀπό αὐτό, μέ αὐτό τό ἄνοιγμα τῶν χειρῶν ἐκφράστηκε τό τροπάριο τῆς μεγάλης Παρασκευῆς πού λέει, «ἥπλωσας τάς παλάμας», ἅπλωσες τίς παλάμες Σου, «καί ἥνωσας», καί ἕνωσες, «τά τό πρίν διεστῶτα», αὐτά πού ἦταν πρίν χωρισμένα, δηλαδή ὁ Χριστός ἀγκαλιάζει ὅλο τόν κόσμο καί ὅλους πού εἶναι διχασμένοι τούς ἑνώνει. Εἶναι μιά ἄλλη θεολογική προσέγγιση μέσα ἀπό τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀκόμη πρέπει νά παρουσιάσουμε τή νύξη τῆς πλευρᾶς τοῦ Χριστοῦ πού ἐξῆλθεν αἷμα καί ὕδωρ. Καί αὐτό τό παρουσιάζουμε γιατί εἶναι ἕνα γεγονός ρεαλιστικό, καί γι᾽ αὐτό τήν ὥρα πού προετοιμάζουμε τή θεία Λειτουργία, τήν Πρόθεση, τό πρωί, ὅταν βάζουμε μέσα στό ποτήριον τό νάμα, τό κρασί, βάζουμε καί ὕδωρ. «Καί ἐξῆλθεν ἐκ τῆς πλευρᾶς Αὐτοῦ αἷμα καί ὕδωρ». Αὐτή ἡ ἀπεικόνιση τοῦ αἵματος καί τοῦ ὕδατος, χωρίς ἐμεῖς νά θέλουμε νά ἔχουμε ἀποδείξεις, εἶναι μιά πραγματική ἀπόδειξη ὅτι ὁ Χριστός πέθανε ὄντως πάνω στό σταυρό. Προσέξτε, πέθανε ὄντως πάνω στό σταυρό, ἀνθρωπίνως πέθανε. 

Παρόλο πού αὐτό εἶναι κοίμηση. Ἀκριβῶς θά ἐξέλθει αἷμα καί ὕδωρ ὑπό ποιά ἔννοια; Γιατί ταυτόχρονα εἶναι ζωντανός καί νικητής. Ἀλλά, ὄντως πέθανε πάνω στό σταυρό. Δέν ἦταν δηλαδή οἱονεί νεκρός, σάν νεκρός. Καί ἐξ ἀπόψεως ὅπως μπορεῖ νά τό μελετήσει κάποιος κατά τά μέτρα τῆς ἰατρικῆς, ὅταν κάποιος κοιμηθεῖ τό αἷμα χωρίζεται στά αἱμοσφαίρια, αἱμοπετάλια καί στόν ὀρό τοῦ αἵματος -αἷμα καί ὕδωρ. Ὑπάρχει μιά διάσταση. Αὐτό εἶναι μιά ὄντως ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου καί πρέπει νά ὑπάρχει τῆς πλευρᾶς τοῦ Χριστοῦ μιά ρήξη, ἕνα σπάσιμο τοῦ περικαρδίου. Αὐτό λένε οἱ ἰατρικές προσεγγίσεις. Δέν μᾶς νοιάζει, δέν μᾶς ἐνδιαφέρει, ἀλλά μᾶς ἐνδιαφέρει ὅτι πέθανε πραγματικά, γιατί ἦταν ἄνθρωπος καί πέθανε πραγματικά. Ἦταν πραγματικός ὁ θάνατός Του, ὑπό τήν ἔννοια τοῦ χωρισμοῦ, προσέξτε, τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα· αὐτό σημαίνει θάνατος. Θάνατος σημαίνει χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. 

Ἀλλά ἐπειδή ἐδῶ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἑνωμένη μέ τή θεία φύση Του, παρόλο πού τά δύο χωρίστηκαν, ἡ ψυχή καί τό σῶμα, καί τά δύο παρέμειναν μέ τή θεία φύση ἑνωμένα. Ὑπάρχει μιά διαφορά ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ὁ ἄνθρωπος ὅταν πέθανε γιά πρώτη φορά, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ὅταν πέθαναν, χωρίστηκε τό σῶμα καί ἡ ψυχή τους γιατί δέν ἦταν ἑνωμένα μαζί μέ τό Θεό· δηλαδή προσέξτε, ἄν κάνω κάποιο παράδειγμα, ἄν πάρω, δηλαδή, δύο ἀντικείμενα, ἄν πάρω, δηλαδή, δυό μολύβια στά χέρια μου κι ἄς φανταστῶ πού τό ἕνα εἶναι τό σῶμα καί τό ἄλλο εἶναι ἡ ψυχή καί τά κρατάω μέ τά χέρια μου κι ἄν κάποιος τά χωρίσει αὐτά τά δύο, παραμένουν καί τά δύο ἑνωμένα μέ τό χέρι μου, πού εἶναι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ. Ἄν εἶναι μακριά, αὐτομάτως πεθαίνουν. 

Ὁ θάνατος ἐπῆλθε στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου λόγῳ τοῦ ὅτι ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό Θεό. Καί ὁ Θεός εἶναι ὁ Θεάνθρωπος ἐδῶ, παρόλο πού χωρίζουν τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή καί τά δύο παραμένουν ἑνωμένα μαζί μέ τό Χριστό. Καί ὑπ᾽ αὐτή τήν ἔννοια ἀνίστανται, καί ὅλη ἡ χριστιανική ζωή συνίσταται ἀκριβῶς, στήν προσπάθεια πού κάνουμε νά ἑνώσουμε ὅλη μας τήν ὕπαρξη, τό σῶμα καί τήν ψυχή μας μέ τό Χριστό, οὕτως ὥστε ἀκόμα ὁ πεπερασμένος, προσωρινός θάνατός μας νά μπορέσει νά δώσει τή δυνατότητα αὐτά νά ἑνωθοῦν καί πάλι. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνάσταση. Ὅλα, λοιπόν, κρίνονται κατά πόσο ἑνωνόμαστε μέ τό Χριστό. 

Ἔτσι λοιπόν, ὁ Χριστός εἶναι κεκοιμηκώς, εἶναι πάνω στό σταυρό, τρέχει τό αἷμα Του καί τρέχει κάτω, ὅπου ὑπάρχει ἕνας χῶρος, σάν μιά μικρή σπηλιά, πού φαίνεται ἕνα κρανίο. Δύο αἰτίες εἶναι οἱ ὁποῖες ἀπεικονίζουν τό κρανίο. Πρῶτον, ἐδῶ ὁ λόφος πάνω στόν ὁποῖο σταυρώθηκε ὁ Χριστός λέγεται Γολγοθᾶ. Στά Ἑβραϊκά γκολγκολθάϊ, γκολγκόλ εἶναι κρανίο. Γκολγκολθάϊ εἶναι τόπος κρανίου. Τό ξέρουμε. Κρανίου τόπος. Καί λεγόταν κρανίου τόπος ἐκεῖ, δύο αἰτίες ὑπάρχουν. 

Πρῶτον μέν, γιατί ἐκεῖ πέρα ὑπῆρχε τό σχῆμα τοῦ κρανίου πάνω στό λόφο, ὁ ὁποῖος σήμερα δέν φαίνεται, λόγῳ τοῦ ὅτι πάνω σέ αὐτόν τόν τόπο τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ ἔχει χτιστεῖ ὁ ναός τῆς Ἀναστάσεως. Φαίνεται τό σχῆμα τοῦ κρανίου στό λόφο ἄν κάποιος τό διαγράψει, ἀλλά ταυτόχρονα ὑπάρχει μιά παράδοση ἡ ὁποία λένε, ὅτι ἐδῶ σε αὐτόν τόν τόπο εἶναι θαμμένος ὁ πρῶτος Ἀδάμ. Ὁ Ἀδάμ. Καί ἔχουμε τήν ἀπεικόνιση τοῦ κρανίου τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Ἔρχεται ὁ Χριστός, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, διά τῆς ἐκχύσεως τοῦ αἵματός Του, νά ἀναστήσει τόν πρῶτο Ἀδάμ. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ δεύτερος Ἀδάμ. Πρῶτος Ἀδάμ καί ὁ δεύτερος Ἀδάμ.

Τώρα ἔχουμε τό χορό τῆς Παναγίας καί τῶν γυναικῶν. Πρῶτα-πρῶτα εἶναι τά στοιχεῖα τά ὁποῖα τά γνωρίζουμε τῆς Παναγίας, τά ἀστεράκια κ.λπ.. Ὑπάρχει ἕνα χέρι ἀνοιχτό τῆς Παναγίας, πού εἶναι τό θέμα τῆς ἀποδοχῆς, δηλαδή ἀποδέχεται ὅτι αὐτό τό γεγονός πού γίνεται στό Χριστό εἶναι γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Εἶναι ἀποδοχή, δέν εἶναι διαμαρτυρία. Ταυτόχρονα τό ἄλλο χέρι τό ὁποῖο ἀκουμπάει τό μάγουλο, ἐκφράζει τή λεγομένη «ἄφατος θλίψη». Εἶναι ἡ μοναδική ἔκφραση θλίψης ἄν πράξουμε, ἐμεῖς θλίψη δέν ἐκφράζουμε ποτέ, ἔχουμε τή χαρμολύπη, σᾶς τό ἔχω πεῖ. Αὐτή εἶναι ἡ «ἄφατος θλίψις», πού δέν εἶναι θλίψη, δηλαδή ὑπάρχει ἕνας θάνατος, ὑπάρχει μιά τραγωδία, ἀλλά ὑπάρχει μιά ἄ-φατος θλίψις. Ἄφατος θλίψις δέν σημαίνει ἀκραία θλίψις. 

Σημαίνει ἀ(+)φημί, ἀπερίγραπτη. ΑΑΑ! Δέν μπορῶ νά τό περιγράψω. Ὄχι ἀπερίγραπτη μέ τήν ἔννοια τοῦ ὅτι τί τραγωδία εἶναι αὐτή πού ἔγινε. Δέν μπορεῖ νά περιγράψει πῶς ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἄνθρωπος, σταυρώνεται γιά νά σώσει τούς ἀνθρώπους. Δέν μπορεῖ κανένας ἀνθρώπινος νοῦς νά περιγράψει τό μυστήριο τῆς ἄκρας ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό λοιπόν, ἔχουμε τήν ἄφατο θλίψη, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἐκφράζεται μέ αὐτό τόν τρόπο, ἐπειδή δέν μποροῦμε νά βάλουμε τήν θλίψη στό πρόσωπο ἑνός ἀνθρώπου διαγεγραμμένη ὡς θλίψη, βάζει ἡ Παναγία τό χέρι Της νά ἀκουμπάει τό μάγουλο κι ἔτσι ἐκφράζουμε τή λεγομένη ἄφατο, ἀπερίγραπτο, μυστηριώδη θλίψη, ἡ ὁποία τελικά αὐτή ἡ θλίψη ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση.

Ταυτόχρονα εἶναι γύρω οἱ μυροφόρες γυναῖκες σέ μιά κυκλοτερή κίνηση. Προσέξτε αὐτό, οἱ κεφαλές τῶν τεσσάρων γυναικῶν, τῆς Παναγίας καί τῶν τριῶν γυναικῶν, περικλείονται μέσα σέ ἕναν κύκλο. Καί σέ ἄλλες περιπτώσεις ὑπάρχουν τέτοιες γεωμετρικές ἀπεικονίσεις. Δηλαδή ἄν ἔβαζα ἕνα διαβήτη, [θά σχηματιζόταν] ἕνας κύκλος, ὁ ὁποῖος θα τίς περικλείει καί ἐκφράζει αὐτό μιά κοινωνικότητα. Δέν εἶναι ἀποσπασμένες τήν ὥρα τοῦ πόνου. Ἔχουν μιά κοινωνικότητα. Μιά ἐκκλησιολογική στάση· ὅτι δέν σκέφτεται ἡ κάθε μιά τό δικό της πόνο ἀποσπασμένη ἀπό τό γεγονός, παρά μόνο εἶναι ἑνωμένες, ὅπως ἑνώνεται ἡ Ἐκκλησία μπρός σέ ὁποιαδήποτε θλίψη καί ταυτόχρονα ἑνώνονται μπρός στό σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί μπρός στόν προσωπικό τους σταυρό, μιά καί προοπτική τῆς ζωῆς μας εἶναι νά ἀκολουθήσουμε τό σταυρό τοῦ Χριστοῦ, γιατί ὁ Χριστός ἕνα πράγμα μᾶς ὑποσχέθηκε, τίποτε ἄλλο, ὅποιος θέλει νά εἶναι μαζί μου, θά πάρει τό σταυρό του νά μέ ἀκολουθήσει. 

Ἄρα ἐφόσον αὐτή εἶναι ἡ μοναδική ὑπόσχεση πού ἔδωσε ὁ Χριστός σέ μᾶς, ἐμεῖς τά γεγονότα τοῦ σταυροῦ, τά δύσκολα γεγονότα, τά ἀντιμετωπίζουμε ἐκκλησιολογικά, ἐν κοινωνίᾳ καί ὄχι ἀπομονωμένοι κάνοντας ἀποσπασματικές, περιστασιακές ἀντιμετωπίσεις. Αὐτό εἶναι μιά ἐκκλησιολογία λοιπόν. Αὐτός ὁ [νοητός] κύκλος, μέσα στόν ὁποῖο περικλείονται οἱ κεφαλές τῶν γυναικῶν.

[Ἕνα ἄλλο πρόσωπο εἶναι] ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος καί αὐτός μέ ἕνα δικό του τρόπο ἔχει ἀνοιχτό τό χέρι ἀποδοχῆς τοῦ γεγονότος. Μιά ἔντονα κεκλιμένη κεφαλή. Ἡ ἄλλη ἔκφραση τῆς δηλώσεως τῆς ἀποδοχῆς ἑνός γεγονότος.

Καί ταυτόχρονα πίσω ἔχουμε τόν ἑκατόνταρχο, ὁ ὁποῖος ἰδών τό θαῦμα ἔφριξε καί ταυτόχρονα εἶπε, «ἀληθῶς Θεοῦ υἱός ἦν οὗτος». Εἶναι ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος εἶδε τό Χριστό, πού τόν ἀντιμετώπισε μέ ἀγάπη καί προσευχή τήν ὥρα πού τόν σταύρωνε, καί αὐτός ἀλλάζει καί μετά ἀπό λίγο αὐτός γίνεται ἅγιος. Γίνεται μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας καί ἅγιος. Εἶναι ὁ ἅγιος Λογγῖνος ὁ ἑκατόνταρχος, γι᾽ αὐτό τόν παρουσιάζουμε. Δέν παρουσιάζουμε ἁπλῶς τήν ἐκπροσώπηση τοῦ σώματος τῶν στρατιωτῶν πού σταύρωσαν τό Χριστό. Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει. Τό πρόσωπο τό τραγικό, τό πρόσωπο τῆς ἀνομίας συνήθως δέν τό παρουσιάζουμε. Ἀλλά μόνον αὐτόν ὁ ὁποῖος ἔγινε ἅγιος. Καί εἶναι ὁ ἑκατόνταρχος ὁ Λογγῖνος. Καί μάλιστα τά ὅπλα τά ὁποῖα φοράει, ὅπως τά ὅπλα τά ὁποῖα βάζουν ὅλοι οἱ στρατιῶτες, ἔχουν μετασχηματιστεῖ στά ὅπλα τῆς πίστεως.

Τέλος, προσπαθώντας νά προσεγγίσουμε αὐτή τήν εἰκόνα, πρέπει νά προσέξουμε πάρα πολύ τά τείχη πού [ἀπεικονίζονται]. Εἶναι ἀπό τά πιό σπουδαῖα ἐκφραστικά μεγέθη τῆς θεολογίας αὐτῆς τῆς εἰκόνας. Δηλαδή, θά ἔλεγα, μιά ἁγιογραφική ἀπεικόνιση τοῦ σταυροῦ πού δέν βάζει τά τείχη, πιθανῶς νά μήν ἀδικεῖ τή θεολογία τῆς σταυρώσεως, ἀλλά ἀδικεῖ τό γενικότερο πλαίσιο τῆς σταυρώσεως. Αὐτά τά τείχη ὁρίζονται μέσα ἀπό τή θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή, πού τονίζει τό πραγματικό γεγονός, ὑπενθυμίζοντας πώς ὁ Χριστός ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. 

Ἐπειδή ἦταν ἡ μέρα ἡ μεγάλη τῆς Παρασκευῆς τοῦ πάσχα τῶν Ἑβραίων, θά ἦταν πάρα πολύ μεγάλη βεβήλωση τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἄν κάποιος σταυρωνόταν μέσα ἀπό τήν πόλη. Αὐτό εἶναι μιά ὑποκρισία δηλαδή. Τόν σταυρώνανε ἔξω ἀπό τήν πόλη καί δέν τρέχει τίποτε. Ἄν τόν σταυρώσουν μέσα ἀπό τήν πόλη, θά βεβηλωθεῖ ἡ πόλη καί θά βεβηλωθεῖ τό πάσχα· ἵνα φάγωμεν τό πάσχα, λένε οἱ Ἑβραῖοι. Καί μάλιστα τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή: «ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες·» [Κεφ.13, 12-13], δηλαδή: ὁ Χριστός «ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε», σταυρώνεται ἔξω τῆς πόλεως, ἔξω τῆς πύλης. 

«Οὕτω νῦν καί ἡμεῖς», λοιπόν ἔτσι κι ἐμεῖς, «ἐξερχώμεθα σύν αὐτῷ», βγαίνουμε μαζί του ἔξω, «τόν ὀνειδισμόν αὐτοῦ φέροντες» καί φέρουμε πάνω στήν πλάτη μας τή ντροπή τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδή ἐξερχόμεθα. Προσέξτε, εἶναι μιά ἔξοδος. Τί ἔξοδος; Εἶναι μιά ἔξοδος ἀπό τά τείχη τῆς συμβατικότητας. Μιά ὑποκριτική στάση, σταυρώνανε τό Χριστό ἔξω ἀπό τήν πόλη, γιατί ἤθελαν νά δείξουν ὅτι δέν τόν σταυρώνουνε μέσα στήν πόλη, γιά νά μή βεβηλωθεῖ τό πάσχα. Αὐτό εἶναι μιά ὑποκρισία. Καί ὁ Χριστός σπάζει τά τείχη τῆς ὑποκρισίας καί ἐξέρχεται ἔξω. Κάνει ἕνα τίναγμα τῆς κοινωνικῆς ὀντολογίας αὐτῆς τῆς πόλης.

Ἄρα ὅλοι οἱ χριστιανοί εἶναι σέ μία φάση ἐξόδου καί τά τείχη αὐτά ἐκφράζουν τήν ἔξοδο, γι᾽ αὐτό εἶναι τόσο τείχη κάθετα καί δυναμικά, μέ ἐλάχιστα ἀνοίγματα, παραθυράκια καί μιά πόρτα· εἶναι δέν εἶναι πόρτα, ἄν μπορεῖ νά βγεῖ κάποιος. Εἶναι τά τείχη τῆς συμβατικότητας, τά ὁποῖα τά σπάζει ὁ χριστιανισμός καί οὐσιαστικά ὁ χριστιανισμός εἶναι μιά συνεχής ἔξοδος καί μιά συνεχής ἔκφραση σπασίματος αὐτῶν τῶν τειχῶν τῆς συμβατικότητας.

Ἄν ἡ Ἐκκλησία συμβατικοποιηθεῖ καί ἐκκοσμικευθεῖ, γιατί θέλει νά συμβιβαστεῖ μέ τά πράγματα τοῦ κόσμου κι ἄς μή φαίνεται ὅτι ἔχασε τήν πίστη της, τήν ἔχασε τήν πίστη της, γιατί δέν τολμάει νά βγεῖ ἔξω ἀπό τά τείχη τῆς ὁποιασδήποτε κρατικῆς δέν ξέρω, ὁποιασδήποτε συμβατικότητας καί συμβιβάζεται ἀκριβῶς γιά νά παραμείνει τακτοποιημένη.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντοτε μιά πορεία ἐπαναστατική, θά ἔλεγα, μιά πορεία ἡ ὁποία τινάσσει τά πράγματα ὅλα στόν ἀέρα, ἀκόμα καί τίς νομικές δομές, γιατί δέν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐμᾶς νά τίς συντηρήσουμε τίς φθαρμένες κοινωνικές δομές. Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει. Τίς ἁγιάζουμε μέν, ἀλλά δέν μᾶς ἐνδιαφέρει νά τίς συντηρήσουμε, ἐφόσον δέν αὐτοαγιάζονται μέσα ἀπό τή χάρη, ἄν δέν θέλουν δηλαδή.

Ἔτσι λοιπόν, αὐτό δηλώνει κάτι πολύ μεγάλο. Καί ὅσοι χριστιανοί συμβατικοποιοῦνται, ἀκριβῶς ἐκκοσμικεύουν τό χριστιανισμό χωρίς νά φαίνεται ὅτι κάνουν κάποια ἀλλοίωση τοῦ χριστιανισμοῦ. Δέν φαίνεται πού ὑπάρχει κάποια αἵρεση κι ὅμως εἶναι αἵρεση, γιατί ἀκριβῶς συμβιβάζονται καί συνδιαλέγονται μέ δυνάμεις τοῦ κόσμου, προκειμένου νά ἀποκτήσουν στάση καί δύναμη μέσα στόν κόσμο. Αὐτό εἶναι μιά ἱστορική πρόκληση στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τή ζοῦμε κάθε μέρα, καθημερινά, αὐτήν τήν πρόκληση τῆς συμβατικοποιήσεως πού ὅλοι θέλουν νά μᾶς ἔχουν στό χέρι τους. Καί ἐμεῖς δέν εἴμαστε στό χέρι τους ποτέ, γιατί ἀκριβῶς ἔχουμε τήν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ μας.

Λοιπόν, ἄν ποτέ ἁγιογραφήσετε αὐτές τίς εἰκόνες, θά δώσετε πάρα πολύ ἔμφαση σέ αὐτά τά τείχη, γιατί εἶναι πάρα πολύ καίρια. Πολύ ὄμορφη ἀπεικόνιση αὐτῶν τῶν τειχῶν ὑπάρχει στόν ἅγιο Κωνσταντῖνο, [τόν Μητροπολιτικό ναό τῆς Μητρόπολης Γλυφάδας]. Νά πᾶτε στήν ἐκκλησία. Εἶναι πολύ ὡραία ἀπεικόνιση, ἀπό τίς μοναδικές πού ἔχουμε στήν Ὀρθοδοξία μας, τόσο ἐκτεταμένη. Ὅταν μπεῖτε ἀπό τήν πόρτα τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου στραφεῖτε πίσω, κοιτάξτε τήν κόγχη πού εἶναι ἀπό πίσω σας -εἶναι στρογγυλός ὁ ναός- ὅπως μπεῖτε ἀπό τήν πόρτα, γυρίστε πίσω. 

Ὅλη ἡ κόγχη, εἶναι ἕνα ἀπέραντο τεῖχος. Καί στή μιά μεριά εἶναι ὁ Χριστός σταυρωμένος καί στήν ἄλλη στιγμή εἶναι ἀποκαθηλωμένος, ἀλλά ὅλη ἡ κόγχη εἶναι ἕνα τεῖχος. Ἕνα ἐκπληκτικό τεῖχος, μέσα ἀπό τό ὁποῖο ἕνας πολύ σπουδαῖος ἁγιογράφος τῆς ἐποχῆς μας, πού ἁγιογράφησε τό ναό τό ΄70. Ἦταν μιά πολύ ὡραία σύλληψη, ὅλος ὁ τοῖχος. Καί βλέπεις, βγαίνοντας ἀπό τήν ἐκκλησία γιά νά βγεῖς, βλέπεις ὅτι σπᾶς τό τεῖχος γιά νά βγεῖς καί καταλαβαίνεις ὅτι βγαίνοντας ὁ χριστιανός σπάζει τά τείχη τῆς συμβατικότητας. Ἄν πᾶτε στόν [ναό τοῦ] ἅγιου Κωνσταντίνου νά τό προσέξετε αὐτό τό κριτήριο.
   
Ἐρώτηση: Γιατί παρουσιάζεται ὁ Ἰησοῦς ὡς δεύτερος Ἀδάμ;
Ἀπάντηση: Τό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ νέος Ἀδάμ. Δέν παρουσιάζουμε τίποτα. Ἐμεῖς θεολογοῦμε, τίποτε δέν παρουσιάζουμε. Δέν κάνουμε κάποια πρωτότυπη σύλληψη. Εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο· καί εἰδικά στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή μιλάει μέ ὁρολογίες ἰουδαϊκές.

Ἐρώτηση: Ὁ Ἀδάμ ὅμως ἔπεσε στήν ἁμαρτία. Ὁ Ἰησοῦς ἦρθε γιά νά μᾶς σώσει.
Ἀπάντηση: Ὁ Ἀδάμ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἀδάμ σημαίνει ἄνθρωπος, στά Ἑβραϊκά. Καί ἐδῶ πέρα ἔρχεται ὁ νέος ἄνθρωπος, ὁ Χριστός γίνεται ἄνθρωπος, γιά νά ἀναπλάσει τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό εἶναι νέος Ἀδάμ, γιά νά ἀναπλάσει. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά γίνουμε ἐμεῖς Θεοί.

Ἐρώτηση: Μέσα στόν παράδεισο ὑπῆρχε θάνατος;
Ἀπάντηση: Ὄχι, δέν ὑπῆρχε.
Ἐρώτηση: Ὁπότε δέν ὑπῆρχε καί ἀναπαραγωγή τοῦ ἀνθρώπου;
Ἀπάντηση: Ἀπό ποῦ ἔβγαλες αὐτό τό συμπέρασμα; Θά ἔμεναν δηλαδή δυό ἄνθρωποι μονάχα στόν παράδεισο; Θά ἀπαντήσω μέν, ἀλλά τό ἐρώτημα εἶναι λάθος τοποθετημένο. Τί σχέση ἔχει δηλαδή; Λές, ἐφόσον δέν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, νά μή γεννηθεῖ ἄλλος. Δέν εἶπα τέτοιο πράγμα. Νά γεννηθοῦμε χωρίς νά πεθάνουμε. Εἶναι θέμα χώρου δηλαδή;

Ἐρώτηση: Ἐπειδή νομίζω τό: «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε» τό εἶπε ὁ Θεός μετά τήν πτώση.
Ἀπάντηση: Ὄχι, τό εἶπε πρίν, στό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως. Ἐξάλλου ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄνδρας καί γυναίκα πρίν ἀπό τήν πτώση. Δηλαδή, καταλήγουμε τότε σέ ἕνα ἀνώμαλο συμπέρασμα, ὅτι ἄν ἡ παραγωγική διαδικασία διενεργήθηκε ἁπλῶς μετά τήν πτώση, τότε ὁ Θεός ἔφτιαξε τόν ἄνθρωπο ἀτελή, δηλαδή δέν ἦταν ἕνα μέγεθος ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα, τό ὁποῖο μπορεῖ νά γεννήσει ἄνθρωπο, καί μετά φτιάχτηκε. Ἄρα ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἀτελής καί μετά ἔγινε ἔτσι.

Ἐρώτηση: Ὄχι, ἐπειδή θά ἦταν σέ κατάσταση πιό πνευματική, δέν θά τόν ἐνδιέφερε τόσο οἱ ἀπολαύσεις τῶν αἰσθητικῶν.
Ἀπάντηση: Μά δέν εἶπε ὁ Θεός ἀπόλαυση, εἶπε ἀναπαραγωγή. Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε, εἶπε. Ἐμεῖς τά πράγματα τοῦ κόσμου τά κάναμε αἴσθηση ἁμαρτωλή. Δηλαδή τί ἀναιρεῖ τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο; Ἄλλο τό γεγονός τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ ἦρθε σέ ἐπαφή μέ τή γυναίκα του, «καί ἔγνω ὁ Ἀδάμ τήν γυναῖκα αὐτοῦ» μετά τήν πτώση, ἀλλά δέν σημαίνει πού δέν θά γινόταν πρίν. Νά σᾶς τό πῶ μέ ἕνα παράδειγμα πού θά τό καταλάβετε καλύτερα. Τώρα ἐγώ κρατάω στά χέρια μου ἕνα σάντουιτς νά τό φάω. Εἶμαι στό πεζοδρόμιο, κι ἐνῶ τό τρώω, περνάει αὐτή τή στιγμή ἕνα αὐτοκίνητο καί μοῦ σπάζει τά δόντια καί ὅλη τή μασέλα. 

Μετά πάλι θά τό τρώω τό σάντουιτς, ἀλλά θά τό τρώω μέ σπασμένα δόντια. Δέν τό γεύομαι καλά τώρα, ἐπειδή μεσολαβεῖ μιά ἄλλη διαδικασία. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος θά τό ἔκανε ὅπως καί δήποτε αὐτό τό πράγμα, ἀλλά ἁπλῶς τό ζεῖ τώρα μέσα ἀπό τραγικές συνθῆκες αὐτό τό γεγονός. Ἄρα τό θέμα τοῦ ἔρωτα βιώνεται μεταπτωτικά, χωρίς νά εἶναι γεγονός μεταπτωτικό. Εἶναι προπτωτικό, γιατί ὁ Θεός δέν θά ἔκανε ἄνδρα καί γυναίκα. Γιατί ὅλο αὐτό εἶναι μέσα στήν ἱστορία. Οὔτε κάνει ἄνδρα καί γυναίκα γιά νά κάνουν παιδιά μόνο, ἀλλά ὅλο αὐτό εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τριαδιολογίας, διά τῆς παρουσιάσεως τῶν δύο πού γίνονται ἕνα. Γίνεται μιά τριαδιολογία, τό τρία πού εἶναι ἕνα. Ταυτόχρονα αὐτό εἶναι καρπός τῆς ἀγάπης. 

Ὁ σκοπός τοῦ γάμου εἶναι νά γίνουν ἅγιοι, νά μοιάσουνε στό Θεό. Μέσα στή διαδικασία αὐτή ὑπάρχει καί ὁ καρπός τοῦ γάμου, πού εἶναι τά παιδιά. Εἶναι καρπός ἀγάπης καί ὄχι καρπός ἀπαιτήσεως γιά ἀριθμό τέκνων. Εἶναι καρπός τῆς ἀγάπης κι ὅ,τι ἐπιτρέψει ὁ Θεός, δηλαδή ὁ Θεός ἐπιτρέψει ἤ δέν ἐπιτρέψει, εἶναι μιά δική Του ἱστορία. Ὁ γάμος δέν χάνεται ἄν ὑπάρχουν δέκα παιδιά ἤ δέν ὑπάρχει κανένα παιδί. Ὁ γάμος χάνεται ἄν εἴμαστε χωρισμένοι, ἁμαρτωλοί καί διχασμένοι, ἄν δέν δημιουργήσει ὁ γάμος τή διαδικασία τῆς ἁγιοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Βλέπετε ἡ ᾽Εκκλησία δέν στέκεται στό πόσα παιδιά ἔκανες. Οὔτε ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑπέρ τῆς πολυτεκνίας, οὔτε εἶναι ὑπέρ τῆς ἀτεκνίας. Εἶναι διά τῆς ἀγάπης καί τῆς συμμετοχῆς σέ αὐτό τό γεγονός νά καταλήξεις νά γίνεις ἅγιος. Ἄρα ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιβραβεύει τήν πολυτεκνία οὔτε τήν ἀτεκνία, παρά ἐπιβραβεύει τή βαθιά ἐμπιστοσύνη στό Θεό.

Ἐρώτηση: Ἕνας λόγος πού εἶπα τήν ἀπορία αὐτή εἶναι κι ὅτι ἐφόσον ἦταν στείρα ἡ Ἄννα, σήμερα ὅλοι ἀναφέρονται μόνο στή στειρότητα. Ἐγώ νομίζω ὅμως, ὅτι ἐφόσον καί ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα εἶχαν προχωρήσει πνευματικά καί μετά ἦρθε ἡ σύλληψη. Εἶναι σάν δῶρο Θεοῦ. Ὄχι ὅτι θά τό ζητοῦσαν σέ ὅλη τους τή ζωή τό παιδί. Ὅλα τά τροπάρια ἀναφέρουν στό ὅτι ζητοῦσαν καί ἐδόθη.
Ἀπάντηση: Ὄχι, συγγνώμη. Μιά σειρά μεγάλων γυναικῶν στήν Ἁγία Γραφή ἦταν στεῖρες. Ἡ Ρεβέκκα, ἡ Ραχήλ, κ.λπ. Ἡ μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, ἡ Ἄννα. Ἡ ἄλλη Ἄννα.

Ἐρώτηση: Ναί. Ἀλλά καί ἡ ξαδέρφη Της, τοῦ Προδρόμου ἡ μητέρα, κι αὐτή ἦταν στείρα ἀλλά καί πολύ μεγάλη γυναίκα. Μπορεῖ σέ ὅλη της τή ζωή νά παρακαλοῦσε νά κάνει παιδί;
Ἀπάντηση: Ὄχι. Τό κείμενο ἐσεῖς τό βλέπετε ἀλλιώτικα. Τό κείμενο εἰδικά τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ πού περιγράφει τήν Ἐλισάβετ καί τόν Ζαχαρία, λέει πάρα πολύ ὡραῖα πού ἦταν ἄνθρωποι δίκαιοι πάρα πολύ, ἀλλά δέν εἶχαν παιδιά. Πολύ ἁπλά. Δέν λέει εἶχαν ἀγωνία.

Ἐρώτηση: Ναί. Ἀλλά συνεχῶς ἀναφέρονται στό στεῖρο...
Ἀπάντηση: Ναί, γιατί εἶναι ἡ θεολογία τῆς στειρότητας τοῦ κόσμου. Εἴμαστε στεῖροι καί σπάζεται ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ στειρότητά μας καί πῶς θά γίνουμε πνευματικοί ἄνθρωποι. «Καί στεῖραν ἔτεκεν ἑπτά», πού σημαίνει ἕνας πού ἦταν ἁμαρτωλός καί χαμένος, πού μπορεῖ νά πολλαπλασιάσει ἀρετές. Εἶναι ἡ θεολογία τῆς στειρότητας. Ὁλόκληρη θεολογία εἶναι μέσα στήν Παλαιά Διαθήκη. «Πολλά γάρ τά τέκνα τῆς ἐρήμου ἤ τῆς ἐχούσης τόν ἄνδρα». Ἡ ἔχουσα τόν ἄνδρα εἶναι ὁ Ἰσραήλ, πού εἶχε τό Χριστό καί δέν κάνει τίποτα καί ἔρημος εἶναι ὁ κόσμος πού δέν εἶχε τό Χριστό καί γίνεται ἅγιος. Μή στέκεστε μονάχα στίς λέξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εάν χρησιμοποιείτε συσκευές με λειτουργικό σύστημα Android και δεν αναγνωρίζει το πολυτονικό σύστημα (δεν φαίνονται δηλαδή όλα τα γράμματα στις αναρτήσεις), κατεβάστε από το google store το Mozilla Firefox Browser ώστε να μπαίνετε από αυτόν τον Browser και να επιλυθεί το πρόβλημά σας. Κατεβάστε το από ΕΔΩ.

ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΣ.

Φόρτωση...